της Α. Ν. Πρασσά, από το Άρδην τ. 38-39, Νοέμβριος 2002

Συ­νε­χής ο κα­η­μός του Νί­κου Βαρ­διά­μπα­ση για την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, για τον κίν­δυ­νο α­φελ­λη­νι­σμού μέ­σα α­πό τα ΜΜΕ, το internet, την ει­σβο­λή των ξέ­νων γλωσ­σών “που πριο­νί­ζουν α­κα­τά­παυ­στα την ε­θνι­κή μας ύ­παρ­ξη”1, για­τί πράγ­μα­τι η ταυ­τό­τη­τα του αν­θρώ­που προσ­διο­ρί­ζε­ται α­πό τη γλώσ­σα και την παι­δεί­α και ό­χι α­πό την κα­τα­γω­γή του.


Στο πε­ντά­το­μο έρ­γο του Νί­κου Βαρ­διά­μπα­ση Ι­στο­ρί­α μιας Λέ­ξης ε­τυ­μο­λο­γού­νται λέ­ξεις της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας και πα­ράλ­λη­λα ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­ζη­τά την α­λή­θεια των λέ­ξε­ων αυ­τών μέ­σα α­πό τη δια­χρο­νι­κή ι­στο­ρί­α της γλώσ­σας, δε­δο­μέ­νου ό­τι το ε­πί­θε­το “έ­τυ­μος” ση­μαί­νει α­λη­θής-πραγ­μα­τι­κός. Κά­θε λέ­ξη έ­χει, ως γνω­στόν, έ­να νό­η­μα χά­ρη στο ο­ποί­ο α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε τον κό­σμο και ε­πι­κοι­νω­νού­με με το πε­ρι­βάλ­λον μας. Αυ­τές λοι­πόν τις έν­νοιες και ι­δέ­ες που υ­πο­δη­λώ­νουν οι λέ­ξεις, το πε­ριε­χό­με­νο των λέ­ξε­ων, κα­θώς και τις πε­ρι­πέ­τειες που αυ­τές εί­χαν κα­τά και­ρούς, α­νι­χνεύ­ει συ­στη­μα­τι­κά στην “Ι­στο­ρί­α μιας Λέ­ξης” ο συγ­γρα­φέ­ας.


Πρό­σφα­τα εκ­δό­θη­κε ο πέ­μπτος τό­μος του έρ­γου αυ­τού που συ­μπλη­ρώ­νει τους προ­η­γού­με­νους. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα κεί­με­να του τό­μου γρά­φτη­καν ει­δι­κά για τον Ε΄ τό­μο, ε­νώ στο τέ­λος δη­μο­σιεύ­ε­ται για πρώ­τη φο­ρά Ευ­ρε­τή­ριο Λέ­ξε­ων και των πέ­ντε τό­μων. Τα θέ­μα­τα που δια­λέ­γει ο συγ­γρα­φέ­ας εί­ναι ό­πως πά­ντα δια­χρο­νι­κά, αλ­λά πολ­λά α­νή­κουν στην τρέ­χου­σα ε­πι­και­ρό­τη­τα, και ε­ντάσ­σο­νται στις θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες: Ά­το­μο, Κοι­νω­νί­α, Πό­λε­μος, Δί­κη, Θά­λασ­σα, Κρη­το-μυ­κη­να­ϊ­κή διά­λε­κτος, Γλώσ­σα-Παι­δεί­α, Ε­ορ­τα­στι­κά.
Κα­τά τον Νί­κο Βαρ­διά­μπα­ση, η ά­γνοια των λέ­ξε­ων εί­ναι πη­γή ρα­τσι­σμού και φα­σι­σμού. Χω­ρίς το έ­τυ­μο, χω­ρίς δη­λα­δή την α­λή­θεια, ο νους δεν μπο­ρεί να σκε­φτεί, η σκέ­ψη γί­νε­ται “μη­χα­νι­κά” και πο­ρεύ­ε­ται στα τυ­φλά. Ε­φό­σον η γλώσ­σα εί­ναι κοι­νω­νι­κό προ­ϊ­όν, συμ­βάλ­λει στην ε­πι­κοι­νω­νί­α με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων και πα­ράλ­λη­λα δη­λώ­νει την α­νά­γκη αυ­τής της ε­πι­κοι­νω­νί­ας.
Πο­λύ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι οι λέ­ξεις θυ­μού­νται, έ­χουν μνή­μη, εί­ναι ο­χή­μα­τα εν­νοιών και μέ­σα α­πό τις σε­λί­δες του έρ­γου του ο­δη­γεί τον α­να­γνώ­στη στις διά­φο­ρες ση­μα­σιο­λο­γι­κές α­πο­χρώ­σεις των λέ­ξε­ων, ό­πως αυ­τές έ­χουν δια­μορ­φω­θεί μέ­σα στην α­διά­κο­πη ρο­ή του χρό­νου, στις χα­μέ­νες ση­μα­σί­ες των λέ­ξε­ων, στα πα­λιά νο­ή­μα­τα που έ­χουν α­πο­τυ­πω­θεί στη γλώσ­σα, κα­θώς αυ­τή ε­ξε­λίσ­σε­ται δια­χρο­νι­κά, και μας έ­χουν πα­ρα­δο­θεί α­πό γε­νιά σε γε­νιά. Ας μη λη­σμο­νού­με ό­τι η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, ό­πως α­κρι­βώς και ο ελ­λη­νι­κός πο­λι­τι­σμός, έ­χει συ­νέ­χεια και για να κα­τα­λά­βου­με το σή­με­ρα χρειά­ζε­ται να γνω­ρί­ζου­με το χθες, με άλ­λα λό­για χρειά­ζε­ται να γνω­ρί­ζου­με τη γλωσ­σι­κή πα­ρά­δο­ση, να πα­ρα­κο­λου­θού­με αυ­τή την πο­λι­τι­στι­κή δια­δρο­μή της γλώσ­σας, προ­κει­μέ­νου να α­να­κα­λύ­ψου­με το γλωσ­σι­κό πλού­το του νε­ο­ελ­λη­νι­κού λό­γου. Ό­πως μας υ­πεν­θυ­μί­ζει ο συγ­γρα­φέ­ας, ο ελ­λη­νι­κός πο­λι­τι­σμός έ­χει με­ρι­κά στα­θε­ρά “χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά” που αρ­χι­κά εμ­φα­νί­στη­καν στην κρη­το-μυ­κη­να­ϊ­κή ε­πο­χή και αρ­γό­τε­ρα στην ο­μη­ρι­κή και α­ντέ­χουν μέ­χρι σή­με­ρα. “Ο Ό­μη­ρος α­να­σαί­νει στο δη­μο­τι­κό μας τρα­γού­δι”, ε­πι­ση­μαί­νει πο­λύ εύ­στο­χα (σελ.12-13). Δε­δο­μέ­νου ό­τι αυ­τά τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά α­πο­τυ­πώ­νο­νται στη γλώσ­σα, στον Ε΄ τό­μο υ­πάρ­χει ι­διαί­τε­ρη θε­μα­τι­κή ε­νό­τη­τα για την κρη­το-μυ­κη­να­ϊ­κή διά­λε­κτο, ό­που α­να­λύ­ο­νται πολ­λές λέ­ξεις της Γραμ­μι­κής Β.
Η “Ι­στο­ρί­α μιας Λέ­ξης” δεν εί­ναι κά­ποιο κλα­σι­κό, πα­ρα­δο­σια­κό ε­τυ­μο­λο­γι­κό λε­ξι­κό, αλ­λά έ­να πραγ­μα­τι­κά πρω­τό­τυ­πο βι­βλί­ο, ό­που ε­τυ­μο­λο­γού­νται λέ­ξεις, α­να­ζη­τού­νται συ­νώ­νυ­μα και α­ντί­θε­τα, α­να­τρέ­χο­ντας στο πα­ρελ­θόν, στην ελ­λη­νι­κή μυ­θο­λο­γί­α, κά­νο­ντας πα­ράλ­λη­λα τις α­να­γκαί­ες συν­δέ­σεις με το πα­ρόν. Πα­ράλ­λη­λα με την ε­τυ­μο­λο­γί­α των λέ­ξε­ων, ο συγ­γρα­φέ­ας α­να­ζη­τά και το πε­ριε­χό­με­νο, το νό­η­μά τους μέ­σα α­πό τη δια­δρο­μή του χρό­νου. Δια­βά­ζο­ντας λοι­πόν την “Ι­στο­ρί­α μιας Λέ­ξης”, ο α­να­γνώ­στης ε­θί­ζε­ται στα­δια­κά σε έ­ναν τρό­πο σκέ­ψης και πα­ρα­κι­νεί­ται και ο ί­διος στο να α­να­λύ­ει τις λέ­ξεις και φρά­σεις, στο να μη μέ­νει στο πρώ­το ε­πί­πε­δο, αλ­λά να α­νι­χνεύ­ει τις έν­νοιες που κρύ­βο­νται α­πό κά­τω, ψά­χνο­ντας μέ­σα στη μνή­μη τους. Με τον τρό­πο αυ­τό θα φτά­σει στον τε­λι­κό στό­χο, που εί­ναι η γλωσ­σι­κή κά­θαρ­ση α­πό τα ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα που για διά­φο­ρους λό­γους βα­ραί­νουν τις λέ­ξεις.
Ο συγ­γρα­φέ­ας, με τη γνω­στή γλα­φυ­ρό­τη­τα που δια­κρί­νει τη γρα­φή του, με την ευ­ρυ­μά­θεια και ελ­λη­νο­μά­θειά του, χά­ρη στην ο­ποί­α μπο­ρεί να κι­νεί­ται δια­χρο­νι­κά ε­πι­χει­ρώ­ντας εύ­στο­χες συ­γκρί­σεις, ει­σά­γει τον α­να­γνώ­στη σ’ έ­να ο­νει­ρι­κό, αλ­λά και πραγ­μα­τι­κό συγ­χρό­νως κό­σμο, μυώ­ντας τον πα­ράλ­λη­λα στην ελ­λη­νι­κή παι­δεί­α. Με λε­πτό και έ­ξυ­πνο χιού­μορ πα­ρα­σύ­ρει τον α­να­γνώ­στη, ο ο­ποί­ος μπο­ρεί να προ­σεγ­γί­σει το βι­βλί­ο με πολ­λή ά­νε­ση. Το έρ­γο αυ­τό, που έ­χει πο­λύ α­γα­πη­θεί α­πό το α­να­γνω­στι­κό κοι­νό, α­πο­τυ­πώ­νει την προ­σω­πι­κό­τη­τα του δη­μιουρ­γού του, ο ο­ποί­ος το­νί­ζει, αλ­λά και προ­ει­δο­ποιεί, ό­πως πά­ντο­τε συ­νη­θί­ζει προς α­πο­φυ­γήν πα­ρε­ξη­γή­σε­ων, ό­τι το έρ­γο του “σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση δεν φι­λο­δο­ξεί να υ­πο­κα­τα­στή­σει λε­ξι­κά ή άλ­λα ε­πι­στη­μο­νι­κά συγ­γράμ­μα­τα γλωσ­σο­λο­γί­ας”.

  1. Νί­κος Βαρ­διά­μπα­σης, Ε­τυ­μο­λο­γι­κό Αλ­φα­βη­τά­ρι, Α­θή­να (Λι­βά­νης),

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek