του Γιώργου Ρακκά
Η σύμπτωση συμφερόντων μεταξύ Τραμπ και βαρόνων της Τεχνητής Νοημοσύνης διαθέτει έντονο ιδεολογικό υπόβαθρο. Σηματοδοτεί ταυτοχρόνως μια ιστορική απομάκρυνση από τον «ψηφιακό υπερφιλελευθερισμό», ενώ την ίδια στιγμή αρδεύεται από παλαιότερες, αλλά υπαρκτές και ενεργές, ιδεολογικές και πολιτικές παραδόσεις.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, διανοούμενοι και πολιτικοί που συνδέονται με το ευρύτερο κλίμα και πνεύμα της διακυβέρνησης Ρήγκαν θα αναδείξουν τη ρηξικέλευθη τεχνο-επιχειρηματικότητα της Σίλικον Βάλεϊ, διαβλέποντας σε αυτήν μια δυνατότητα εξόδου από το τέλμα και τα αδιέξοδα της αποβιομηχάνισης.
O Τζορτζ Γκίλντερ, έντονα συντηρητικός και υπερελευθεριακός στην οικονομική του θεώρηση, ανακηρυγμένος το 1974 σε «ανδρικό σοβινιστικό γουρούνι της χρονιάς» από την Εθνική Ένωση Γυναικών, αναδεικνύεται μέσα στη δεκαετία του 1980 σε ευαγγελιστή της Σίλικον Βάλεϊ και της επιχειρηματικής της κουλτούρας. Σύμφωνα με τον Γκίλντερ, το επιχειρείν στον κλάδο της τεχνολογίας αποκαθιστά το πρότυπο «των ανδρών που κερδίζουν το ψωμί τους» ενάντια στη «θηλυκοποίηση» του κοινωνικού κράτους και της κουλτούρας του «ωφελούμενου». Σε μια ιδιότυπη επικαιροποίηση της προτεσταντικής ηθικής, οι επιχειρηματίες της τεχνολογίας είναι γι’ αυτόν τα πιο ηθικά και φιλάνθρωπα στοιχεία της οικονομίας: ρισκάρουν την ανάπτυξη προϊόντων δίχως να έχουν εξασφαλισμένη την επιστροφή των χρημάτων που επενδύουν, και εφ’ όσον πετύχουν επενδύουν εκ νέου το κέρδος τους στην οικονομία. Για τον Γκίλντερ, οι επιχειρηματίες της τεχνολογίας είναι οι άνθρωποι «που γνωρίζουν τους κανόνες του κόσμου και τους νόμους του Θεού»[1].
Το παράδοξο με τις θέσεις του Γκίλντερ είναι ότι αντανακλούσαν την άνοδο μιας γενιάς τεχνολόγων και επενδυτών που κινούνται στον αντίποδα του δικού του συντηρητισμού, σαφώς επηρεασμένοι από την αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960 και τις θεματικές της αυτοπραγμάτωσης. Μολονότι συμβαίνει αυτό, εντούτοις υπάρχει ταυτόχρονα και μια παράλληλη σύγκλιση σε ένα άλλο επίπεδο: ο Πήτερ Τηλ αποθεώνει στο Από το 0 στο 1 τον Τζομπς για την εικονοκλαστικότητα και τη βουλησιαρχία του, που ανακαλεί το πνεύμα της εποποιίας της Άγριας Δύσης στα τέλη του 19ου αιώνα.
Η Σίλικον Βάλεϊ είναι διαποτισμένη με αυτήν τη σύγκριση των τεχνικών της επιτευγμάτων με την κατάκτηση της αμερικανικής Δύσης. Και ιστορικά. Επηρεασμένος από την επιτυχία του Manhattan Project, ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούσβελτ παραγγέλνει προς το τέλος της θητείας του στον «στρατηγό των επιστημόνων», συντονιστή του Γραφείου Επιστημονικής Έρευνας και Ανάπτυξης, Βίννεβαρ Μπους, μια έκθεση για το πώς θα μπορούσε να δοθεί συνέχεια στην κολοσσιαία συσπείρωση επιστημονικών και τεχνικών δεξιοτήτων για την αμερικανική τεχνική και επιστημονική υπεροχή. Ο Μπους, που σε πρότερες επιστημονικές του δημοσιεύσεις οραματίζεται αυτόματα και μηχανές που αποθηκεύουν και ανακαλούν «δημιουργικά» τη γνώση που είναι συσσωρευμένη σε αρχεία και βιβλιοθήκες, γράφει μια έκθεση με τίτλο «Η επιστήμη, το αδιάκοπο σύνορο»[2].
Tο 1893, ο Φρέντερικ Τζάκσον Τέρνερ δημοσιεύει το έργο του Η Σημασία του Συνόρου στην Αμερικανική Ιστορία[3]. Τρία χρόνια πριν, το Αμερικανικό Γραφείο Απογραφών έχει ανακηρύξει τη σταθεροποίηση των συνόρων των ΗΠΑ και ο Τέρνερ με το έργο του αναδεικνύει την κεντρική σημασία που διαδραματίζει η έννοια του μεταβαλλόμενου συνόρου στη διαμόρφωση του αμερικανικού χαρακτήρα. Ορισμένα από τα κεντρικά του γνωρίσματα είναι η τάση για διαρκή επέκταση και μόνιμη επανευφεύρεση του εαυτού και του κόσμου, ένας ριζικός ατομικισμός που αμφισβητεί θεσμούς και γραφειοκρατίες, με έμφαση στον πρακτικό νου και την υποτίμηση της αυθεντίας.
Η Σίλικον Βάλεϊ έχει ενσωματώσει στη δική της κοσμοαντίληψη όλα αυτά τα στοιχεία[4]. Αυτή τη φορά το σύνορο δεν αφορά στη γεωγραφία, αλλά στα όρια της ανθρώπινης γνώσης, την αναζήτηση της υπερνοημοσύνης, ή, με έναν ακόμα πιο μεσσιανικό τόνο, «το τέλος του Homo Sapiens και την έλευση του Homo Deus», όπως το θέτει ο Γιουβάλ Νόα Χαράρι, μέσα από τη διεπαφή ανθρώπου-μηχανής και την έλευση του Cyborg[5].
Βέβαια, όπως και η εποποιία της Άγριας Δύσης ήταν επί της ουσίας κατάκτηση, και συνεπαγόταν τη γενοκτονία των Ινδιάνων, τον πυρετό του Χρυσού, αλλά και την ασύδοτη εταιρειοκρατία των τελών του 19ο– αρχών του 20ού αιώνα, έτσι και η ανάδυση της Τεχνητής Νοημοσύνης διαθέτει τα δικά της «σκοτεινά δωμάτια».
Η Κέιτ Κρόφορντ, στο βιβλίο της ο Άτλας της ΤΝ: εξουσία, πολιτική, και το πλανητικό κόστος της τεχνητής νοημοσύνης, επιδιώκει να καταρρίψει τον μύθο της τεχνητής νοημοσύνης ως μιας άυλης, καθαρής τεχνολογίας «σκεπτόμενων» υπολογιστικών νεφελωμάτων. Την παραλληλίζει μάλιστα με «χωριό Ποτέμκιν», καθώς πίσω της κρύβονται η κινητοποίηση άπειρης ανθρώπινης εργασίας ή η λεηλασία περιβαλλοντικών πόρων, αρχής γενομένης από τις σπάνιες γαίες που απαιτούνται για την παραγωγή των επεξεργαστών και των μικροτσίπ[6].
Ίσως η χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτής της αμφισημίας είναι η περίπτωση της εταιρείας που λάνσαρε το Chat GPT. H ΟPEN AI ιδρύθηκε ως μη κερδοσκοπική εταιρεία (sic) με σκοπό την προαγωγή του ηθικού και δεοντολογικού ελέγχου ενόψει της επίτευξης Γενικής Τεχνητής Νοημοσύνης (ΓΤΝ). Στην πράξη λάνσαρε το πρώτο μαζικό προϊόν που την προσομοιώνει, σε μια κούρσα με τους ανταγωνιστές της, όπου παραβιάστηκαν όλες οι αρχές που υποτίθεται ότι θα υπεράσπιζε.
Η έλευση του Chat GPT, και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα που εφεξής επιτάθηκε, εκτόξευσε τις ανάγκες της ΤΝ σε πόρους. Ως προς την κατανάλωση ενέργειας, συνέβη ένας δεκαπλασιασμός της κλίμακας: ενώ πριν την έλευση των Chatbots, τα data centers είχαν κατά μέσο όρο δυναμικότητα 150 MW, ενέργεια ίση με την ετήσια κατανάλωση 120 χιλ. νοικοκυριών στις ΗΠΑ, η νέα γενιά μεγακέντρων προβλέπεται να είναι δυναμικότητας 1.000-2.000 ΜW.
Εν τω μεταξύ, η βουλιμία των μοντέλων αυτών για τα δεδομένα που απαιτεί η εκπαίδευσή της, οδηγεί σε συστηματικές παραβιάσεις της πνευματικής ιδιοκτησίας –το Chat GPT σε πρωιμότερες εκδόσεις του θα εκπαιδεύεται με τα αρχεία της βάσης δεδομένων Library Genesis, που περιλαμβάνει εκατοντάδες χιλιάδες κλεμμένα βιβλία και επιστημονικές δημοσιεύσεις.
Προκειμένου δε να αποφευχθούν σοβαρές ηθικές και δεοντολογικές παραβιάσεις περιεχομένου, προστέθηκαν δικλείδες ανθρώπινης επίβλεψης για την παραγωγή ανάρμοστου υλικού από την πλατφόρμα, που τη διεκπεραίωναν εργολαβικές εταιρείες σε εργασιακά κάτεργα χωρών όπως η Κένυα, με αμοιβές που κυμαίνονται μεταξύ των 1,75$-3,5$ την ώρα[7].
Το χειρότερο όμως αφορά την ίδια τη λειτουργία της εφαρμογής. Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα είναι «στοχαστικοί παπαγάλοι»[8], λειτουργούν λαμβάνοντας υπόψη όλο το σχετικό απόθεμα γραπτού λόγου που διατίθεται (περισσότερο ή λιγότερο ελεύθερα) στο διαδίκτυο, προβλέποντας στατιστικά την επόμενη λέξη από την προηγούμενη. Αυτό σημαίνει ότι παράγουν συνθετικό υλικό ληστεύοντας την πνευματική εργασία όλων μας, καθώς πια τη διαθέτουμε ελευθέρως στο διαδίκτυο.
Ο Σαμ Άλτμαν έχει γνώση της απόστασης μεταξύ θεωρίας και πράξης που χαρακτηρίζει την εταιρεία. Ωστόσο ομολογεί ότι η τεράστια συσσώρευση πόρων, κεφαλαίων και εργαζόμενων υψηλής ειδίκευσης δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί εάν μιλούσαμε για μια «απλή» εταιρεία με σκοπό το κέρδος. «Οι πιο επιτυχημένοι ιδρυτές», γράφει στο ιστολόγιό του το 2013, «δεν ξεκινούν για να ιδρύσουν εταιρείες, αλλά κάτι πολύ ευρύτερο, που μοιάζει με θρησκεία, ενώ στην πορεία αποκαλύπτεται ότι η ίδρυση μιας εταιρείας είναι ο ευκολότερος τρόπος για να πετύχεις κάτι τέτοιο»[9].
Ο Άλτμαν έχει εμμονή με τον Οπενχάιμερ και την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Γεννήθηκαν στην ίδια ημερομηνία και, από την πρώτη στιγμή της ίδρυσης της εταιρείας του, την παρομοιάζει με το Μανχάταν Πρότζεκτ. Εδώ, η αμφισημία αλλάζει επίπεδο, γίνεται μετάπτωση μεταξύ μεγαλείου και καταστροφής.
Ο μηχανικός και συνιδρυτής της OPEN AI, Ίλια Σάτσκεβερ, είναι ένας από τους επιδραστικότερους ζώντες μηχανικούς της επιστήμης των υπολογιστών και οι δημοσιεύσεις του βρίσκονται στις κορυφαίες θέσεις της λίστας με τις περισσότερες ετεροαναφορές. Αποχωρεί από την OPEN AI συγκρουόμενος με τον Άλτμαν, το 2024, και επικαλούμενος ζητήματα ασφαλείας. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια μάχη για τον έλεγχο και την εξουσία.
Προτού αποχωρήσει ο αρκετά εκκεντρικός Σάτσκεβερ, είχε μεταβάλει την αναζήτηση της Γενικής Τεχνητής Νοημοσύνης σε ένα είδος μυστικιστικής δοξασίας. Στις εκδρομές που οργανώνει η εταιρεία για τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ του προσωπικού, έφτασε να φέρνει ξόανα και να προσεύχεται σε αυτά καλώντας τους παρευρισκόμενους να «νιώσουν τη Γενική Τεχνητή Νοημοσύνη». Ταυτόχρονα πίστευε ότι, τη στιγμή που θα την εφεύρουν και θα την ενεργοποιήσουν, θα πρέπει να κρυφτούν στα καταφύγια. Ο Σάτσκεβερ είναι, στην ορολογία της Σίλικον Βάλεϊ, ταυτόχρονα «boomer» και «doomer», οπαδός της τεχνολογικής επιτάχυνσης και την ίδια στιγμή προφήτης του κατακλυσμού που αυτή θα προκαλέσει.
Από τη μεγαμηχανή στον ψηφιακό φιλελευθερισμό
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1940, οπότε και η δημιουργία «σκεπτόμενων μηχανών» καθίσταται εθνικό τεχνοεπιστημονικό πρότζεκτ για τις ΗΠΑ, η ανάπτυξη τής πληροφορικής ενισχύεται από αντιτιθέμενα μεταξύ τους πολιτικά και ιδεολογικά αφηγήματα.
Μέχρι τη δεκαετία του 1970, το εκκρεμές κλίνει προς αυτό που ο Λούις Μάμφορντ αποκαλεί «μεγαμηχανή»: την τεχνολογία ως βάση διαμόρφωσης ιεραρχικών κοινωνικοτεχνικών συστημάτων μεγάλης κλίμακας, όπου διαπλέκονται η στρατιωτική ισχύς, η γραφειοκρατία και η επιστημονική/τεχνική γνώση. Οι «υδραυλικές κοινωνίες» της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας αντιπροσωπεύουν τα κατ’ εξοχήν αρχέτυπα μεγαμηχανής για τον Μάμφορντ. Με τις πυραμίδες και τα ζιγκουράτ να αντιπροσωπεύουν μνημεία, όπου επί της ουσίας λατρεύεται η δυνατότητα σχεδιασμού και κολοσσιαίας κινητοποίησης ανθρώπων από το συγκεντρωτικό καθεστώς.
Μεταπολεμικά, το «πυρηνικό κράτος» αποτελεί για τον Μάμφορντ τη νεότερη εκδοχή αυτού του τύπου εξουσίας, που πια οργανώνεται μέσω ενός «πενταγώνου της ισχύος»: συγκεντρωτική πολιτική εξουσία, στρατιωτική ισχύς, τεχνοεπιστήμη, βιομηχανική-τεχνική παραγωγή και διοικητική γραφειοκρατική οργάνωση αποτελούν τις αιχμές αυτού του σχήματος[10].
Μέχρι τη δεκαετία του 1970 περίπου, το αμερικανικό κράτος δεσμεύει τεράστιους πόρους προς την κατεύθυνση αυτή. Η δε έρευνα και εφαρμογές που αναπτύσσονται είναι πάντοτε «διπλής χρήσης», στρατιωτικής και πολιτικής, οπωσδήποτε όμως εγγράφονται στον αγώνα για επικράτηση κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Η Σίλικον Βάλεϊ, ως εντοπισμένος κόμβος καινοτομίας, είναι τέκνο κρατικής-στρατιωτικής πρωτοβουλίας, ενός «επιχειρηματικού κράτους», όπως το αποκαλεί η Μαριάννα Ματσουκάτο[11], που κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1950 καθιερώνει ένα τεχνολογικό πάρκο πανεπιστημιακών ερευνητικών μονάδων και επιχειρήσεων εντός του πανεπιστημίου του Στάνφορντ. Μέχρι το 1955, χάρη στα κρατικά κεφάλαια από τα προγράμματα του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, η βιομηχανία ηλεκτρονικών φτάνει να έχει ετήσιο τζίρο 8 δισ.$, και τον 3ο μεγαλύτερο κύκλο εργασιών στις ΗΠΑ, μετά την αυτοκινητοβιομηχανία και τη χαλυβουργία[12].
Η κατεύθυνση αυτή θα εκτραπεί προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960, και καθοριστικό ρόλο σε αυτό θα διαδραματίσει το κίνημα του 1968, με την πολιτιστική επανάσταση και την αντικουλτούρα του. Αφ’ ενός άμεσα, καθώς το αντιπολεμικό κίνημα στο Βιετνάμ δραστηριοποιείται εντόνως στα πανεπιστημιακά ιδρύματα ενάντια στο επιστημονικό-βιομηχανικό-στρατιωτικό σύμπλεγμα, με προπύργιο πανεπιστήμια όπως το Μπέρκλεϊ[13]. Εγκαινιάζεται, επομένως, μια τεράστια συζήτηση για την αυτονόμηση του συμπλέγματος αυτού, την ανάγκη ώστε οι κατευθύνσεις της τεχνολογίας και οι εφαρμογές της να υπαχθούν σε εκδημοκρατισμό και κοινωνικό έλεγχο.
Αφ’ ετέρου έμμεσα, εξίσου όμως καθοριστικά μεσομακροπρόθεσμα, διότι οι νέες γενιές τεχνολόγων και μηχανικών διαποτίζονται από την πολιτιστική επανάσταση των τελών της δεκαετίας του 1960, οπότε εισάγουν αντιλήψεις και μια ιδεολογία που αλλάζει τις κατευθύνσεις και τα χαρακτηριστικά της ίδιας της τεχνικής προόδου.
Υπό το βάρος αυτής της μεταστροφής, η πληροφορική, η ρομποτική, οι προηγμένες επικοινωνίες, από εθνική ψυχροπολεμική στρατηγική, μεταβάλλονται σε πρότζεκτ ενδυνάμωσης της ατομικής αυτονομίας, εμπνευσμένου από τα αιτήματα αυτοπραγμάτωσης και «πολιτικής της επιθυμίας» που αφήνει πίσω της καθώς εκπνέει το κίνημα του 1968. Το 1972, ένα άρθρο στο περιοδικό Ρόλινγκ Στόουν εξυμνεί την κουλτούρα των χάκερ που ξεπηδάει από το Εργαστήριο Τεχνητής Νοημοσύνης του πανεπιστημίου του Στάνφορντ και χαιρετίζει την έλευση των προσωπικών υπολογιστών: «Οι υπολογιστές έρχονται στον λαό. Και αυτό είναι καλά νέα, τα καλύτερα μετά την έλευση της ψυχεδέλειας»[14].
Η ανάδυση του προσωπικού υπολογιστή είναι όντως η πιο αντιπροσωπευτική στιγμή αυτής της μεταστροφής. Και δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστική φιγούρα που να την ενσαρκώνει από τον Στήβ Τζομπς της Apple. To Mac και, αργότερα, τα ipods, iphone και ipad που λανσάρει ο Τζομπς σφραγίζουν μια ολόκληρη εποχή. Την πρώτη, αισιόδοξη περίοδο της παγκοσμιοποίησης, την οποία ο Μπέντζαμεν Μπάρμπερ αποκαλεί «Κόσμο των Mac»[15].
Πολύ περισσότερο από τεχνολογικά προϊόντα, τα προϊόντα της Apple είναι σύμβολα πολιτιστικής τοποθέτησης: «Πολύ λίγες άλλες εταιρείες ή οι ηγέτες τους –ίσως κανείς– δεν διέθετε το θάρρος και τη λαμπρή τόλμη να συνδέσουν το εμπορικό τους σήμα με τον Γκάντι, τον Αϊνστάιν, τον Πικάσο και τον Δαλάι Λάμα· ο Τζομπς κατάφερε να ενθαρρύνει τους ανθρώπους να ορίζουν τον εαυτό τους ως αντικομφορμιστές, δημιουργικούς και καινοτόμους “επαναστάτες” απλώς μέσω του υπολογιστή που χρησιμοποιούσαν»[16].
Ο Τζομπς προσεγγίζει τον προσωπικό υπολογιστή περισσότερο σαν «ποδήλατο για το μυαλό». Υπό το βάρος της κριτικής που ασκεί το κίνημα της δεκαετίας του 1960 στην τεχνοεπιστήμη με την προβληματική της «μηχανοποίησης του ανθρώπου», η στόχευση αντιστρέφεται και πλέον το πολιτικό αίτημα που περνάει και μέσα στις κατευθύνσεις της έρευνας και της καινοτομίας είναι ο «εξανθρωπισμός των μηχανών». Υπό αυτήν την έννοια, οι προσπάθειες στρέφονται στην επαύξηση της ανθρώπινης νοημοσύνης, στην ενίσχυση της επικοινωνίας, τη διασύνδεση κ.ο.κ. Αυτή η εξέλιξη αντικατοπτρίζεται παραστατικά στην ανάδυση του παγκόσμιου διαδικτύου: από τεχνολογία διασύνδεσης στρατιωτικών τερματικών μεταβλήθηκε σε ένα γιγάντιο εγχείρημα επικοινωνίας, διασύνδεσης και γνωσιακού διαμοιρασμού[17].
Με λίγα λόγια, οι νέες τεχνολογίες μεταβάλλονται σε γκάτζετ του αναδυόμενου επιτρεπτικού και καταναλωτικού καπιταλισμού. Η παρουσία τους δίνει μια τεχνο-ουτοπιστική προοπτική σε αυτή τη ρηξικέλευθη και εξόχως επιδραστική πολιτική σύνθεση ανάμεσα στον νεοφιλελευθερισμό της Δεξιάς και την πολιτιστική χειραφέτηση της νέας Αριστεράς[18] που βρίσκεται στη βάση του: «Στους τεχνοκρατικούς κύκλους των τελών του 20ού αιώνα, οι οποίοι αναδύθηκαν από την αντικουλτούρα του 1960 και του 1970, τα μόντεμ αντιπροσωπεύουν κάτι σαν τις πύλες του παραδείσου [ ] οι ηγέτες της ψηφιακής κουλτούρας πίστεψαν ότι το διαδίκτυο μπορεί να εγκαινιάσει έναν νέο κόσμο αρμονίας μεταξύ των ανθρώπων και του περιβάλλοντος. Μια νέα ομότιμη κοινωνία θα προωθούσε τη συλλογική απελευθέρωση και την υπέρβαση των παραδοσιακών ιεραρχιών»[19].
Σε αυτό το κλίμα, μια σειρά «επαναστατικών προϊόντων» καθιερώνονται στην καθημερινή μας ζωή –προσωπικός υπολογιστής, διαδίκτυο, και έπειτα τάμπλετ, έξυπνα τηλέφωνα, μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή «διαδίκτυο των πραγμάτων». Με την εντυπωσιακή μαζικοποίηση της χρήσης τους, ο κόσμος «επαυξάνει», γίνεται ταυτοχρόνως πραγματικός και ψηφιακός. Η διασύνδεση ενοποιεί κυριολεκτικά τον πλανήτη και, ως συνέπεια της ψηφιακής δραστηριότητας, όπου δισεκατομμύρια άτομα επιδρούν και αλληλεπιδρούν, παράγεται ένα σύμπαν δεδομένων, τα οποία καθιστούν εφικτή την ποσοστικοποίηση κάθε πτυχής του ανθρώπινου βίου, συλλογικής ή ατομικής. Είναι το φαινόμενο που σκιαγραφεί ο φιλόσοφος Ερίκ Σαντέν με τον όρο «Σιλικονοποίηση του κόσμου»[20]: η σύνθεση υψηλών τεχνολογιών και επιτρεπτικού καπιταλισμού οδήγησε στην ανάδυση ενός ψηφιακού φιλελευθερισμού, ο οποίος αποικιοποίησε ολόκληρο τον πλανήτη.
Με τη χρήση των κατάλληλων αλγορίθμων, επαναστατικοποιούνται όχι μόνον οι δυνατότητες επιτήρησης[21], αλλά και οι δυνατότητες προσομοίωσης διαφόρων πλευρών της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η εμφάνιση των μεγαδεδομένων επέτρεψε την ενίσχυση της Μηχανικής Μάθησης και των Πολύπλοκων Νευρωνικών Δικτύων, επιτρέποντάς τους να υπερβούν κρίσιμα αδιέξοδα που είχε συναντήσει ο πρώτος κύκλος ανάπτυξης της ΤΝ. Η πρώιμη προσέγγιση βασιζόταν κυρίως σε συστήματα κανόνων και συμβολικό προγραμματισμό, ενώ η νεότερη φάση στηρίχθηκε στη στατιστική εκπαίδευση σε μεγάλους όγκους δεδομένων. Σε συνδυασμό με την αύξηση της υπολογιστικής ισχύος και τις αλγοριθμικές καινοτομίες, η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στην υπέρβαση του λεγόμενου «χειμώνα της ΤΝ» και έθεσε τις βάσεις για τη ραγδαία ανάπτυξη των τεχνολογιών της κατά τα τελευταία χρόνια[22].
Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.
[1] Alex Hern and Nadeem Badshah, «Silicon Valley’s rightwing technofascism: how the libertarian dream became a political nightmare», The Guardian, 29 Ιανουαρίου 2025, www.theguardian.com/technology/ng-interactive/2025/jan/29/silicon-valley-rightwing-technofascism.
[2] Margaret O’ Mara, The Code: Silicon Valley and the Remaking of America, Penguin Press, Νέα Υόρκη 2019.
[3] Frederick Jackson Turner, The Frontier in American History, Henry Holt and Company, Νέα Υόρκη 1920.
[4] Malcolm Harris, Palo Alto: A History of California, Capitalism, and the World, W.W. Norton & Company, Νέα Υόρκη 2021.
[5] Yuval Noah Harari, Homo Deus. Μια σύντομη ιστορία του Μέλλοντος, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2017. Και Γιώργος Καραμπελιάς (επιμ.), «Η εποχή του Μετανθρώπου», αφιέρωμα στο Άρδην, τ. 24, Μάρτιος – Απρίλιος 2000.
[6] Kate Crawford, Atlas of AI: Power, Politics, and the Planetary Costs of Artificial Intelligence, CT: Yale University Press, Νιού Χέηβεν 2021
[7] Karen Hao, Empire of AI: Dreams and Nightmares in Sam Altman’s OpenAI, Penguin Press, Νέα Υόρκη 2025.
[8] Emily M. Bender, Timnit Gebru, Angelina McMillan-Major, and Shmargaret Shmitchell, “On the Dangers of Stochastic Parrots: Can Language Models Be Too Big?,” στο Proceedings of the 2021 ACM Conference on Fairness, Accountability, and Transparency, 3-10 Μαρτίου 2021, 610-623, https://doi.org/10.1145/3442188.344592.
[9] Αναφέρεται στο Karen Hao…, ό.π.
[10] Lewis Mumford, The Myth of the Machine, 2 τόμοι, Harcourt Brace Jovanovich, Νέα Υόρκη 1967 & 1970.
[11] Mariana Mazzucato, Το επιχειρηματικό κράτος. Ανατρέποντας μύθους, μτφρ. Παπαζαχαρίου Πέτρος, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2015.
[12] Margaret O’Mara, The Code: Silicon Valley and the Remaking of America, Penguin Press, Νέα Υόρκη 2019.
[13] Γιώργος Καραμπελιάς (συλλογικό), The Movement: Το Αμερικανικό ’68, Εκδόσεις Κομμούνα, Αθήνα 1988.
[14] Αναφέρεται στο Roberto J. González, «The Rise of the Techno-Tyrants: Silicon Valley’s right-wing past, present and future», Transnational Institute, 3 Φεβρουαρίου 2026, https://www.tni.org/en/article/the-rise-of-the-techno-tyrants
[15] Benjamin R. Barber, Ο κόσμος των Mc κόντρα στην Τζιχάντ: Η παγκοσμιοποίηση και ο φονταμενταλισμός – εχθροί της δημοκρατίας και της ελευθερίας, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002.
[16] Walter Isaacson, Steve Jobs, Simon & Schuster, Νέα Υόρκη 2011, σελ. 332.
[17] John Markoff, Machines of Loving Grace: The Quest for Common Ground Between Humans and Robots, Ecco, Νέα Υόρκη 2015.
[18] Για τη σύνθεση νεοφιλελευθερισμού και μιας ελευθεριακής τάσης που θα ξεπηδήσει από τη νέα αριστερά και τον Μάιο του 1968, βλ. Ζαν Κλωντ Μισέα, Τα μυστήρια της Αριστεράς. Από το ιδεώδες του διαφωτισμού στον θρίαμβο του απόλυτου καπιταλισμού, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2014 και Dany-Robert Dufour, «Η French Theory ως τέχνασμα της μεταμοντέρνας ιστορίας» στο Γιώργος Καραμπελιάς (επίμ.), Η φιλοσοφία του Woke, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2024.
[19] Robert M. Geraci, Apocalyptic AI. Visions of heaven in robotics, artificial intelligence, and virtual reality, Oxford University Press, Νέα Υόρκη 2010.
[20] Éric Sadin, La silicolonisation du monde: L’irrésistible expansion du libéralisme numérique, L’ Échappée, Παρίσι 2016.
[21] Soshana Zuboff, Η εποχή του κατασκοπευτικού καπιταλισμού: Ο αγώνας για ένα ανθρώπινο μέλλον στο μεταίχμιο της νέας εξουσίας, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2019.
[22] Brian Christian, Το πρόβλημα της ευθγράμμισης. Τεχνητή Νοημοσύνη και ανθρώπινες αξίες, Εκδόσεις Ροπή, Αθήνα 2024.
