Διεθνή, Μέση Ανατολή

Νομισματική Ενωση: Success story (μόνο) για τη Γερμανία

του Radu Golban, οικονομολόγου, καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Τιμισοάρα
αναδημοσίευση από την Ημερησία

Κάποτε ταυτίζαμε την E.E. με την ιδέα της ειρήνης και το ευρώ με αυτήν της ευημερίας. Όχι πια. Για πολλές χώρες το ευρώ έχει προ πολλού πάψει να είναι συνώνυμο της ευημερίας υπονομεύοντας την πίστη των ευρωπαϊκών λαών στην Ε.Ε. Αυτή είναι μια φυσική συνέπεια του Ευρωσυστήματος – ενός μοντέλου που προέβλεπε μια Νομισματική Ένωση υπό την ηγεσία της Γερμανίας. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει.

Πίσω στο 1940, η Γερμανία διαμόρφωσε ένα νομισματικό μοντέλο για να ενώσει -και οικονομικά- την κατακτημένη Ευρώπη, σύμφωνα με το οποίο η ίδια θα απολάμβανε τα οφέλη της ένωσης και οι υπό κατοχή χώρες θα σήκωναν τα βάρη. Πώς έγινε αυτό; Στόχος της Γερμανίας ήταν να αυξήσει τη λήψη δανείων και την προσφορά χρήματος στις υπό κατοχή χώρες μέσα από ένα σύστημα εκκαθάρισης που ελεγχόταν από την κεντρική τράπεζα του Γ’ Ράιχ (Reichsbank). Αυτό θα δημιουργούσε πληθωρισμό, ο οποίος ευνοούσε τις γερμανικές εξαγωγές και θα οδηγούσε στην αποβιομηχάνιση των κατακτημένων χωρών.

Πρώτη χώρα που κατακτήθηκε ήταν η Πολωνία, όπου η Γερμανία έκανε το λάθος να εισάγει το μάρκο ως νόμισμα. Ως συνέπεια ο πληθωρισμός που δημιούργησε στην Πολωνία πέρασε και στη Γερμανία. Γι’ αυτό το Βερολίνο γρήγορα απέσυρε το μάρκο και επανέφερε το ζλότι. Αυτή ήταν η βάση ενός οικονομικού μοντέλου που κομψά διαχώριζε την ελεύθερη διακίνηση αγαθών από τη διακίνηση των κεφαλαίων. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, οι κατακτημένες χώρες μπορούσαν να διατηρήσουν την κεντρική τους τράπεζα, ως επίφαση ανεξαρτησίας, αλλά η νομισματική τους πολιτική θα ασκούνταν από την Reichsbank. Παράλληλα, προβλεπόταν η διαμόρφωση μιας σταθερής ισοτιμίας με το μάρκο, σε τέτοια επίπεδα ώστε να ωφελούνται οι γερμανικές εξαγωγές.

Ο πληθωρισμός που προκαλούσε η αύξηση του δανεισμού μέσω των εθνικών τραπεζών στις κατεχόμενες χώρες, αντιμετωπιζόταν μέσω της υποχρεωτικής λήψης «μέτρων σταθεροποίησης», δηλαδή σκληρής λιτότητας. Σήμερα αυτά τα κριτήρια μπορεί να τα συναντήσει κανείς στη Συνθήκη του Μάαστριχτ και στην πιο ακραία τους μορφή στα «Μνημόνια» των χωρών της περιφέρειας, ενώ το ρόλο της Reichsbank έχει η ΕΚΤ.

Από την εισαγωγή του ευρώ, οι γερμανικές εξαγωγές εντός της Ε.Ε. έχουν αυξηθεί πάνω από 60%, ενώ οι αυξήσεις του κόστους παραγωγής στις περιφερειακές χώρες έχουν αποβιομηχανοποιήσει τις οικονομίες τους και οδηγήσει σε απότομη αύξηση της ανεργίας. Είναι εξαιρετικά απίθανο οι οικονομίες αυτές να ξαναγίνουν ανταγωνιστικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Τι μέλλον έχουν οι χώρες στην περιφέρεια της Ευρώπης, όταν το ποσοστό της ανεργίας των νέων είναι μεταξύ 40% και 60%; Χώρες όπως η Ελλάδα δεν θα έχουν κανένα τρόπο να απορροφούν ξένα κεφάλαια παρά μόνο μέσω συνθηκών που παρακάμπτουν κυρίαρχους θεσμούς του κράτους, με γερμανικές προδιαγραφές και απαιτήσεις που θα εφαρμόζονται άμεσα. Πρέπει να κάνουμε σαφή διάκριση μεταξύ της ολοκλήρωσης και της ενοποίησης: η ενοποίηση οδηγεί σε ενιαία πρότυπα διαβίωσης, ενώ το γερμανικό μοντέλο της ολοκλήρωσης σημαίνει ότι το κυρίαρχο κράτος διατηρείται σε ένα φανταστικό επίπεδο, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν στρέφεται κατά ενός συγκεκριμένο εχθρού, αλλά απλώς στην έκταση της λιτότητας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*