Βιμ Βέντερς και Νικ Κέιβ
του Θεόδωρου Ντρίνια
Το 76ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου πραγματοποιήθηκε 12-22 Φεβρουαρίου. Πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής ο (τεράστιος) σκηνοθέτης Βίμ Βέντερς. Στην καθιερωμένη συνέντευξη τύπου πριν την πρεμιέρα, η επιτροπή δέχτηκε ερώτηση από δημοσιογράφο πώς σχολιάζουν τη στάση της Berlinale, αλλά και της Γερμανίας, απέναντι στη γενοκτονία που συμβαίνει στη Γάζα.Ο Βέντερς απάντησε: «Πρέπει να μείνουμε εκτός πολιτικής, γιατί αν κάνουμε ταινίες που έχουν πολιτικό χρώμα, μπαίνουμε στην πολιτική αρένα κι εμείς. Το σινεμά όμως πρέπει να είναι αντίδοτο των όσων συμβαίνουν στην πολιτική. Το σινεμά έχει την μεγάλη δύναμη της ενσυναίσθησης και της κατανόησης. Στην πολιτική δεν χωράει ενσυναίσθηση. Οι πολιτικοί δεν έχουν. Οι ταινίες το κάνουν. Κι εκεί είναι το δικό μας καθήκον, στις ταινίες…» και αλλού είπε:
«Ναι, ο κινηματογράφος μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Όχι με πολιτικό τρόπο. Καμία ταινία δεν έχει αλλάξει πραγματικά την ιδεολογία κάποιου πολιτικού, όμως… μπορούμε να αλλάξουμε την αντίληψη των ανθρώπων για το πώς οφείλουν να ζουν
.».. Ένας απίστευτος ορυμαγδός ξέσπασε εναντίον του Βέντερς. Το μπινελίκι που έφαγε στα κοινωνικά δίκτυα ήταν απίστευτο, ενώ διάσημοι και ανθυποδιάσημοι έσπευσαν να καταγγείλουν το φεστιβάλ, ενώ δεν έλειψαν και οι διάφοροι ελληνοκακομοίρηδες (η ομάδα της ταινίας «Uchronia», της μοναδικής ελληνικής συμμετοχής στο φεστιβάλ του Βερολίνου, περισσότερα ΕΔΩ) που εμφανίστηκαν με το κάτωθι πανώ:

Βέβαια, ο Βέντερς στο παρελθόν έχει κάνει πολιτικές δηλώσεις και ο ίδιος (για την Ουκρανία, τον Τραμπ, κλπ.), αλλά η λεπτομέρεια είναι ότι είπε: “αν κάνουμε ταινίες που έχουν πολιτικό χρώμα” όχι “να μην μιλάμε για πολιτική“, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τους/τις cancel υστερικούς/υστερικές.
Αυτός, όμως, που πραγματικά απασφάλισε από τις επιθέσεις σε βάρος του Βέντερς ήταν ο (τεράστιος) Νίκ Κέιβ. Εδώ η επιστολή του*:
[…]
Αγαπητέ Rainer,
Γνωρίζω τον Wim πάνω από σαράντα χρόνια και η τοποθέτησή του στην Berlinale με συγκίνησε βαθύτατα. Επιβεβαίωσε την εικόνα που έχω γι’ αυτόν ως έναν άνθρωπο με απαρέγκλιτες αρχές, στοχαστικό και ευθαρσή — έναν άνθρωπο που μεριμνά ουσιαστικά για τον κινηματογράφο και την κατάσταση του δημιουργικού γίγνεσθαι. Τα λόγια του συνιστούσαν μια χειρονομία ενδιαφέροντος, πραότητας και προστασίας, στραμμένη όχι μόνο προς την καλλιτεχνική κοινότητα αλλά προς την ίδια την ανθρωπότητα· και παρά τον αναμενόμενο συρφετό των επικρίσεων, εικάζω ότι πολλοί καλλιτέχνες, ίσως οι περισσότεροι, θα εκτιμήσουν ειλικρινά τα λεγόμενά του.
Φυσικά, δεν μπορώ να ομιλήσω εξ ονόματος του Wim, αλλά ίσως, όπως και εγώ, να θλίβεται για την τροπή που έχει πάρει η τέχνη στη συγκυρία που διανύουμε. Ίσως, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου της Κριτικής Επιτροπής, να απογοητεύεται από τη μοίρα που επιφυλάχθηκε σε άλλα κινηματογραφικά και λογοτεχνικά δρώμενα. Η κατακραυγή γύρω από την Εβδομάδα Συγγραφέων της Αδελαΐδας συνέβη ενώ περιόδευα στην Αυστραλία. Σε μια σχεδόν κοσμικών διαστάσεων επίδειξη μωρίας, ολόκληρη εκείνη η διοργάνωση εξαϋλώθηκε μέσα σε ένα πυρηνικό νέφος δειλίας, επιτελεστικής αγανάκτησης, αυτοδικαιωμένης πόζας, ακυρώσεων, αντεπιθέσεων και μιας γενικευμένης ναρκισσιστικής φαιδρότητας. Η «πολιτικοποιημένη τέχνη», οδηγημένη στα άκρα της, μετετράπη σε «μη τέχνη». Σε απόλυτο καλλιτεχνικό μηδενισμό, καθώς το μακροβιότερο λογοτεχνικό φεστιβάλ της Αυστραλίας κατέρρευσε υπό το βάρος μιας μαζικής αποχώρησης.
Ίσως ο Wim να επιχειρεί να διασώσει την Berlinale από τη διολίσθηση προς το πεπρωμένο εκείνων των φεστιβάλ που έχουν καταντήσει κάτι παραπάνω από μια συρρίκνωση της καλλιτεχνικής φαντασίας· εκεί όπου η έννοια του καλλιτεχνικού φεστιβάλ ως πεδίου ελεύθερων και ετερόκλητων ιδεών, ως κοιτίδας ζωτικότητας και αυθεντικότητας που προκρίνει τη διαφωνία και τον καλόπιστο διάλογο, καταποντίζεται στη δίνη μιας ενιαίας, μονολιθικής ιδεολογίας — μία φωνή, μία σκοπιμότητα, μία και μόνη διαφωνία.
Δεν διανοούμαι ούτε στιγμή ότι ο Wim πρεσβεύει πως η τέχνη οφείλει να εθελοτυφλεί απέναντι στις μείζονες και διαρκείς αδικίες του κόσμου. Φαίνεται να πιστεύει, όπως και εγώ, ότι η επιστράτευση της τέχνης για την αφύπνιση της συνείδησης μπορεί να είναι εξαιρετικά δραστική· ίσως όμως πιστεύει επίσης ότι η τέχνη υπερβαίνει το άθροισμα της χρησιμότητάς της: δεν είναι απλώς ένα εργαλείο ή ένα όπλο. Ίσως θεωρεί, όπως και εγώ, ότι στον πυρήνα της η σπουδαία τέχνη υφίσταται προς χάριν του εαυτού της — και ότι στην πλέον μεταμορφωτική της εκδοχή φανερώνεται υπαινικτικά, αμφίσημα και με περιέργεια· ότι είναι κάτι που προσεγγίζουμε με δέος και θαυμασμό, κάτι που μας ταπεινώνει ενώ ταυτόχρονα διευρύνει τον ψυχικό μας ορίζοντα, που εμφιλοχωρεί στο πνεύμα μας, καθοδηγώντας μας προς το αγαθό, το κάλλος και την αλήθεια. Η τέχνη μας χειραγωγεί γλυκά και μας μεταγγίζει την επίγνωση του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, διευρύνοντας την αντίληψη για τον κόσμο και τη θέση μας εντός αυτού — ότι έχουμε το δικαίωμα να ερωτευόμαστε, να γελάμε, να θρηνούμε και να συγκλονιζόμαστε από την ύπαρξη. Αυτό είναι το μεγαλείο της τέχνης — να μας υπενθυμίζει ότι η ζωή είναι κάτι που αξίζει να το ζεις.
Πιστεύω ότι τα λόγια του Wim με άγγιξαν επειδή ίσως προαναγγέλλουν μια νέα αποτίμηση του πολιτισμικού πεδίου, όπου η τέχνη θα ανακτήσει τη δυναμική της φύση. Ίσως τα λόγια του ενθαρρύνουν τους δημιουργούς να νιώσουν την αυτοπεποίθηση να εκφράσουν το πώς βλέπουν πραγματικά τον εαυτό τους, σε όλη τη ριζοσπαστική τους πολυπλοκότητα και ετερότητα, λέγοντας: «Αυτό είμαι. Έτσι αισθάνομαι».
Αλλά ίσως ο Wim να μην εννοούσε τίποτα από όλα αυτά. Δεν γνωρίζω. Όμως, ανεξαρτήτως προθέσεων, διέκρινα στην απάντησή του την αγωνία, την ευγένεια και τη έγνοια· και αυτή η υπέροχη ειλικρίνειά της και μόνο, με πλημμύρισε με μια αίσθηση ανακούφισης, ελευθερίας και αιφνίδιας προοπτικής. Εικάζω ότι, πέρα από τον θόρυβο των εντυπώσεων, πολλοί ένιωσαν το ίδιο.
Με αγάπη,
Nick
[…]
Κρίνω ότι τα είπε όλα…
*Ολόκληρη η επιστολή του Νικ Κέιβ ΕΔΩ, χρησιμοποιήθηκε η μετάφραση της lifo.
Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
