του Χ. Δάλκου, από το Άρδην τ. 63, Φεβρουάριος – Μάρτιος 2007

Ἀ πό τά μα­ο­ϊ­κῶν προ­σα­να­το­λι­σμῶν κόμ­μα­τα τῆς με­τα­πο­λί­τευ­σης προ­βαλ­λό­ταν συ­χνά, ὅ­πως θυ­μοῦν­ται οἱ πα­λι­ό­τε­ροι, τό σύν­θη­μα τοῦ Μά­ο Τσέ Τούν­γκ: Νά τολ­μᾶ­με νά ἀ­γω­νι­ζώ­μα­στε, νά τολ­μᾶ­με νά νι­κᾶ­με. Προ­σω­πι­κά, μοῦ πῆ­ρε κά­που πέν­τε-ἕ­ξι χρό­νια γιά νά δι­α­πι­στώ­σω ὅ­τι τό σύν­θη­μα δι­έ­θε­τε καί ἕ­να πρῶ­το σκέ­λος τό ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε τε­χνη­έν­τως ἀ­πο­σι­ω­πη­θεῖ (ἤ καί λο­γο­κρι­θεῖ): Νά τολ­μᾶ­με νά σκε­φτώ­μα­στε, νά τολ­μᾶ­με νά μι­λᾶ­με.

Συ­χνά-πυ­κνά, ἔ­κτο­τε, δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι, ὅ­πο­τε πα­ρου­σι­α­ζό­ταν γιά τήν ἀ­ρι­στε­ρά ἡ ἀ­νάγ­κη ἤ ἡ εὐ­και­ρί­α νά σκε­φθῆ, ἀ­μέ­σως ἐ­πι­στρα­τευ­ό­ταν ἡ ἀ­γω­νι­στι­κή ρη­το­ρεί­α, ἡ ὁ­ποί­α, στό ὄ­νο­μα τῆς ἐ­πι­τα­κτι­κό­τη­τας τῆς ἀ­γω­νι­στι­κῆς δρά­σης, πα­ρέ­πεμ­πε τήν ἀ­νάγ­κη προ­βλη­μα­τι­σμοῦ σέ εὐ­θε­τώ­τε­ρο χρό­νο, ἀ­κυ­ρώ­νον­τας στήν οὐ­σί­α ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πό­πει­ρα πνευ­μα­τι­κῆς ἀ­να­ζή­τη­σης.
Ἔ­τσι συμ­βαί­νει, χρό­νια τώ­ρα, καί μέ τίς ὑ­πο­θέ­σεις τῆς παι­δεί­ας. Ἡ βε­λό­να τῆς ἀ­ρι­στε­ρῆς σκέ­ψης ἔ­χει κολ­λή­σει σέ ὡ­ρι­σμέ­να οἰ­κο­νο­μί­στι­κα ὡς ἐ­πί τό πλεῖ­στον συν­θή­μα­τα, πού μέ τήν συ­νε­χῆ ἐ­πα­νά­λη­ψη με­τα­δί­δον­ται ὡς ἀ­πό­σταγ­μα σο­φί­ας ἀ­πό γε­νιά σέ γε­νιά. Ἡ με­τα­φυ­σι­κή σχε­δόν πί­στη, ὅ­τι ὅ­λα τά προ­βλή­μα­τα ἔ­χουν τήν ρί­ζα τους στήν ἐλ­λι­πῆ χρη­μα­το­δό­τη­ση, εὐ­θύ­νε­ται στήν οὐ­σί­α γιά τό ὅ­τι ἡ ἀ­ρι­στε­ρά οὐ­δέ­πο­τε ἀ­σχο­λή­θη­κε σο­βα­ρά μέ τό γε­γο­νός ὅ­τι τά παι­διά μας –ἰ­δι­αί­τε­ρα μά­λι­στα τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια– δέν μα­θαί­νουν γράμ­μα­τα.

Καί μό­νο στό καί­ριο ζή­τη­μα τῆς γλωσ­σι­κῆς παι­δεί­ας νά ἀ­να­φερ­θῆ κα­νείς, μπο­ρεῖ νά δι­α­πι­στώ­σῃ τήν ἰ­δε­ο­λο­γι­κή γύ­μνια τῆς ἀ­ρι­στε­ρᾶς, τήν ἀ­δυ­να­μί­α της νά ἀρ­θρώ­σῃ ἕ­ναν νη­φά­λιο κρι­τι­κό λό­γο, νά ἀν­τι­με­τω­πί­σῃ τά δι­ά­φο­ρα ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα πού εἰ­σά­γον­ται κα­τά και­ρούς στήν ἑλ­λη­νι­κή ἐκ­παί­δευ­ση μέ μό­νο «ἀ­τράν­τα­χτο» ἐ­πι­χεί­ρη­μα ὅ­τι εἶ­ναι τῆς μό­δας.

Εἰ­σή­γα­γαν τήν δο­μι­κή γλωσ­σο­λο­γί­α, ἡ ὁ­ποί­α, μέ τήν ἔμ­φα­ση πού δί­νει στόν προ­φο­ρι­κό λό­γο καί στήν συγ­χρο­νί­α, ἀ­φαι­ρεῖ, ἀ­πό μιά γλῶσ­σα ἔμ­φορ­τη ἀ­πό γρα­πτές γλωσ­σι­κές μνῆ­μες σάν τήν ἑλ­λη­νι­κή, ὅ­λο τό ἱ­στο­ρι­κό της βά­θος, καί μά­λι­στα μέ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα πού ἀ­πο­τε­λοῦν πλή­ρη ἄρ­νη­ση τῆς δι­α­λε­κτι­κῆς σκέ­ψης: «Γι’ αὐ­τό ὁ γλωσ­σο­λό­γος πού θέ­λει νά ἀν­τι­λη­φθεῖ τήν κα­τά­στα­ση αὐ­τή, ὀ­φεί­λει νά ἐ­ξα­λεί­ψει κα­θε­τί πού τήν πα­ρή­γα­γε καί ν’ ἀ­γνο­ή­σει τή δι­α­χρο­νί­α. Δέ μπο­ρεῖ νά μπεῖ μέ­σα στή συ­νεί­δη­ση τῶν ὁ­μι­λούν­των πα­ρά μό­νο κα­ταρ­γών­τας τό πα­ρελ­θόν. Ἡ πα­ρέμ­βα­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας δέν μπο­ρεῖ πα­ρά νά κά­νει ψεύ­τι­κη τήν κρί­ση του. Θά ἦ­ταν ἀ­νό­η­το νά σχε­δι­ά­σου­με ἕ­να πα­νό­ρα­μα τῶν Ἄλ­πε­ων παίρ­νον­τάς το ταυ­τό­χρο­να ἀ­πό πολ­λές κο­ρυ­φές τοῦ συγ­κρο­τή­μα­τος τοῦ J­u­ra· ἕ­να πα­νό­ρα­μα πρέ­πει νά παρ­θεῖ ἀ­πό ἕ­να μό­νο ση­μεῖ­ο.” (Φ. ντέ Σωσ­σύρ, Μα­θή­μα­τα Γε­νι­κῆς Γλωσ­σο­λο­γί­ας, σ. 117)

Καί τί ἔ­κα­νε ἡ ἀ­ρι­στε­ρά; Δι­εκ­πε­ραί­ω­σε, γιά λο­γα­ρια­σμό τοῦ ἀ­νι­στο­ρι­κοῦ καί ἀν­θι­στο­ρι­κοῦ δο­μι­σμοῦ, τίς ἐ­πι­θέ­σεις ἐ­νάν­τια στήν δι­α­χρο­νί­α, πα­ρου­σι­ά­ζον­τάς την ὡς ὑ­πό­θε­ση πού ἀ­φο­ρᾶ καί ἐν­δι­α­φέ­ρει λί­γους συν­τη­ρη­τι­κούς –ἄν μή ἀ­κρο­δε­ξιούς– πού ἔ­χουν «κόλ­λη­μα» μέ τήν ἀρ­χαί­α καί τήν με­σαι­ω­νι­κή Ἑλ­λά­δα.

Εἰ­σή­γα­γαν τήν γε­νε­τι­κή γραμ­μα­τι­κή τοῦ Τσόμ­σκυ, ἡ ὁ­ποί­α, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τῶν προ­θέ­σε­ων καί τῶν πο­λι­τι­κῶν πρα­κτι­κῶν τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ της, μέ τήν πλή­ρη πε­ρι­φρό­νη­ση τῶν ἀν­τι­κει­με­νι­κῶν γλωσ­σι­κῶν πραγ­μα­τι­κο­τή­των καί τήν ἔμ­φα­ση σέ ἀ­φη­ρη­μέ­νες, δῆ­θεν κα­θο­λι­κές, ἐν­δι­ά­θε­τες δο­μές, προ­ε­τοι­μά­ζει τό ἔ­δα­φος γιά τήν ἰ­σο­πέ­δω­ση τῶν ἐ­πί μέ­ρους γλωσ­σι­κῶν πα­ρα­δό­σε­ων, πρός ὄ­φε­λος μιᾶς «κα­θο­λι­κῆς», «παγ­κό­σμιας» γλωσ­σι­κῆς τά­ξης.
Μή­πως ἡ ἀ­ρι­στε­ρά δι­έ­κρι­νε, πί­σω ἀ­πό τήν φι­λο­λο­γί­α πε­ρί «ἐν­δι­ά­θε­των δο­μῶν», στήν ὁ­ποί­α δι­έ­πρε­ψε μέ δι­α­φο­ρε­τι­κό τρό­πο καί ὁ ἀν­θρω­πο­λο­γι­κός δο­μι­σμός τοῦ Κλώντ Λε­βί – Στρώς, μιά νέ­α ἔκ­δο­ση, ἐ­πί τό προ­ο­δευ­τι­κώ­τε­ρον, τοῦ πα­λαι­οῦ, ἐ­πά­ρα­του «ἰ­δε­α­λι­σμοῦ»; Ὄ­χι, ἁ­πλῶς γο­η­τευ­μέ­νη ἀ­πό τήν ἀν­τι­ιμ­πε­ρι­α­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή πρα­κτι­κή τοῦ Τσόμ­σκυ, συμ­πέ­ρα­νε συ­νε­πα­γω­γι­κά καί γιά τήν ὀρ­θό­τη­τα τῶν γλωσ­σι­κῶν του «πι­στεύ­ω».

Εἰ­σή­γα­γαν τήν ἐ­πι­κοι­νω­νια­κή θε­ω­ρί­α, πού, μέ τήν προ­βο­λή τῶν ἰ­δε­ο­λο­γη­μά­των τῆς προ­σαρ­μο­γῆς στίς «ἐ­πι­κοι­νω­νια­κές πε­ρι­στά­σεις» καί τοῦ «ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κοῦ λό­γου», δί­νει θε­ω­ρη­τι­κή κά­λυ­ψη στήν χρη­σι­μο­θη­ρι­κή ἐ­πι­ζή­τη­ση τοῦ κα­πι­τα­λι­στι­κοῦ ἀ­το­μι­κοῦ κέρ­δους, σέ βά­ρος βέ­βαι­α τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου (ὡς γνω­στόν κά­θε τι «ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό» δέν εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­στι­κά καί ὀρ­θό), ὅ­πως καί εἰς βά­ρος τοῦ λό­γου τῆς ἀ­λή­θειας.

Καί ποι­ά ἤ­τα­νε ἡ ἀν­τί­δρα­ση τῆς ἀ­ρι­στε­ρᾶς; Στίς πε­ρισ­σό­τε­ρες τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων, μιά κρυ­φή –ἤ καί φα­νε­ρή– ἱ­κα­νο­ποί­η­ση πού, τε­λι­κά, ἡ γλωσ­σι­κή δι­δα­σκα­λί­α «συν­δέ­θη­κε μέ τή ζω­ή», πα­ρα­βλε­πο­μέ­νου τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι στήν οὐ­σί­α ὁ ἐ­πι­κοι­νω­νια­κός λό­γος χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε καί χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιά νά γα­λου­χη­θοῦν οἱ μα­θη­τές στό πνεῦ­μα τοῦ ὠ­φε­λι­μι­σμοῦ καί τῆς ἰ­δι­ο­τέ­λειας (καί μό­νο ἡ συ­νη­γο­ρί­α του ὑ­πέρ τῆς λο­γι­κῆς καί τῆς ἠ­θι­κῆς τῆς δι­α­φή­μι­σης τό ἀ­πο­δει­κνύ­ει).
Εἰ­σή­γα­γαν τήν ὁ­λι­στι­κή πρα­κτι­κή τῆς μορ­φο­λο­γι­κῆς ψυ­χο­λο­γί­ας στήν δι­δα­σκα­λί­α τῆς ἀ­νά­γνω­σης καί τῆς γρα­φῆς, στρε­βλώ­νον­τας τό παι­δι­κό μυα­λό ἤ­δη ἀ­πό τήν πρώ­τη στιγ­μή τῆς ἐ­πα­φῆς του μέ τόν γρα­πτό λό­γο, κα­τα­δι­κά­ζον­τάς το στήν ἐ­πι­πό­λαι­α, ὁ­λι­στι­κή πρόσ­λη­ψη λέ­ξε­ων-συ­νό­λων, λέ­ξε­ων-εἰ­κό­νων, καί ἐμ­πο­δί­ζον­τας τήν σκέ­ψη του νά ἀ­να­πτυ­χθῆ μέ­σα ἀ­πό τήν ἀ­νά­λυ­ση τοῦ λό­γου εἰς τά ἐξ ὧν συ­νε­τέ­θη.

Καί τί ἔ­κα­νε ἡ ἀ­ρι­στε­ρά; Μά τί ἄλ­λο ἀ­π’ τό νά κα­τα­κε­ραυ­νώ­νη μο­νο­με­ρῶς καί σέ ὅ­λες τίς πε­ρι­πτώ­σεις τόν «σχο­λα­στι­κι­σμό», τόν «κα­τα­κερ­μα­τι­σμό» τοῦ λό­γου, τίς «μη­χα­νι­στι­κές» πρα­κτι­κές ἐ­πα­γω­γι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας, τόν «γραμ­μα­τι­κο­συν­τα­κτι­κό φορ­μα­λι­σμό» καί τά συ­να­φῆ, πα­ρα­γνω­ρί­ζον­τας τό ἀ­ναν­τίρ­ρη­το γε­γο­νός ὅ­τι μιά στοι­χει­ώ­δης ἀ­νά­λυ­ση στά ἐ­πί μέ­ρους (ὅ­πως π.χ. ἡ ἐ­κμά­θη­ση τῶν γραμ­μά­των καί τῆς ἀλ­φα­βη­τι­κῆς σει­ρᾶς) εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση γιά νά οἰ­κο­δο­μή­σῃ ὁ μι­κρός μα­θη­τής, στα­δια­κά καί χω­ρίς ἀ­πο­συν­το­νι­στι­κά ἅλ­μα­τα, τήν ἔν­νοι­α τοῦ ὅ­λου.

Φυ­σι­κά, δέν μπο­ρεῖ σέ με­ρι­κές πα­ρα­γρά­φους νά δει­χθῆ καί νά ἀ­να­λυ­θῆ τό ἔγ­κλη­μα πού ἔ­χει δι­α­πρα­χθεῖ –καί ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά δι­α­πράτ­τε­ται– εἰς βά­ρος τῶν παι­δι­ῶν τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ λα­οῦ, μπο­ροῦν ὅ­μως νά γί­νουν κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες, συ­νο­πτι­κές ἐ­πι­ση­μάν­σεις πού ἀ­παν­τοῦν στά κα­τά κό­ρον προ­βαλ­λό­με­να ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τῶν «ἐκ­συγ­χρο­νι­στῶν» τῆς γλωσ­σι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας καί τῆς ἐκ­παί­δευ­σης:

1) Στό σχο­λεῖ­ο μι­λᾶ­με τή γλῶσ­σα, δέν μι­λᾶ­με γιά τή γλῶσ­σα.
Καί μό­νο ἡ ἐ­πι­σή­μαν­ση τοῦ γε­γο­νό­τος ὅ­τι, ὅ­ταν μα­θαί­νου­με στό μι­κρό παι­δί τήν ἀλ­φα­βή­τα, δέν μι­λᾶ­με τήν γλῶσ­σα ἀλ­λά μι­λᾶ­με γιά τήν γλῶσ­σα, ἀρ­κεῖ γιά νά δεί­ξῃ τήν ρη­χό­τη­τα καί τήν κε­νό­τη­τα τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­πο­φάν­σε­ων, βά­σει τῶν ὁ­ποί­ων κα­ταρ­γή­θη­κε – ἐν μέ­ρει ἤ ἐν ὅ­λῳ – ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς γραμ­μα­τι­κῆς, τοῦ συν­τα­κτι­κοῦ ἤ τῆς ὀρ­θο­γρα­φί­ας.

2) Δέν πρέ­πει νά δι­ορ­θώ­νου­με τά γλωσ­σι­κά λά­θη, γιά νά μήν πλη­γώ­νου­με τά παι­διά.
Βά­σει τῆς λο­γι­κῆς αὐ­τῆς, δέν πρέ­πει νά δι­ορ­θώ­νων­ται καί τά λά­θη στήν ἀ­ριθ­μη­τι­κή (π.χ. 2+2= 3), δι­ό­τι ἡ δι­όρ­θω­ση τῶν μα­θη­μα­τι­κῶν λα­θῶν δέν φαί­νε­ται νά πλη­γώ­νῃ λι­γώ­τε­ρο ἀ­π’ αὐ­τή τῶν γλωσ­σι­κῶν.

3) Ἡ ἀ­πο­στή­θι­ση εἶ­ναι πα­πα­γα­λί­α καί πρέ­πει νά ἀ­πο­φεύ­γε­ται.
Ὑ­πάρ­χει μιά οὐ­σι­ώ­δης δι­ά­κρι­ση με­τα­ξύ πα­πα­γα­λί­ας καί ἀ­πο­στή­θι­σης πού σκο­πί­μως δέν γί­νε­ται: Ἡ πα­πα­γα­λί­α εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­μνη­μό­νευ­ση αὐ­τοῦ πού δέν κα­τα­λα­βαί­νου­με (ἑ­πο­μέ­νως ὀρ­θῶς κα­τα­δι­κά­ζε­ται), ἐ­νῶ ἡ ἀ­πο­στή­θι­ση εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­μνη­μό­νευ­ση αὐ­τοῦ πού κα­τα­λα­βαί­νου­με (καί ἑ­πο­μέ­νως εἶ­ναι πολ­λα­πλῶς χρή­σι­μη). Ὁ μα­θη­τής, π.χ., πού δέν ἔ­χει ἀ­πο­στη­θί­σει τήν ἀλ­φα­βή­τα, ἀ­να­κα­λύ­πτει κά­πο­τε ὅ­τι δέν μπο­ρεῖ νά ψά­ξῃ σ’ ἕ­να λε­ξι­κό, ἕ­ναν κα­τά­λο­γο, νά βά­λῃ σέ ἀλ­φα­βη­τι­κή σει­ρά ὀ­νό­μα­τα, κ.λπ. Ἀλ­λά καί ἡ ἀ­πο­στή­θι­ση (στό πλαί­σιο τῶν θε­ω­ρη­τι­κῶν κυ­ρί­ως μα­θη­μά­των) σύν­το­μων ἀ­πο­σπα­σμά­των συ­νε­χοῦς καί συγ­κρο­τη­μέ­νου γρα­πτοῦ λό­γου, προ­σφέ­ρει ἀ­φα­νῶς ἕ­τοι­μες δο­μές καί τρό­πους ἔκ­φρα­σης πού κά­ποι­α στιγ­μή «ἔρ­χον­ται καί μᾶς βρί­σκουν», χω­ρίς πολ­λές φο­ρές νά συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­με τήν ἀρ­χι­κή τους προ­έ­λευ­ση. Ἀρ­κεῖ μό­νο νά σκε­φθοῦ­με ὅ­τι ἡ σύν­θε­ση ἀ­ρι­στουρ­γη­μά­των ὅ­πως τά ὁ­μη­ρι­κά ἔ­πη ὀ­φεί­λει πολ­λά στήν πρα­κτι­κή ἀ­πο­μνη­μό­νευ­σης ὄ­χι μό­νο στε­ρε­ό­τυ­πων ἐκ­φρά­σε­ων ἀλ­λά καί ἐ­κτε­τα­μέ­νων ἀ­πο­σπα­σμά­των συ­νε­χοῦς ποι­η­τι­κοῦ λό­γου, γιά νά χα­μη­λώ­σου­με τούς τό­νους τῆς ἄ­κρι­της καί ἰ­σο­πε­δω­τι­κῆς ἐ­πί­θε­σης ἐ­νάν­τια γε­νι­κῶς στήν ἀ­πο­στή­θι­ση.

4) Αὐ­τό πού ἐν­δι­α­φέ­ρει εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κή / ἐ­πι­κοι­νω­νια­κή χρή­ση καί ὄ­χι ἡ γνώ­ση τῆς γλώσ­σας.
Ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῆς γλώσ­σας δέν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται ἁ­πλῶς στήν πα­ρά­με­τρο τῆς ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κῆς της χρή­σης, ἀλ­λά ἔ­χει πο­λύ εὐ­ρύ­τε­ρους στό­χους στούς ὁ­ποί­ους συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ δό­μη­ση τῆς σκέ­ψης, ἡ ὄ­ξυν­ση τῆς κρί­σης, ἡ συ­ναι­σθη­μα­τι­κή, αἰ­σθη­τι­κή καί ἠ­θι­κή καλ­λι­έρ­γεια, κ.λπ. Ἡ συ­στη­μα­τι­κή π.χ. δι­δα­σκα­λί­α τῆς γραμ­μα­τι­κῆς βο­η­θά­ει τό παι­δί νά βά­λῃ σέ τά­ξη τό χά­ος τῆς γλωσ­σι­κῆς (καί συ­να­κό­λου­θα καί ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε ἄλ­λης) ἐμ­πει­ρί­ας, ἡ συν­τα­κτι­κή ἀ­νά­λυ­ση ἀ­πο­τε­λεῖ στήν οὐ­σί­α ἄ­σκη­ση τοῦ νοῦ στήν ἐ­πί­λυ­ση προ­βλη­μά­των, ἀ­νά­λο­γων πρός αὐ­τά πού θέ­τουν τά μα­θη­μα­τι­κά, κ.λπ. Καί ὅ­πως θά ἦ­ταν πα­ρά­λο­γο νά ζη­τᾶ­με ἀ­πό τούς μα­θη­μα­τι­κούς νά ἀ­σκοῦν τούς μα­θη­τές ἀ­πο­κλει­στι­κά στήν ἐ­πί­λυ­ση μα­θη­μα­τι­κῶν προ­βλη­μά­των σχε­τι­ζό­με­νων ἄ­με­σα μέ τήν κα­θη­με­ρι­νή τους ζω­ή (στήν οὐ­σί­α στίς τέσ­σε­ρις ἀ­ριθ­μη­τι­κές πρά­ξεις), ἔ­τσι εἶ­ναι πα­ρά­λο­γο –ἄν μή ἐγ­κλη­μα­τι­κό– νά θέ­λου­με νά με­τα­τρέ­ψου­με τήν γλωσ­σι­κή δι­δα­σκα­λί­α ἀ­πό πε­δί­ο πο­λύ­πλευ­ρης καί πο­λυ­σή­μαν­της πνευ­μα­τι­κῆς / ἀν­θρω­πι­στι­κῆς καλ­λι­έρ­γειας σέ ἐρ­γα­λεῖ­ο ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σης χρη­σι­μο­θη­ρι­κῶν ἀ­πο­κλει­στι­κά ε­πι­δι­ώ­ξε­ων.
Ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νια­κή δι­δα­σκα­λί­α ἐ­πί τῆ βά­σει «χρη­στι­κῶν» κει­μέ­νων ὅ­πως οἱ συν­τα­γές μα­γει­ρι­κῆς, οἱ δι­α­φη­μί­σεις, τά ἐ­πι­και­ρι­κά, συ­χνά ἀμ­φί­βο­λης ποι­ό­τη­τας, ἄρ­θρα, τά πα­ρα­λο­γο­τε­χνι­κά προ­ϊ­όν­τα μιᾶς χρή­σε­ως κ.λπ., ἀ­πο­σκο­πεῖ νά ἐ­πι­βά­λῃ ὡς μό­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τόν κώ­δι­κα «ἀ­ξι­ῶν» τοῦ με­τα­βι­ο­μη­χα­νι­κοῦ κα­πι­τα­λι­σμοῦ καί νά κα­τα­στή­σῃ δύ­σκο­λη ἕ­ως ἀ­δύ­να­τη τήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῶν νέ­ων ἀν­θρώ­πων μέ τήν γλωσ­σι­κή καί πο­λι­τι­σμι­κή δι­α­χρο­νί­α.

5) Δέν νο­εῖ­ται ὑ­πο­χρε­ω­τι­κή ἐκ­παί­δευ­ση πού νά ἀ­φή­νῃ τά παι­διά στήν ἴ­δια τά­ξη.
Τό ἰ­δε­ο­λό­γη­μα αὐ­τό, βά­σει τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ ἀ­πρό­σκο­πτη προ­α­γω­γή ἀ­πό τά­ξη σέ τά­ξη, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­πι­δό­σε­ων καί μορ­φω­τι­κῶν κε­νῶν, ἔ­χει ἐ­πι­βλη­θεῖ στό δη­μο­τι­κό, εὐ­θύ­νε­ται σέ με­γά­λο βαθ­μό γιά τό τε­ρά­στιο κῦ­μα ἀ­μορ­φω­σιᾶς πού τεί­νει νά κα­τα­κλύ­σῃ ὅ­λες τίς βαθ­μί­δες τῆς ἐκ­παί­δευ­σης. Καί τοῦ­το, για­τί οὔ­τε οἱ μι­κροί μα­θη­τές, οὔ­τε, δυ­στυ­χῶς, πά­ρα πολ­λοί γο­νεῖς, ἔ­χουν τήν ὡ­ρι­μό­τη­τα νά σκε­φθοῦν ὅ­τι τά παι­διά πη­γαί­νουν στό σχο­λεῖ­ο γιά νά μορ­φω­θοῦν κι ὄ­χι γιά νά πά­ρουν ἕ­να χαρ­τί τό ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ νά μήν ἀν­τι­προ­σω­πεύ­η καί τί­πο­τα. Ἀλ­λά τήν ἴ­δια ἀν­τί­λη­ψη ἔ­χουν καί οἱ ἐκ­συγ­χρο­νι­στές παι­δα­γω­γοί μας οἱ ὁ­ποῖ­οι, ὅ­πως δεί­χνει ἡ ὡς ἄ­νω ἀ­πό­φαν­ση, νο­οῦν τήν ὑ­πο­χρε­ω­τι­κή ἐκ­παί­δευ­ση ὄ­χι ὡς ὑ­πο­χρε­ω­τι­κή μόρ­φω­ση, ἀλ­λά ὡς ὑ­πο­χρε­ω­τι­κή προ­α­γω­γή ἀ­πό τά­ξη σέ τά­ξη.

Κι ἐ­νῶ πο­ζά­ρουν ὡς ὑ­πε­ρα­σπι­στές τῶν ἀ­δυ­νά­των, τῶν ἀ­σθε­νέ­στε­ρων οἰ­κο­νο­μι­κά στρω­μά­των, εἶ­ναι αὐ­τοί στήν οὐ­σί­α πού τά κα­τα­δι­κά­ζουν μέ τήν μή ἀ­να­πλή­ρω­ση τῶν μορ­φω­τι­κῶν κε­νῶν, τῶν συσ­σω­ρευ­ό­με­νων ἀ­πό τά­ξη σέ τά­ξη, στήν πιό βάρ­βα­ρη σκλα­βιά, αὐ­τήν τῆς ἀ­μορ­φω­σιᾶς καί τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἐ­ξα­θλί­ω­σης πού ἡ ἀ­που­σί­α μορ­φω­τι­κῶν προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων συ­νε­πά­γε­ται.
Πρός τήν ἴ­δια κα­τεύ­θυν­ση δρᾶ καί ἕ­νας, εἰ­σηγ­μέ­νος ἀ­πό τούς ἴ­διους, χω­ρίς ὅ­ρους καί ὅ­ρια παι­δα­γω­γι­κός «νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός», ὁ ὁ­ποῖ­ος, πα­τῶν­τας πά­νω στόν ὑ­παρ­κτό αὐ­ταρ­χι­σμό καί τό ἀ­κραῖ­α φρο­νη­μα­τι­στι­κό πνεῦ­μα τῆς πα­λαι­ᾶς παι­δεί­ας, κα­τά­φε­ρε νά πε­ρά­σῃ στό ἄλ­λο ἄ­κρο, αὐ­τό τῆς χω­ρίς ὅ­ρια «ἀν­τι­α­πα­γο­ρευ­τι­κῆς» ἀ­συ­δο­σί­ας, πού, κα­ταρ­γῶν­τας τούς ὅ­ποι­ους στοι­χει­ώ­δεις κα­νό­νες κοι­νω­νι­κῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς, τίς ὅ­ποι­ες ἠ­θι­κές ἀ­να­στο­λές, στό ὄ­νο­μα τῆς «ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σης» τῆς ἀ­το­μι­κῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας, ἀ­να­πα­ρά­γει ἤ­δη σέ μα­ζι­κή κλί­μα­κα φαι­νό­με­να ἀν­τι­κοι­νω­νι­κῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς καί ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κοῦ ἀ­μο­ρα­λι­σμοῦ.

Ἀλ­λά ἔ­τσι ὅ­πως οἱ «φι­λε­λεύ­θε­ρες» δι­α­κη­ρύ­ξεις ἐ­πε­κτά­θη­καν καί σέ ζη­τή­μα­τα γνώ­σης (πρβλ. τήν φι­λο­λο­γί­α πε­ρί «ἐ­λεύ­θε­ρης» πρό­σβα­σης ὅ­λων παν­τοῦ, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἀ­ξί­ας καί προ­σπά­θειας, κα­τάρ­γη­σης παν­τός εἴ­δους ἐ­ξε­τα­στι­κῶν «φραγ­μῶν» κ.λπ.­), θά ‘λε­γε κα­νείς πώς δέν χρει­ά­ζε­ται πιά καί πο­λύ μυα­λό γιά νά κα­τα­λά­βῃ κα­νείς μέ ποι­ούς εὔ­σχη­μους τρό­πους ἡ με­τα­μον­τέρ­να νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη λαί­λα­πα γυ­ρεύ­ει νά ὑ­πο­νο­μεύ­σῃ στήν πρά­ξη τήν ὑ­πό­θε­ση τῆς οὐ­σι­α­στι­κῆς μόρ­φω­σης καί καλ­λι­έρ­γειας τῶν νέ­ων ἀν­θρώ­πων.

Γι’ αὐ­τό καί ἡ ἀ­πο­ρί­α γιά τήν συμ­πε­ρι­φο­ρά τῆς ἀ­ρι­στε­ρᾶς, ἡ ὁ­ποί­α συ­να­γω­νί­ζε­ται τά ΜΜΕ σέ λα­ϊ­κι­σμό με­τα­μον­τέρ­νας κο­πῆς: Ἔ­χουν προ­σχω­ρή­σει τό­σο πο­λύ στήν κα­πι­τα­λι­στι­κή λο­γι­κή ἤ ἁ­πλῶς τούς ἔ­πια­σαν «κώ­τσους»; Μα­κά­ρι νά συμ­βαί­νῃ τό δεύ­τε­ρο.

*Κα­θη­γη­τῆ Μ.Ε.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek