Άρδην τ. 50-59, Άρδην τ.58, Αφιερώματα, Περιοδικό Άρδην, Πολιτική, Σόρος και νεοθωμανοί

Τα εγχειρίδια του JHP

Συγγραφέας:

Τάσος Χατζηαναστασίου*

Άρδην τ. 58
Τα τέσσερα βιβλία που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο του προγράμματος αφορούν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καθώς και τα «Έθνη και Κράτη στη Ν.Α. Ευρώπη». Έχουν γραφτεί κατ’ αρχάς στα αγγλικά και έχει αρχίσει η μετάφρασή τους σε πολλές γλώσσες των ενδιαφερόμενων χωρών. Δεν πρόκειται για μια «εναλλακτική» εξιστόρηση της Ιστορίας των λαών της Ν.Α. Ευρώπης, αλλά για την επιλογή και δημοσίευση πηγών από διάφορες χώρες. Οι πηγές καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα πολιτικών, στρατιωτικών, κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών, ακόμη και ιδιωτικών, πλευρών της νεότερης Ιστορίας της Ν.Α. Ευρώπης. Προηγείται μια εισαγωγή, ενώ τις πηγές συνοδεύουν ερωτήσεις και εικόνες, όπως συμβαίνει και στα σχολικά εγχειρίδια.
Τα εγχειρίδια αυτά απευθύνονται στους καθηγητές της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και θα κυκλοφορήσουν σε όλες τις γλώσσες των χωρών στις οποίες απευθύνεται το πρόγραμμα, σε συνολικό τιράζ 15.000 αντιτύπων. Επιπλέον, 3.000 αντίτυπα θα δοθούν και στις υπόλοιπες ομάδες που αναφέραμε παραπάνω.
Η συγγραφή τους πραγματοποιήθηκε με βάση συναντήσεις και σεμινάρια που είχαν τα αντίστοιχα με τα εγχειρίδια θέματα. Έτσι, η προκαταρκτική εργασία για το πρώτο εγχειρίδιο (για την Οθωμανική Αυτοκρατορία) πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη1, τον Ιούλιο του 2003. Αντιστοίχως, τα υπόλοιπα εγχειρίδια υπήρξαν αντικείμενο συναντήσεων στο Βουκουρέστι (Νοέμβριος 2003), στην Κύπρο (Φεβρουάριος 2003) και στο Ζάγκρεμπ (Σεπτέμβριος 2003).
Εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να υπάρχει τίποτα το μεμπτό. Οι πηγές που δημοσιεύονται παρουσιάζουν οπωσδήποτε ενδιαφέρον για τον ειδικό ερευνητή αλλά και για όποιον ενδιαφέρεται για θέματα Ιστορίας των Βαλκανίων κυρίως. Η όλη πρωτοβουλία επιχειρείται να παρουσιαστεί ως αυστηρά επιστημονική, ενισχυμένη με ακαδημαϊκό κύρος. Αμέσως-αμέσως όμως γεννιούνται και οι πρώτες αμφιβολίες. Πώς δηλαδή να πειστεί κάποιος για την αγαθότητα των προθέσεων όσων πήραν αυτήν την πρωτοβουλία όταν: α) η χρηματοδότηση προέρχεται είτε από ιδρύματα και επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση και διατηρούν διασυνδέσεις με τη μόνη υπερδύναμη (π.χ. το ίδρυμα Λεβέντη και η Κόκα-Κόλα) είτε από κυβερνήσεις που έχουν εμπλακεί στρατιωτικά στη Ν.Α. Ευρώπη και εξακολουθούν να επεμβαίνουν και να διατηρούν δυνάμεις στην περιοχή (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία). Γιατί όλοι οι παραπάνω, και κυρίως η κυβέρνηση των ΗΠΑ, να ενδιαφερθούν να χρηματοδοτήσουν ένα «εναλλακτικό» επιστημονικό πρόγραμμα; β) Οι συνεργάτες των τεσσάρων εγχειριδίων δεν φαίνεται να έχουν παραγάγει επιστημονικό έργο σχετικό με την ιστορία της Ν.Α. Ευρώπης. Αντίθετα, λάμπουν δια της απουσίας τους σημαντικοί Έλληνες ιστορικοί που ασχολούνται με αυτά τα ζητήματα. Μάλιστα, οι ιστορικοί, πλην της Κουλούρη, που συμμετείχαν στο συνέδριο της Χάλκης, δεν συμμετέχουν στις επιστημονικές ομάδες του προγράμματος, αντίθετα συμμετέχουν κυρίως εκπαιδευτικοί-φιλόλογοι. Οι Έλληνες συνεργάτες είναι η Βασιλική Σακκά, φιλόλογος αποσπασμένη στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, η σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, φιλόλογος, Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα, η φιλόλογος Μαρία Ζωγραφάκη, ο Κύπριος φιλόλογος και συνδικαλιστής με την παράταξη της Δεξιάς, Άγγελος Κυριακούδης, και η επίσης Κύπρια φιλόλογος, Μαρία Φιλιππίδου, που κινείται στον ιδεολογικό χώρο του Κώστα Σημίτη. Από την Κύπρο συμμετέχει και ο Τουρκοκύπριος Νιαζί Κιζιλγιουρέκ, διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, που έχει δημοσιεύσει έως τώρα μόνο πολιτικά και όχι επιστημονικά (όπως τουλάχιστον προκύπτει από το βιογραφικό του) βιβλία (βλ. Ολική Κύπρος), στα οποία επιμερίζει «ακριβοδίκαια» τις ευθύνες για το Κυπριακό Ζήτημα στον τουρκικό και τον ελληνικό εθνικισμό. Από ελληνικής πλευράς, δηλαδή, συμμετέχουν, εκτός από την υπεύθυνη του προγράμματος, πέντε φιλόλογοι εκπαιδευτικοί, οι δύο εκ των οποίων απασχολούνται στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, οπότε κάποια παραπάνω προσόντα θα έχουν, ενώ για τους άλλους τρεις είναι μάλλον γνωστότερη η πολιτική τους τοποθέτηση. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς ποια ήταν τα κριτήρια επιλογής των συνεργατών στον βαθμό που δεν φαίνεται να έχει προηγηθεί η δημοσίευση σχετικής προκήρυξης; Και οπωσδήποτε, δεν μπορεί να αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι πρόκειται για ανθρώπους που είτε ανήκουν στη δεξιά είτε στην εκσυγχρονιστική αριστερά, φαίνεται να συμφωνούν με την αμερικανική πολιτική στην περιοχή της Ν.Α. Ευρώπης, με πιο πρόσφατο και κραυγαλέο παράδειγμα το σχέδιο Ανάν.

Το περιεχόμενο
Τα πράγματα ξεκαθαρίζουν όσο κανείς επεξεργάζεται το υλικό των εγχειριδίων. Η βασική αντίληψη για την Ιστορία που διέπει το σύνολο του έργου είναι η… μεταμοντέρνα, σύμφωνα με την οποία όλες οι ερμηνείες είναι αποδεκτές, όλα ισχύουν και τίποτα ταυτόχρονα, καθώς τα πάντα είναι τελικά ζήτημα οπτικής γωνίας. Η μόνη βεβαιότητα που ισχύει είναι πως δεν ισχύει καμία… βεβαιότητα. Το ίδιο ισχύει και για την αξιολόγηση των μαρτυριών, αφού όλες θεωρούνται εξίσου σημαντικές.

Στην πραγματικότητα, όμως, ο επικαλούμενος «πλουραλισμός» δεν αποτελεί παρά διαφημιστικό τέχνασμα προκειμένου να συγκαλυφθεί μια καλοστημένη επιχείρηση εξαπάτησης καθώς κι εδώ, όπως και στην εθνικιστική ιστοριογραφία, την οποία οι συνεργάτες του έργου επιχειρούν υποτίθεται να υπερκεράσουν, τα γεγονότα αναδεικνύονται ή αποσιωπώνται και πάντως παρουσιάζονται με τέτοιον τρόπο ώστε να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένες πολιτικές σκοπιμότητες. Οι τελευταίες φυσικά δεν αποκαλύπτονται, δεν είναι ωστόσο δύσκολο να τις διακρίνει κανείς πίσω από φράσεις φαινομενικά ουδέτερες του τύπου: «η νέα γενιά θα είναι πιο ανοιχτή στις σύγχρονες εξελίξεις». Λες και οι «σύγχρονες εξελίξεις» είναι αξιωματικά ουδέτερες και κατ’ ανάγκην θετικές.
Οι φανερές αδυναμίες των εγχειριδίων αφορούν: α) την περιπτωσιολογία του τύπου: «Σέρβος στρατιώτης βοηθά τουρκόπαιδα», που μπορεί να οδηγήσει σε αυθαίρετες γενικεύσεις. β) την παράθεση σε άλλες περιπτώσεις μίας και μόνο πηγής (για παράδειγμα, στην ενότητα που αφορά τον πολιτισμό, στον τόμο για τους Βαλκανικούς Πολέμους, δημοσιεύεται μία και μόνο πηγή στην οποία ένα Εβραιόπουλο περιγράφει τη σχολική του εμπειρία στη Θεσσαλονίκη), και σε άλλες περιπτώσεις πολλών μεν μαρτυριών αλλά διαφορετικής αξίας και βαρύτητας, με αποτέλεσμα την αδυναμία εξαγωγής συμπεράσματος.γ) την εκβιαστική εξίσωση πολιτικών και πρακτικών, οπότε φαίνεται πως, αφού όλοι διέπραξαν παρόμοια εγκλήματα, άρα  έχουν και την ίδια ευθύνη. και τέλος δ) την απόκρυψη ευθυνών, είτε μέσω της αποσιώπησης είτε μέσω του αποπροσανατολισμού από την ουσία των γεγονότων (όπως, για παράδειγμα, της Βουλγαρίας για την εξόντωση των Εβραίων της Ελλάδας, αλλά και της Τουρκίας για τους διωγμούς σε βάρος των Ελλήνων κατά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο). Οι αδυναμίες αυτές συσκοτίζουν την πραγματικότητα και αυξάνουν, αντί να μειώνουν, τη σύγχυση, καταργώντας συνειδητά τον ρόλο της Ιστορίας ως στοιχείο συγκρότησης της προσωπικότητας και της κοινωνικής, πολιτισμικής και εθνικής συνείδησης του αυριανού πολίτη. Στον τόμο μάλιστα για τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, συστήνεται στους δασκάλους που θα τον χρησιμοποιήσουν να «μην ζητούν από τους μαθητές να αξιολογήσουν τις πηγές» που δημοσιεύονται σ’ αυτόν, γιατί «αρκεί να γνωρίζουν πως ορισμένα γεγονότα δεν είναι αδιαμφισβήτητα». Πολίτες χωρίς γνώμη, λοιπόν, ανδρείκελα στα χέρια όσων επιβάλλουν τις «σύγχρονες εξελίξεις», αυτούς τους πολίτες θέλουν να προετοιμάσουν οι τοις Αμερικάνων χρήμασι αμειβόμενοι επιστήμονες.
Η κατάργηση των εθνικών διαφορών μέσα από την κατάργηση των εθνών
Στο στόχαστρο βρίσκεται πρώτα-πρώτα το έθνος, που σήμερα αποτελεί ισχυρό εμπόδιο στην παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και στα ιμπεριαλιστικά σχέδια και γι’ αυτό το υπερασπίζονται οι λαοί που αγωνίζονται για την οικονομική, πολιτισμική και πολιτική τους επιβίωση. Το έθνος, κατά τους συντάκτες του τόμου, είναι αυτό που κυρίως ευθύνεται για τις συγκρούσεις στη Ν.Α. Ευρώπη και, επομένως, μια «ειρηνιστική» εκπαιδευτική πολιτική θα πρέπει να στραφεί πρώτα και κύρια κατά του έθνους ή έστω κατά ορισμένων εθνών που δεν υποτάσσονται.
Άλλωστε τα έθνη, σύμφωνα και με την κυρίαρχη αποικιοκρατική αντίληψη, η οποία παρουσιάζεται ως η πλέον έγκυρη επιστημονικά, αποτελούν «νοητικές κατασκευές», δηλαδή «επινοήσεις, σχετικά πρόσφατες στον χρόνο». Όπως είναι αναμενόμενο, απουσιάζουν, όλως τυχαίως, όλες οι πηγές που πιθανόν να δημιουργήσουν την εντύπωση ύπαρξης έθνους στη Ν.Α. Ευρώπη πριν από τον… 18ο αιώνα. Τα έθνη λοιπόν προέρχονται από παρθενογένεση. Πρώτη χρονολογικά πηγή στον σχετικό τόμο είναι ένα κείμενο του Ιώσηπου Μοισιόδακα του 1761 για τη σχέση Ελλάδας και Ευρώπης! Προφανώς μόνο έτσι νοείται ελληνικό έθνος. Καμία ελληνική πηγή δεν συμπεριλαμβάνεται στις ενότητες του ίδιου τόμου που αφορούν τον ορισμό του έθνους και τον αυτοπροσδιορισμό. Δημοσιεύονται ωστόσο τουρκικές, ρουμανικές και σερβικές πηγές. Επίσης, στην ενότητα που αναφέρεται σε συγκεκριμένες διεθνικές και διακρατικές συγκρούσεις, δημοσιεύεται μια τουρκοκυπριακή διαμαρτυρία για την τρομοκρατική δράση της ΕΟΚΑ χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη ελληνική πηγή για την τρομοκρατία της ΤΜΤ, που άλλωστε προηγήθηκε χρονικά. Ο τόμος αυτός τελειώνει με την «αισιόδοξη» ενότητα που τιτλοφορείται: «ξεπερνώντας τον εθνικισμό». Για την περίπτωση της Κύπρου, το… χαρμόσυνο μήνυμα προέρχεται από τον αθλητισμό, καθώς, όπως πληροφορούμαστε, Ελληνοκύπριοι φίλαθλοι υποστήριξαν τουρκοκυπριακή ποδοσφαιρική ομάδα. Τι συμπέρασμα να βγάλει κανείς από τέτοιας σοβαρότητας μαρτυρία; Σοβαρότερο πάντως είναι το γεγονός ότι οι συντάκτες του τόμου αναφέρονται σε «ελληνική» και «τουρκική πλευρά» της Κύπρου και όχι σε ελεύθερες και κατεχόμενες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η υιοθέτηση της ορολογίας που χρησιμοποιεί ο Αττίλας και ο διεθνής ιμπεριαλισμός είναι επίσης δείγμα των προθέσεων των συντακτών του επιστημονικού αυτού έργου. Το ίδιο ισχύει και για τη χρήση του όρου «Μακεδόνας» ως εθνικού προσδιοριστικού ενώ, σε άλλο σημείο, οι Πομάκοι χαρακτηρίζονται βουλγαρόφωνοι μουσουλμάνοι. Η ειρηνική διευθέτηση των διαφορών των βαλκανικών λαών, σύμφωνα με τους Αμερικανούς, προϋποθέτει προφανώς την αποδοχή τετελεσμένων όπως η τουρκική εισβολή στην Κύπρο και ο πολυκερματισμός των Βαλκανίων σε ανίσχυρα και εξαρτημένα κρατίδια – αθύρματα. Σε άλλες περιπτώσεις, οι υπαρκτές εθνικές διαφορές υποβαθμίζονται και τα εγκλήματα σε βάρος εθνικών ομάδων και μειονοτήτων χρεώνονται αποκλειστικά και μόνο στις «ελίτ». Η ιστορία λοιπόν στον γνωστό ρόλο του Ιερού Κριτή που, στην περίπτωση που εξετάζουμε, άλλοτε καταδικάζει τα εγκλήματα του εθνικισμού κι άλλοτε απαλλάσσει τους «καλούς» λαούς και τους καλεί να… ειρηνεύσουν αποδεχόμενοι τους όρους που καθορίζει η υπερδύναμη.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω την τύχη που θα έχει το «Πρόγραμμα Κοινής Ιστορίας της Ν.Α. Ευρώπης». Το σίγουρο είναι πως το αμέσως επόμενο διάστημα, το αμερικανικής έμπνευσης έργο θα επιχειρηθεί να διατεθεί στους εκπαιδευτικούς της περιοχής μας διαφημιζόμενο ως το επιστημονικό έργο που μπορεί ν’ αποτελέσει το αντίπαλον δέος στην εθνικιστική ιστοριογραφία συμβάλλοντας έτσι στην ειρηνική συμβίωση των λαών της νοτιανατολικής Ευρώπης. Η δε συμμετοχή σ’ αυτό συνεργατών του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου το πιθανότερο είναι πως προοιωνίζεται την προώθησή του στην ελληνική Μέση Εκπαίδευση. Επαφίεται επομένως στον «πατριωτισμό των Ελλήνων» να υποδεχθούν κατάλληλα το έργο αυτό, που δεν χρησιμοποιεί απλώς την Ιστορία, αλλά επιχειρεί να τη μετατρέψει σε όργανο υποταγής, αποδυναμώνοντάς την.
*δρ Ιστορίας – εκπαιδευτικός

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*