του Δ. Βελισσαρόπουλου, από το Άρδην τ. 65, Ιούνιος – Ιούλιος 2007

Περιεχόμενο επιστολών
……………………
Παραγγελίες ελληνικών βιβλίων προς τον Αττικό
8 Φεβρουαρίου 67 π.Χ., από τη Ρώμη
«Κατέβαλα στον Κίνκιο 24.400 σερτερτίους για την αγορά μεγαριτικών αγαλμάτων, σύμφωνα με οδηγίες της επιστολής σου. Είμαι κυριολεκτικά ενθουσιασμένος με την προοπτική της αποκτήσεως των βάθρων πεντελικού μαρμάρου, επί του οποίου θα τοποθετηθούν οι χάλκινες γλυπτές κεφαλές για τις οποίες μου γράφεις. Στείλε μου λοιπόν και τις κεφαλές και τα αγάλματα […] Είμαι εκστατικά ενθουσιασμένος, έχεις καθήκον να με βοηθήσεις. Αν τυχόν κανένα από τα καράβια του Λέντουλου (φίλου του Κικέρωνα) δεν είναι διαθέσιμο, στείλε μου τα έργα τέχνης με οποιοδήποτε πλοίο βρεις».

Παραγγελίες έργων τέχνης
Μάρτιος ή Απρίλιος 67, από τη Ρώμη
«Αναμένω με ανυπομονησία τα αγάλματα και τα βάθρα [με τις χάλκινες κεφαλές]. Ο,τιδήποτε πιστεύεις ότι θα ήταν κατάλληλο για την Ακαδημία μου, μη διστάσεις να μου τα στείλεις. Να έχεις εμπιστοσύνη στη δυνατότητα μου να σ’ εξοφλήσω […] Έχω κυρίως υπόψη μου πράγματα κατάλληλα για την αίθουσα διδασκαλίας. Ο Λέντουλος [πιθανόν ο Σπίνθερ, ύπατος το 57] μου υπόσχεται τα πλοία του [για τη μεταφορά των έργων τέχνης]».

10 Μαΐου 67, από το Τούσκλο
«Σε παρακαλώ στείλε μου μερικά ανάγλυφα […] Μη δεσμεύεσαι ως προς τη βιβλιοθήκη σου έναντι κανενός, με όσο επιμονή και αν επιδιώκει να την αγοράσει κάποιος. Συγκεντρώνω όσα χρήματα διαθέτω, για ν’ αποκτήσω τη σύντροφον αυτήν των γηρατειών μου [τη βιβλιοθήκη]».

3 Αυγούστου 67, από τη Ρώμη
«Τα αγάλματα που αγόρασες εξ ονόματος μου ξεφορτώθηκαν στη Γαέτα. Δεν τα έχω δει ακόμη, γιατί δεν μπορούσα να απομακρυνθώ από τη Ρώμη. Έστειλα κάποιον για να πληρώσει τα ναύλα. Σου είμαι απείρως ευγνώμων για τις τόσες φροντίδες σου και για το κατόρθωμα σου να τα αγοράσεις τόσο φθηνά».

11 Αυγούστου 67, από τη Ρώμη
Ο Κικέρων εξακολουθεί να ανυπομονεί για την άφιξη των παραγγελθέντων έργων τέχνης (πάντοτε απευθυνόμενος προς τον Αττικόν) και του γράφει:
«Παρακαλώ στείλε μου όσα πράγματα έχεις έτοιμα για την Ακαδημία μου, το ταχύτερο δυνατόν. Μην πουλάς τα βιβλία σε κανέναν άλλον. Κράτα τα για μένα. Καίγομαι από ενθουσιασμό γι’ αυτά, ενώ με αηδιάζουν όλα τ’ άλλα […]».

Αρχές 66, από τη Ρώμη
«Το πάθος μου για την απόκτηση νέων έργων τέχνης δεν έχει κορεσμό (ζητεί ο Κικέρων να του αγοράσει για την Ακαδημία του και αλλά βιβλία)».

Αναζήτηση ειδικών για την οργάνωση της βιβλιοθήκης του
Ιούνιος 56, από το Άντιο
«Θα σου ήμουν ευγνώμων αν μου έστελνες κανένα-δυο υπαλλήλους της βιβλιοθήκης σου, για να βοηθήσουν τον Τυραννίωνα [στην τακτοποίησή της]. Πες τους να μου φέρουν τεμάχια περγαμηνής για τις ετικέτες, που νομίζω ότι οι Έλληνες τις αποκαλούν “σιττύβαι”».
Σ’ ένα επόμενο γράμμα από το Άντιο (σήμερα Αnzio), ο Κικέρων πληροφορεί τον Αττικό ότι ο Τυραννίων (γραμματέας του) είχε τακτοποιήσει τα βιβλία του και ότι οι δύο υπάλληλοι που του είχε στείλει, Έλληνες και αυτοί προφανώς, ο Διονύσιος και ο Μενόφιλος, είχαν κάμει θαυμάσια εργασία. Τα ράφια της βιβλιοθήκης του είχαν γίνει πια ωραιότατα. [ ]

Παραγγελία και άλλων βιβλίων
29 Μαΐου 45, από το Τούσκλο
Ο Κικέρων βρίσκεται σε μια περίοδο της ζωής του, κατά την οποία αδυνατεί να δράσει στον πολιτικό στίβο, λόγω της δικτατορίας του Καίσαρα. Το ενδιαφέρον του για τα ελληνικά βιβλία και την ελληνική γενικά παιδεία είναι αμείωτο. Γράφει λοιπόν μεταξύ άλλων προς τον Αττικό:
«Σε παρακαλώ στείλε μου τα δύο βιβλία του Δικαιάρχου “περί της ψυχής” και τα βιβλία του περί της “Καθόδου”. Δεν μπορώ να βρω τα περί του “Τριπολιτικού” ούτε την επιστολή του προς τον “Αριστόξενο”. Θα επιθυμούσα πολύ να έχω τα τρία αυτά βιβλία που θα μου ήσαν χρήσιμα για όσα έχω κατά νου [να γράψω]».

Χαρακτηρισμός των έργων του ως «απόγραφα»
Ο Κικέρων γράφει στον Αττικό κρίσεις για τα δικά του έργα, το Μάιο του 45 π.Χ., και λέγει:
«Είναι απλά απόγραφα (στα ελληνικά η λέξη αυτή) και δεν απαιτούν πολύ κόπο. Εγώ απλώς συμβάλλω τις λέξεις από τις οποίες διαθέτω πολλές».
Με άλλα λόγια ο Κικέρων ισχυρίζεται ότι ακολουθεί τα ελληνικά έργα, και βασικά η εργασία του περιορίζεται στη μεταφορά τους στη λατινική. Πρόκειται περί υπερβολικής μετριοφροσύνης [ ]
Με άλλο γράμμα του από 31 Μαΐου 45, που στάλθηκε από το Τούσκλο και πάλι, ο Κικέρων ζητεί από τον Αττικό την επίσπευση της αποστολής ενός έργου επί του τονισμού των λέξεων κατά την ομηρική εποχή. Και γράφει στη συνέχεια:
«Σου ζητώ ακόμη μια φορά να μου το στείλεις. Το βιβλίο αυτό θα με ικανοποιήσει ιδιαίτερα, διότι ξέρω ότι το θαυμάζεις. […] Αγαπώ τον άνθρωπο εκείνο [εννοώντας τον Αττικό] που θεωρεί πατρίδα του κάθε τομέα της γνώσεως και με χαροποιεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι σε ενθουσιάζει η μελέτη ενός τόσο ειδικού θέματος».

Αποτίμηση του έργου τον ως υπάτου
Ιούνιος 60, από το Άντιο
Στην επιστολή του αυτή ο Κικέρων αναφέρει προς τον Αττικό, ότι στην περιγραφή της θητείας του ως υπάτου (που έγραψε, σημειωτέον, στα ελληνικά) εμπνεύσθηκε από τον Ισοκράτη, και μερικές φορές από τους μαθητές του, ως προς το ύφος και προσθέτει:
«Ο Ποσειδώνιος μου έχει ήδη γράψει από τη Ρόδο ότι είχε διαβάσει το προσχέδιο του έργου μου [επί της θητείας μου ως υπάτου]. Του το είχα στείλει με τη σκέψη ότι θα μπορούσε εκείνος να γράψει κάτι πιο βαθυστόχαστο επί του ίδιου θέματος. Αντί να ενθαρρυνθεί με την επιστολή μου να το πράξει, δείλιασε προ της προοπτικής αυτής. Εάν αρέσει σε σένα όμως, σε παρακαλώ φρόντισε να το διαθέσεις στην Αθήνα και στις άλλες ελληνικές πόλεις […]».

Ο Αττικός πνευματικά εξελληνισθείς Ρωμαίος
Σε επιστολή του στις 12.5.60 από τη Ρώμη γράφει:
«Όσον αφορά τα έργα μου, σου έστειλα την ιστορία της θητείας μου ως υπάτου, ολόκληρη στην ελληνική […] ελπίζω να σου αρέσουν τα λατινικά μου έργα, αλλ’ ως Έλλην που είσαι, θα βλέπεις με κάποια συγκατάβαση την ποιότητα των δικών μου ελληνικών».
Στη συνέχεια ο Κικέρων αναφέρει προς τον Αττικό ότι «ενθυμούμενος πόσο έλαμψε το όνομα του συμπατριώτη σου (sic) Δημοσθένη με τους Φιλιππικούς του και πώς μετέβαλε το ύφος του, από καθαρά δικανικό σε ύφος αντάξιο πολιτικού ανδρός», σκέφθηκε ο ίδιος να εκφωνεί λόγους σε ύφος αντάξιο ενός υπάτου. Δέκα από τους λόγους αυτούς ο Κικέρων έστειλε στον Αττικό.
Από τις περικοπές αυτές παρατηρούμε μόνον πόσο πνευματικά εξελληνισθέντα θεωρούσε ο Κικέρων τον Αττικό, έναν καθαρόαιμο Ρωμαίο, ώστε να του λέγει «ως Έλλην που είσαι» και «συμπατριώτη σου Δημοσθένη». Βλέπουμε επίσης, όπως και σε διάφορα άλλα έργα του, πόσο θαύμαζε το Δημοσθένη, ώστε να τον μιμηθεί με το ν’ αλλάξει και αυτός ύφος από το δικανικό στο πολιτικό. Άλλωστε, όπως ξέρουμε, τους τέσσερις λόγους του εναντίον του Μάρκου Αντωνίου (που θα εκφωνούσε, μόλις το 44 π.Χ.) τους ονόμασε, κατ’ απομίμηση και πάλι του Δημοσθένη, «Φιλιππικά» (λόγους που θα τους πλήρωνε με τη ζωή του).

Ο θαυμασμός για το Δικαίαρχο
Δεκέμβριος 60 π.Χ., από το Άντιο
Στο γράμμα αυτό ο Κικέρων εκφράζει το θαυμασμό του για το Δικαίαρχο:
«Τι μεγαλείο άνθρωπος! Απ’ αυτόν μπορεί κανείς να μάθει πολλά περισσότερα παρά από τον Προκίλιο [Ρωμαίο συγγραφέα]. Νομίζω ότι έχω τα έργα του για [τα συντάγματα] των Αθηνών και της Κορίνθου. Είναι όμως ανάγκη να σου τα λέγω αυτά [δηλαδή σ’ εσένα Αττικέ, στον οποίο είναι τόσο οικεία όσα αφορούν την Ελλάδα και τους Έλληνες]». [ ]

Ο Κικέρων ως φιλέλλην
Ο Κικέρων ήθελε να θεωρείται φιλέλλην. Το αναφέρει ο ίδιος, σε γράμμα του προς τον Αττικό, στις 15 Μαρτίου 61, το οποίο πληροφορεί ότι ο αδελφός του Κόϊντος, διοικητής της Ασίας, δηλαδή της ρωμαϊκής εκείνης επαρχίας που αποτελούνταν από εδάφη του πρώην βασιλείου της Περγάμου και άλλων επαρχιών γύρω απ’ αυτό, και ο ίδιος είναι φιλέλληνας!
«Να έχεις κατά νου ότι πάντοτε αποβλέπαμε στο να λάμψουμε και πιστεύω ότι γενικά έχουμε τη φήμη πως είμαστε φιλέλληνες». []

Ο Κικέρων στην Ελλάδα
Στο ίδιο γράμμα ο Κικέρων δεν κρύβει από τον Αττικό ότι αναλαμβάνει με πολλές επιφυλάξεις την αποστολή του στην Κιλικία, διότι πιστεύει ότι δεν έχει την απαιτούμενη πείρα για το έργο που θα έχει να επιτελέσει εκεί. Εκφράζει τον ενθουσιασμό του από την παραμονή του στην Αθήνα κατά το ταξίδι του:
«Μου άρεσε πολύ η Αθήνα ως πόλις, με όλα τα καλλιτεχνικά της έργα. Με ικανοποίησε πολύ η αγάπη του λαού για σένα [Αττικέ] καθώς και οι καλές απέναντι σου διαθέσεις. Πολλά όμως πράγματα άλλαξαν. Η φιλοσοφία εκεί διέρχεται περίοδο μετριότητας και ό,τι καλό υπάρχει βρίσκεται στο πρόσωπο του Αρίστωνος [αδελφού του Αντιόχου του Ασκαλωνίτου, τον οποίο διαδέχθηκε στη διεύθυνση της Ακαδημίας], στο σπίτι του οποίου διέμεινα».
Στο επόμενο γράμμα του, της 6ης Ιουνίου 51, την ημέρα που θα έφευγε από την Αθήνα, πληροφορεί τον Αττικό (που απουσίαζε προφανώς) ότι αυτός και οι συνοδοί του θα επιβιβάζονταν σε μερικά πλοία ροδίτικα και προσθέτει:
«ως τώρα το ταξίδι μου δια μέσου της Ελλάδος με γέμισε με θαυμασμό για τη χώρα».

Ο Κικέρων στην Αθήνα βοηθά τους επικουρείους
Στην επιστολή αυτή ακριβώς γίνεται λόγος για την υπηρεσία που προσέφερε ο Κικέρων στους οπαδούς του Επικούρου στην Αθήνα, της σχολής των οποίων ηγείτο ο Πάτρων. Παρά την αντιπάθειά του προς τις διδασκαλίες του Επικούρου, επειδή όμως ο Αττικός έκλινε προς αυτές και τον είχε παρακαλέσει σχετικά ο Πάτρων, ο Κικέρων ζήτησε από τον Άρειο Πάγο ν’ ακυρώσει ένα ψήφισμα, βάσει του οποίου θα κατεδαφίζονταν τα ερείπια του σπιτιού του Επικούρου, για να κτισθεί εκεί σπίτι του Μεμμίου, διοικητή της Βιθυνίας. Όταν λάβει υπόψη του κανείς τη σχεδόν θρησκευτική λατρεία που είχαν οι Επικούρειοι για τον δάσκαλό τους και την ευλάβεια με την οποία έβλεπαν το σπίτι και τον ιερό χώρο του Κήπου όπου δίδασκε, μπορεί να φαντασθεί τι ιεροσυλία σήμαινε γι’ αυτούς η κατεδάφιση, έστω και των ερειπίων εκείνων, και η απαλλοτρίωση του γύρω Κήπου.
Ο Κικέρων δεν αρκέσθηκε στο διάβημά του προς τον Άρειο Πάγο που, μόνο αυτό, δεν θα ήταν φυσικά αποτελεσματικό. Απηύθυνε επιστολή προς το Μέμμιο (να μη συγχέεται με τον καταστροφέα της Κορίνθου, το 146 π.Χ., Μόμμιο) και του ζήτησε να εγκαταλείψει την ιδέα της ανεγέρσεως δικής του οικοδομής στο οικόπεδο του Επικούρου και να συντελέσει ώστε ο Άρειος Πάγος να ανακαλέσει το ψήφισμά του. Μια τέτοια χειρονομία θα ευχαριστούσε ιδιαίτερα τον Αττικό.
Ο Μέμμιος, ας σημειωθεί, είναι εκείνος στον οποίο θ’ αφιέρωνε ο Λουκρήτιος το περίφημο φιλοσοφικό ποίημα του «De rerum natura». [ ]

Ειδήσεις από τη Μικρά Ασία ως διοικητής της Κιλικίας
Επιστολές από την Έφεσο, ημερομηνίας 26.7.51 π.Χ.
Από την Έφεσο όπου είχε φθάσει στις 22.7.51 π.Χ., ο Κικέρων γράφει ότι κατά το θαλάσσιο ταξίδι προς τον προορισμό του, τον υποδέχθηκαν οι Έλληνες ενθουσιωδώς, ακόμη και στη Σύρο˙ στην Έφεσο υπήρξε μεγαλύτερος ενθουσιασμός σαν να ερχόταν ν’ αναλάβει διοικητής της Ασίας. Την ίδια υποδοχή έλαβε στους Τράλλεις όπως και στη Λαοδικία (31.7.51). Από εκεί ξεκίνησε για την επαρχία της δικαιοδοσίας του, όπου αφού ανέλαβε τη διοίκηση του στρατού, διαπραγματεύθηκε με κάποιο Μαυραγένη, επαναστατημένο τοπικό αρχηγό. Είχε την εντολή σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων να τον πολεμήσει. Στη συλλογή των επιστολών του προς τον Αττικό σώζονται διάφορες, όπου διεκτραγωδεί την άθλια κατάσταση του λαού της δικαιοδοσίας του, καθώς και των γύρω επαρχιών. Είναι βέβαιο ότι ο Κικέρων υπήρξε εντιμότατος διοικητής της Κιλικίας. Η διοίκησή του περιελάμβανε και την Κύπρο. Αναφέρει σ’ ένα μακροσκελές γράμμα του, από 13.2.50, από τη Λαοδικία:
«Πριν αναλάβω υπηρεσία, [οι διοικούντες] όταν έπαυαν οι επιχειρήσεις κατά το χειμώνα ασχολούνταν με το χρηματισμό. Οι πλουσιότερες κοινότητες υποχρεώνονταν να καταβάλουν μεγάλα ποσά για ν’ αποτρέπουν τη στρατοπέδευση των δυνάμεων στις πόλεις τους. Έτσι, οι Κύπριοι είχαν αναγκασθεί να καταβάλουν 200 αττικά τάλαντα. Αφότου όμως εγώ ανέλαβα τη διοίκηση, δεν απαίτησα από τη νήσο την καταβολή του παραμικρού ποσού. Δεν υπερβάλλω, πρόκειται περί της καθαρής αλήθειας. Επέτρεψα σε αναγνώριση των πλεονεκτημάτων που προέκυψαν από τη διοίκησή μου και που είχαν αφήσει κυριολεκτικά άναυδους τους κατοίκους, να μου γίνει μόνο ένας προφορικός έπαινος και απαγόρευσα την ανέγερση αγαλμάτων ή ναών προς τιμή μου […]».

Διάφορα
Στο τέλος μιας άλλης επιστολής, μιας από τις μακρύτερες του Κικέρωνα, και αυτής γραμμένης στη Λαοδικία, επισημαίνει προς τον Αττικό στις 21.2.50.
«Πληροφορούμαι ότι ο Άππιος κτίζει μια στοά στην Ελευσίνα. Νομίζεις ότι θα ενδεικνυόταν να κάμω το ίδιο και εγώ για την Ακαδημία; Ξέρω ότι θα μου έλεγες: “Νομίζω ότι ενδείκνυται”. Όμως σε παρακαλώ να μου το πεις. Γράψε μου λοιπόν, αγαπώ πραγματικά την Αθήνα, την πόλη εννοώ. Θα ήθελα να είχα εκεί κάτι που να διατηρεί τη μνήμη μου. Απεχθάνομαι τις υποκριτικές επιγραφές επί των αγαλμάτων διάφορων προσώπων».
Ο Άππιος ήταν ο προκάτοχός του στη διοίκηση της Κιλικίας. Αξίζει νομίζουμε να παραθέσουμε μέρος μιας ακόμη επιστολής του, που και αυτή αποτελεί τεκμήριο της καλής συμπεριφοράς του Κικέρωνα προς τους κατοίκους της επαρχίας του. Δεν υπάρχει λόγος ν’ αμφισβητηθεί η ειλικρίνεια του, διότι ο παντογνώστης Αττικός, προς τον οποίο απευθύνεται, γνώριζε καλά τα ελληνικά πράγματα και θα τον έλεγχε αν, όσα έλεγε στα γράμματά του ο Κικέρων, δεν ήσαν αληθή. Ιδού λοιπόν τι λέγει ο Κικέρων σε επιστολή του τον Απρίλιο του 50 π.Χ., σταλείσα από τη Λαοδικία και αυτή:
«Βλέπω ότι σε ικανοποιεί η μετριοπάθεια και η αμεροληψία μου. Θα σε ικανοποιούσαν ακόμη περισσότερο αν ήσουν εδώ […] Ολόκληρες κοινότητες απηλλάγησαν από τα χρέη τους, πολλών άλλων τα χρέη ελαφρύνθηκαν ουσιαστικά. Όλες ξαναζωντάνευσαν με την απόκτηση αυτοδιοικήσεως με δικούς τους νόμους και δικούς τους δικαστές. Με δύο τρόπους τους απήλλαξα από τα χρέη τους˙ πρώτον, δεν τους επέβαλα οποιαδήποτε δαπάνη κατά τη θητεία μου ως διοικητού, και όταν λέγω καμία δεν υπερβάλλω, εννοώ κυριολεκτικά, ούτε μια δεκάρα. Δεν μπορείς να φαντασθείς πόσο συντέλεσε τούτο στην έξοδο των κοινοτήτων από την κακομοιριά. Δεύτερον, πολλοί τοπικοί άρχοντες είχαν διαπράξει σε αφάνταστο βαθμό καταχρήσεις στις κοινότητές τους. Ερεύνησα προσωπικά τις υποθέσεις όλων εκείνων που τις είχαν διοικήσει, κατά τα τελευταία δέκα χρόνια. Ομολόγησαν με ειλικρίνεια χωρίς να τους ταπεινώσω και ξανάβαλα τα επανακτηθέντα χρήματα στα κοινοτικά ταμεία».
Πριν αναχωρήσει από την επαρχία του με τη λήξη της θητείας, ο Κικέρων φρόντισε ν’ απαλλάξει την κυπριακή Σαλαμίνα από τις τοκογλυφικές απαιτήσεις κάποιου Σκαπτίου, που χρησιμοποίησε στρατιώτες για να πολιορκήσει τη Γερουσία και να τους εξαναγκάσει έτσι να του πληρώσουν λύτρα. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα «μερικοί γερουσιαστές να πεθάνουν από την πείνα λόγω του αποκλεισμού τους». Η στάση αυτή του Κικέρωνα απέσπασε την ανεπιφύλακτη ευγνωμοσύνη των Σαλαμινίων. [ ]

Ο υιός του Κικέρωνα Μάρκος και ο δάσκαλός του περιπατητικός Κράτιππος
Ενδιαφέρον μεταξύ τόσων άλλων, παρουσιάζει και μια επιστολή του υιού του Κικέρωνα Μάρκου προς τον Τίρωνα από την Αθήνα. Εκεί βρισκόταν για να τελειώσει τη μόρφωσή του. Βασικός δάσκαλός του εκεί ήταν ο Κράτιππος, ένας πασίγνωστος, κατά την εποχή του, περιπατητικός φιλόσοφος, για τον οποίο μάλιστα ο Κικέρων φρόντισε, με τη βοήθεια του Ιουλίου Καίσαρα, να του δοθεί η ρωμαϊκή υπηκοότητα.
Με τον Κράτιππο ο Μάρκος είχε αγαθότατες σχέσεις, περισσότερο «σαν πατέρας προς υιό» παρά «σαν δάσκαλος προς μαθητή», όπως αναφέρει ο ίδιος σε γράμμα του προς τον Τίρωνα, τον Αύγουστο του 44. Ο νεαρός υιός του Κικέρωνα επιδίωκε την παρουσία του δασκάλου του Κράτιππου, διότι εκτός από όσα του έλεγε κατά τη διδασκαλία της φιλοσοφίας, ήξερε να είναι και πηγή αστείων κατά τη διάρκεια των συχνών γευμάτων που έπαιρναν μαζί.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek