Αρχική » Το Ιρανικό καθεστώς χάνει τα σημαντικότερά οχυρά του

Το Ιρανικό καθεστώς χάνει τα σημαντικότερά οχυρά του

από Άρδην - Ρήξη

Γυναίκα περνά μπροστά από τη σημαία και τον χάρτη του Ιράν που είναι ζωγραφισμένοι σε τοίχο στην Τεχεράνη στις 25 Φεβρουαρίου 2026. (Φωτογραφία: ATTA KENARE / AFP)

του Armin Messager* – 25 Φεβρουαρίου 2026 από την ιστσελίδα theamargi.com

Η εξέγερση στο Ιράν ενεργοποίησε περιοχές που επί μακρόν παρέμεναν στο πλευρό του ισλαμικού καθεστώτος, καθώς ο συνδυασμός των οικονομικών δυσχερειών, της ανεξέλεγκτης κρατικής βίας και της πολιτικής παρανομίας έχει διαβρώσει την όποια εναπομένουσα εμπιστοσύνη στο τρέχον σύστημα και σπρώχνει τη χώρα σε μια κατάσταση παρόμοια με εκείνη που επικρατούσε αμέσως μετά την Επανάσταση του 1979.

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό αυτών των κινητοποιήσεων είναι η εμφάνιση δύο διακριτών αλλά συγκλινόντων πόλων: των μεγάλων κεντροαστικών πόλεων – ειδικά των φτωχών μεσαίων τάξεων – και των αγροτικών ή βιομηχανικών περιφερειών, που παραδοσιακά θεωρούνται θρησκευτικά και συντηρητικά προπύργια, ιδιαίτερα κατά μήκος της οροσειράς Ζάγκρος και σε τμήματα του Χορασάν στα βορειοδυτικά της χώρας.

Από τη δεκαετία του 1980, το Ιράν δεν έχει γνωρίσει τόσο ευρεία λαϊκή εξέγερση, ούτε τόσο σφοδρό κύμα κρατικής βίας. Αυτό που ξεκίνησε στο παζάρι της Τεχεράνης εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλες τις γενιές – από τους φοιτητές έως τους ηλικιωμένους – και σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, από τις εργατικές γειτονιές έως τμήματα της αστικής μεσαίας και ανώτερης τάξης.

Απελπισία και κινητοποίηση των περιφεριών

Το κίνημα διαμαρτυρίας εξαπλώθηκε ταχύτατα σ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις, στις μεγάλες πόλεις της επαρχίας, στις εργατικές γειτονιές, στους φοιτητές και σε πολλές επαγγελματικές ομάδες. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι έφτασε στις αγροτικές και βιομηχανικές περιοχές δύο συγκεκριμένων γεωγραφικών περιοχών: του Χορασάν στα βορειοανατολικά και της οροσειράς του Ζάγρου, που εκτείνεται από το κεντρικό-νότιο Ιράν προς τα δυτικά.

Κάτοικοι μικρών και μεσαίων πόλεων βγήκαν στους δρόμους σε διάφορες επαρχίες, όπως το Λορεστάν, το Τσαχαρμαχάλ και Μπαχτιάρι, το Κοχγκιλουγιέ και Μπογιέρ-Αχμάντ και το Φαρς. Για πολλές από αυτές τις περιοχές, που παραδοσιακά χαρακτηρίζονται από συντηρητικό και θρησκευτικό κοινωνικό περιβάλλον και απουσίαζαν σε μεγάλο βαθμό από προηγούμενες διαμαρτυρίες, αυτό ήταν το πρώτο του είδους του. Βίντεο που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο δείχνουν μια σαφή διαγενεακή κινητοποίηση, από νέους έως άτομα στην ηλικία των εξήντα, δηλαδή γενιές που έζησαν την επανάσταση του 1979.

Οι περιοχές του Ζάγρου είναι ανάμεσα σε εκείνες που έχουν πληγεί περισσότερο από την ανεργία σε εθνικό επίπεδο. Σύμφωνα με το Ιρανικό Κέντρο Στατιστικής – του οποίου τα στοιχεία αναμφίβολως υποτιμούν την πραγματικότητα – το επίσημο ποσοστό ανεργίας έφτασε το 12% το 2023, με τέσσερις από τις επτά πιο πληγείσες περιοχές να βρίσκονται στα βουνά του Ζάγρου.

Η γενικευμένη εκπτώχευση έχει επιδεινωθεί τους τελευταίους μήνες: σύμφωνα με την οικονομική εφημερίδα Donya-ye Eqtesad, το 36% του πληθυσμού ζει σήμερα κάτω από το όριο της φτώχειας, μια κατάσταση που συνεχίζει να επιδεινώνεται. Ο μέσος εργαζόμενος κερδίζει περίπου 90 δολάρια το μήνα, γεγονός που καθιστά την καθημερινή ζωή αφόρητη για μεγάλα τμήματα της εργατικής και φτωχής μεσαίας τάξης.

Επιπλέον, το ποσοστό αυτοκτονιών σε αυτές τις περιοχές έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 2011, με απότομη επιτάχυνση μετά το 2018, μετά την επανεισαγωγή των κυρώσεων. Επτά από τις οκτώ περιοχές με τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονιών βρίσκονται στην περιοχή του Ζάγρου. Η απόγνωση είναι βαθιά και δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της οικονομικής κατάρρευσης, αλλά και παραγόντων όπως η μετανάστευση σε μεγάλες πόλεις ή στο εξωτερικό, η οποία υπονομεύει την τοπική κοινωνική αλληλεγγύη, καθώς και η μειωμένη δυνατότητα για γάμο, η κατάχρηση ουσιών, τα ασφυκτικά διαγενεακά και πολιτισμικά εμπόδια και η περιθωριοποίηση των γυναικών.

Ποσοστό αυτοκτονίων ανα Επαρχία και ανά 100.000 πληθυσμό

Όταν εξετάζουμε το επίπεδο κινητοποίησης σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου Μελέτης του Πολέμου και λαμβάνουμε υπ’ όψη τις αναλογίες του πληθυσμού ανά περιοχή, το τελικό μοτίβο αντικατοπτρίζει στενά τα καταγεγραμμένα ποσοστά αυτοκτονιών, υπογραμμίζοντας τον τρόπο με τον οποίο η απελπισία και η κοινωνική επισφάλεια διασταυρώνονται με την ένταση των διαμαρτυριών σε αυτές τις περιφερειακές περιοχές.

Στρατηγικός στόχος του Ιράν

Είναι ενδιαφέρον ότι οι Περιφέρειες αυτές είναι ακριβώς οι περιοχές από τις οποίες το κράτος αντλούσε, ιστορικά, σημαντικό μέρος της κοινωνικής του βάσης μέσω θρησκευτικών δικτύων, μηχανισμών αναδιανομής και αλληλεγγύης σε περιόδους πολέμου. Εκεί το κράτος στρατολογούσε επίσης μεγάλο αριθμό από το προσωπικό ασφαλείας του. Αυτή η ανατροπή ξεπερνά τα οικονομικά προβλήματα και σηματοδοτεί την ανατροπή μιας σιωπηρής κοινωνικής σύμβασης: πίστη σε αντάλλαγμα για προστασία, απασχόληση και συμβολική αναγνώριση.

Αυτή η πραγματικότητα ισχύει ιδιαίτερα σε επαρχίες όπως το Λορεστάν, μεταξύ των κουρδικών κοινοτήτων του Λακ, και στις σιιτικές περιοχές του Κερμάνσαχ. Στο Λορεστάν, το να έχεις ένα μέλος της οικογένειας στις δυνάμεις ασφαλείας θεωρούνταν από καιρό δείκτης κοινωνικού κύρους. Ωστόσο, αυτή η κοινωνική σύμβαση ήταν πάντα συνυφασμένη με τον έλεγχο: αυτές οι περιοχές παρακολουθούνται εκτενώς από τις υπηρεσίες πληροφοριών μέσω δικτύων πληροφοριοδοτών (mokhber), αποθαρρύνοντας τη συλλογική δράση.

Το κοινωνιο-πολιτισμικό προφίλ μέρους των διαδηλωτών μοιάζει πλέον πολύ με αυτό του προσωπικού ασφαλείας, πολύ περισσότερο από ό,τι κατά τη διάρκεια του κινήματος «Γυναίκες, Ζωή, Ελευθερία» του 2022. Η μεταβολή, η πολιτική αφύπνιση και η αυξανόμενη διαφωνία εντός αυτών των τμημάτων της κοινωνίας δείχνουν έτσι μια επιταχυνόμενη πολιτικοποίηση, ιδίως μέσω των κοινωνικών μέσων και των τηλεοπτικών καναλιών, με ανοιχτές εκκλήσεις για αλλαγή καθεστώτος.

Αλλά αν αυτές οι ομάδες έχουν παρόμοιο κοινωνιολογικό υπόβαθρο, πώς μπορεί να εξηγηθεί η απουσία εμφανών ρηγμάτων εντός του μηχανισμού εξαναγκασμού;

Ένα βασικό μέρος της απάντησης βρίσκεται στη συστηματική αναδιάταξη των δυνάμεων ασφαλείας του καθεστώτος σε άλλες περιοχές, σπάζοντας τους τοπικούς δεσμούς και την αλληλεγγύη. Σε συνδυασμό με τις διακοπές του διαδικτύου, αυτή η στρατηγική επιτρέπει στο κράτος να μονοπωλεί την ενημέρωση μέσω των επίσημων μέσων ενημέρωσης. Οι διαδηλωτές παρουσιάζονται ως πράκτορες του Ισραήλ και η εξέγερση χαρακτηρίζεται ως η 13η ημέρα του πολέμου με το Ισραήλ. Οι διαδηλωτές κατηγορούνται για βανδαλισμούς σε περιουσίες ή θρησκευτικούς χώρους, οι αριθμοί των θυμάτων είναι φουσκωμένοι ή παραποιημένοι και οι διαδηλωτές χαρακτηρίζονται όλο και περισσότερο ως «τρομοκράτες». Αυτή η αποκλειστική και εξτρεμιστική παρουσίαση δημιουργεί έναν εσωτερικό εχθρό και αναγκάζει τις δυνάμεις ασφαλείας να ενεργούν ως ο ένοπλος βραχίονας ενός πολιορκημένου κράτους.

Είναι επίσης εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο μεγαλύτερος αριθμός θανάτων έχει σημειωθεί στις μεγάλες κεντρικές πόλεις όπως η Τεχεράνη, το Μασχάντ, το Ισφαχάν, το Καράτζ και η βόρεια Ραστ, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Γκιλάκ (η τέταρτη πόλη σε αριθμό είναι το Κερμάνσαχ, όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού είναι Κούρδοι). Ενώ οι βιομηχανικές και άτυπες εργατικές γειτονιές αυτών των πόλεων έχουν συμμετάσχει λιγότερο ορατά – εν μέρει επειδή οι μονάδες αστυνόμευσης βρίσκονται σε αυτές τις περιοχές και η καταστολή μπορεί γρήγορα να μετατραπεί σε χρήση πραγματικών πυρών ενάντιον των διαδηλωτών – οι περιφερειακές περιοχές που είναι ενεργές τώρα λειτουργούν παρόμοια με αυτές τις φτωχές αστικές περιοχές ως «δεξαμενέςτης εξέγερσης».

Αυτές οι περιφερειακές περιοχές έχουν καταγράψει λιγότερες σφαγές, αλλά σημαντικές συλλήψεις στην τελευταία εξέγερση, καθώς το κράτος φοβάται να χάσει τον έλεγχο των απομακρυσμένων από την Τεχεράνη περιοχών, όπου πολλές αγροτικές οικογένειες διαθέτουν όπλα και διατηρούν ισχυρό πνεύμα αλληλεγγύης. Αναφορές και μαρτυρίες δίνουν έμφαση στις εκτεταμένες συλλήψεις, τα βασανιστήρια και τους εκφοβισμούς, υπογραμμίζοντας τον υπολογισμό του καθεστώτος: να καταστείλει την εξέγερση χωρίς να πυροδοτήσει την ένοπλη αντίσταση.

Περισσότεροι άνθρωποι από ποτέ

Στις μεσαίου μεγέθους πόλεις της οροσειράς του Ζάγρου, οι διαμαρτυρίες έχουν φτάσει σε εξαιρετική κλίμακα: στο Αμπντανάν (επαρχία Ιλάμ) ή στο Αζνά (επαρχία Λορεστάν), 10.000 έως 30.000 άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους, αντιπροσωπεύοντας ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού και αναγκάζοντας την αστυνομία να υποχωρήσει ή να σηκώσει τα χέρια σε μια χειρονομία μη επιθετικότητας από τις στέγες των αστυνομικών τμημάτων.

Στις μεγαλύτερες πόλεις, οι διαμαρτυρίες του 2009 ή του 2018-2019 συχνά συγκεντρώνονταν σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, αόρατες για ορισμένα τμήματα του πληθυσμού. Από το 2019, και ακόμη περισσότερο με το κίνημα «Γυναίκες, Ζωή, Ελευθερία», η διαμαρτυρία έχει γίνει διάχυτη, ορατή και καθημερινή: οι άνθρωποι φωνάζουν συνθήματα από τα παράθυρα, τα διαδίδουν μέσω οικογενειακών ομάδων WhatsApp, σε βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέσω πράξεων πολιτικής ανυπακοής ή ακόμη και με την απλή παρουσία της αστυνομίας σε ασυνήθιστες τοποθεσίες. Αυτό το δίκτυο δημιουργεί έναν πραγματικό «επαναστατικό άνεμο»: καθιστά τις διαμαρτυρίες εφικτές, νόμιμες και αναπαραγώγιμες. Σταδιακά, χαμηλώνει το όριο συμμετοχής και ενσωματώνει την αντίδραση σε μια μακρά, σωρευτική χρονικότητα, όπου κάθε κινητοποίηση προετοιμάζει την επόμενη. Αλλά αυτή η διάδοση και η νομιμότητα έχουν υψηλό κόστος. Από τις 16 Φεβρουαρίου, η οργάνωση HRANA ανέφερε 7.015 επιβεβαιωμένους θανάτους σε ολόκληρη τη χώρα, 11.744 περιπτώσεις που βρίσκονται ακόμη υπό επαλήθευση και 53.552 πολιτικούς κρατούμενους που εξακολουθούν να βρίσκονται υπό κράτηση. Ο αγώνας για την ελευθερία χτίζεται πάνω σε καταστραμμένες ζωές και ανείπωτη ταλαιπωρία.

*Ο Armin Messager είναι Γάλλος ερευνητής κοινωνικής ιστορίας και πολιτικών επιστημών, καθώς και δημοσιογράφος.

Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ