Πολιτική

Η πάλη ενάντια στην κλεπτοκρατία και τη διαφθορά

skitso_lefta_diafthora

του Γιώργου Καραμπελιά
συμβολή στον διάλογο ενόψει της Συνδιάσκεψης της Κίνησης Πολιτών Άρδην (26-28 Οκτωβρίου 2013)

Ένας παράγοντας που ερμηνεύει εν πολλοίς την αδυναμία της Αριστεράς, τόσο του ΣΥΡΙΖΑ όσο και, ακόμα περισσότερο, του ΚΚΕ, να προσελκύσει την πλειοψηφία των χειμαζόμενων Ελλήνων πολιτών είναι η άρνησή της –διακηρυγμένη στην περίπτωση του ΚΚΕ και σιωπηρή στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ– να καταγγείλει την κλεπτοκρατία και τη διαφθορά ως έναν από τους αποφασιστικούς παράγοντες της κρίσης. Αυτό το γεγονός μάλιστα εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την ελκυστικότητα σχημάτων όπως οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» ή, ακόμα περισσότερο, η «Χρυσή Αυγή», που ποντάρουν προνομιακά στην καταγγελία της «κλεπτοκρατίας». Ιδιαίτερα μάλιστα για το πιο φτωχά και τα πλέον κατεστραμμένα από την κρίση λαϊκά στρώματα, αυτό το θέμα είναι αποφασιστικής σημασίας αν όχι και πρωταρχικό. Κατά συνέπεια, δεν είναι μόνον η άρνηση του πατριωτισμού και ο εθνομηδενισμός της Αριστεράς που έστειλε ένα σημαντικό κομμάτι των πολιτών προς την ακροδεξιά, αλλά και η άρνησή της να κινητοποιηθεί ενάντια σε ένα από τα πιο διεφθαρμένα και κλεπτοκρατικά πολιτικά συστήματα.

Οι αιτίες γι’ αυτό είναι πολλαπλές. Κατ’ αρχάς, η δογματική καταγγελία του «καπιταλισμού» –ιδιαίτερα του ΚΚΕ–, το οποίο οδηγεί την Αριστερά να αρνείται συστηματικά την καταγγελία της κλεπτοκρατίας και της διαφθοράς την οποία θεωρεί «λαϊκιστική», με το επιχείρημα ότι η διαφθορά δεν είναι παρά μια λογική συνέπεια του καπιταλισμού, τον οποίο και θα πρέπει αποκλειστικά να καταγγέλλουμε. Ο δεύτερος λόγος –και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον ΣΥΡΙΖΑ, που υποδέχεται και έναν μεγάλο αριθμό προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ συνδικαλιστών και δημοσίων υπαλλήλων– είναι το γεγονός πως θεωρούν ότι η καταγγελία μιας γενικευμένης κλεπτοκρατίας μπορεί να θίγει και ένα μεγάλο αριθμό των ψηφοφόρων τους. Και αυτό γιατί, επειδή η κλεπτοκρατία είχε διαφθείρει και ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων στον κρατικό μηχανισμό και στον συνδικαλισμό, εκλαμβάνουν την καταγγελία της ως απόπειρα να πληγεί το Δημόσιο και ο συνδικαλισμός, γι’ αυτό και θεωρούν την επιμονή στην κλεπτοκρατία ως προνομιακό πεδίο της ακροδεξιάς. Έτσι, όμως, τόσο από δογματισμό όσο και από εκλογικίστικη και λανθασμένη ανάλυση, οδηγούνται εν τέλει στο να χαρίζουν τα πιο περιθωριοποιημένα λαϊκά στρώματα στην ακροδεξιά προπαγάνδα. Η καταγγελία της κλεπτοκρατίας εγκαταλείπεται στον Τράγκα, στον Χίο και τα ποικιλώνυμα ακροδεξιά μπλογκ του διαδικτύου, ενώ η Αριστερά παραμένει προσκολλημένη στον «ταξικό αγώνα»!

Ωστόσο, αυτή η αντίληψη, εκτός του ότι αποξενώνει τα φτωχότερα στρώματα, βασίζεται σε μια απολύτως εσφαλμένη ανάλυση του ίδιου του καπιταλισμού και της δυναμικής του. Ο σύγχρονος καπιταλισμός, αποσυνθέτοντας το αξιακό σύστημα των παλαιότερων κοινωνιών και εγκαθιστώντας στην πρωτοκαθεδρία αποκλειστικά τις αξίες του χρήματος και της επιτυχίας, ανοίγει τον δρόμο στη μετατροπή του συνολικού συστήματος σε μαφιόζικο και κλεπτοκρατικό. Η γενίκευση και η «κοινωνικοποίηση» της διαφθοράς που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα, σε μεγάλη έκταση μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, δεν οφείλεται απλά και μόνο σε μια στρατηγική ενσωμάτωσης των λαϊκών στρωμάτων μέσω της μικροδιαφθοράς –η οποία άλλωστε επέτρεπε στη μεγάλη διαφθορά να κινείται ανενόχλητα– αλλά εδράζεται σε βαθύτατες οικονομικές και κοινωνιολογικές εξελίξεις. Γι’ αυτό, ακόμα και στις χώρες του καπιταλιστικού προτεσταντισμού, όπως στη Γερμανία, η διαφθορά κάνει θραύση στα υψηλά κοινωνικά στρώματα όπου βλέπουμε να συλλαμβάνονται υποψήφιοι πρόεδροι με αντιγραμμένα διδακτορικά. Γι’ αυτό, στο άλλο άκρο της αλυσίδας, στο Μεξικό, από το 2007 έως το 2012, σκοτώθηκαν εξήντα χιλιάδες άνθρωποι στις συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και ναρκοεμπόρων: ένας πλήρης και ολοκληρωτικός πόλεμος. Ο σημερινός καπιταλισμός δεν είναι απλά τραπεζιτικός και χρηματιστικός αλλά είναι ταυτόχρονα και μαφιόζικος. Γι’ αυτό και όσοι «πόλεμοι εναντίον της διαφθοράς» και αν γίνονται, αυτή επεκτείνεται αδιάκοπα.

Στην Ελλάδα, όπου προϋπήρχε και η έντονη παράδοση του μπαχτσισιού, η άνοδος του ΠΑΣΟΚ σηματοδότησε την επέκταση και τη γενίκευση της διαφθοράς, τόσο που κάποιοι συγγραφείς να χαρακτηρίζουν το ελληνικό σύστημα ως κλεπτοκρατία. Και, προφανώς, σε μία περίοδο που, ταυτόχρονα, σηματοδότησε την επέκταση του κράτους και των κρατικών οργανισμών (από 350.000 άτομα, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, σε πάνω από ένα εκατομμύριο, το 2009, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας, γύρω στο 50% του ΑΕΠ, παραγόταν από το κράτος, που εν πολλοίς έλεγχε και το υπόλοιπο εισόδημα), το κράτος και οι φορείς του έγιναν ο κεντρικός δίαυλος της διαφθοράς. Και εδώ ακριβώς συγκροτήθηκε ένα κλεπτοκρατικό σύστημα που είχε στην κορυφή του τους πολιτικούς, τους «κολλητούς» και τους επιχειρηματίες, κατ’ εξοχήν των ΜΜΕ και των κατασκευών, ενώ εξακτινωνόταν σε  όλο τον κρατικό μηχανισμό. Επικεντρωνόταν δε προνομιακά σε χώρους όπως οι εφορίες, οι πολεοδομίες, οι γιατροί του ΕΣΥ, οι συνδικαλιστές των ΔΕΚΟ κ.ο.κ. Όταν, λοιπόν, ο Πάγκαλος επιμένει στο «μαζί τα φάγαμε», έχει δίκιο από την πλευρά του, γιατί όντως τα έφαγε μαζί με το κόμμα του και με έναν μηχανισμό διαφθοράς και απομύζησης ολόκληρου του ελληνικού λαού, τον οποίο δημιούργησε το ΠΑΣΟΚ, με την ευγενή συνδρομή της Ν.Δ., και όχι μόνο.

Στο φαινόμενο λοιπόν της κλεπτοκρατικής διαφθοράς συναντώνται δύο μεγάλα ρεύματα: Ένα μακράς διάρκειας, που έχει να κάνει με τον ίδιο τον σύγχρονο καπιταλισμό, ως μαφιόζικο και κλεπτοκρατικό, και ένα μεσοπρόθεσμο που αφορά στους ιδιαίτερους μηχανισμούς της κλεπτοκρατίας της μεταπολίτευσης. Αντί λοιπόν η αντιμνημονιακή αντιπολίτευση, και κατ’ εξοχήν η Αριστερά, να καταδείξει τη συνάφεια αυτών των δύο φαινομένων, εν τέλει τα συσκοτίζει και τα δύο. Αρχικώς διότι δεν αναλύει τον σύγχρονο καπιταλισμό ως μαφιόζικο, και δεύτερον διότι συγκαλύπτει το φαινόμενο της μεταπολιτευτικής κλεπτοκρατίας ως ένα ευρύ κοινωνικό φαινόμενο. Γι’ αυτό και επικεντρώνεται μόνο στην κορυφή του παγόβουνου, δηλαδή τον Τσοχατζόπουλο, τον Βουλγαράκη, τον Παπακωνσταντίνου, ή εσχάτως τον Βενιζέλο.

Επί πλέον, πρέπει να σκάψουμε ακόμα βαθύτερα από την απλή ψηφοθηρική και πολιτικάντικη κάλυψη του βαθέως ΠΑΣΟΚ και των μεταπολιτευτικών «αξιών». Πρέπει να φτάσουμε στο ζήτημα των αξιών. Η φιλελεύθερη (ψευδο-ελευθεριακή) Αριστερά, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, ιδιαίτερα μετά το 1968, ενστερνίζεται και προπαγανδίζει τις αξίες και τις αρχές του λεγόμενου ελευθεριακού καπιταλισμού. Δεν υποκαθιστά  πλέον την άρνηση των παραδοσιακών αξιών (πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια, ιεραρχία) από άλλες αξίες, όπως τουλάχιστον προσπαθούσε να κάνει το παλιό κομμουνιστικό κίνημα (ευθύτητα, εργασία, άρνηση της σπατάλης κ.λπ.). Έτσι, όμως, μη διαθέτοντας άλλο αξιακό σύστημα από εκείνο του ύστερου καπιταλισμού (απόλαυση, κατανάλωση, άρνηση των ορίων), δεν μπορεί να αντιστρατευθεί τη συνέπεια της διάλυσης των παραδοσιακών αξιών στον ύστερο καπιταλισμό, αντίθετα, παραμένει ενσωματωμένη σε αυτόν. Για παράδειγμα, οι αριστεροί φοιτητές, από την αξία «πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα» της παλιάς ΕΔΑ και του παλιού ΚΚΕ –που συνεχίστηκε, ως καρικατούρα έστω, από την ΚΝΕ της άμεσης μεταπολιτευτικής περιόδου– πέρασαν στο «ζήτω οι μαζικές αντιγραφές» και στη διεκδίκηση του «πολιτικού πέντε». Επομένως, δεν ήταν δυνατόν να προβάλουν κάποιο νέο σύστημα αξιών, αλλά ο μαθημένος στις μαζικές αντιγραφές και στο εύκολο πτυχίο θα περνούσε αρχικά στις «διευθετήσεις» και τις μικρο-κομπίνες για να φτάσει στον αμοραλισμό τού «ας κάνει και ένα δωράκι στον εαυτό του», του Ανδρέα Παπανδρέου. Χαρακτηριστική είναι η «διευθέτηση» που έκανε ο «πατέρας» του κοινωνικού ΠΑΣΟΚ, η αυτού μετριότης, Γιώργος Γεννηματάς, στο υπουργείο Υγείας: Κράτησε σχετικά χαμηλά τους μισθούς των νοσοκομειακών γιατρών αλλά «θεσμοθέτησε» ατύπως, ως υποκατάστατο, τις πλασματικές εφημερίες σε τεράστια κλίμακα. Ο δρόμος προς το γενικευμένο φακελάκι δεν ήταν πια μακριά. Καθόλου τυχαία, εξάλλου, ο αρχηγός του αριστερού και συνδικαλιστικού ΠΑΣΟΚ ήταν… ο Άκης Τσοχατζόπουλος.

Αν λοιπόν δεν καταδειχθεί και δεν καταγγελθεί η κλεπτοκρατία και η εκτεταμένη διαφθορά, παράλληλα με την καταγγελία του εθνομηδενισμού, καμία πολιτική δύναμη δεν θα μπορέσει να αποκτήσει πλειοψηφικά χαρακτηριστικά, ενώ, αντίθετα, θα στέλνει αφειδώς και αδιάκοπα τους πιο φτωχούς και εκπτωχευμένους στην ακροδεξιά και θα ευνοεί τον «αντικρατισμό» του νεοφιλελεύθερου μεγάλου κεφαλαίου και των τραπεζιτών. Εξάλλου, πρέπει να καταδεικνύεται η κλεπτοκρατική φύση του ίδιου του κεφαλαίου, που σήμερα εμφανίζεται ως αντικρατικό αφού πρώτα οικοδομήθηκε πάνω στις πλάτες του κράτους -και δεν ήταν μόνο ο Κοσκωτάς, δεν ήταν μόνο ο Λαυρεντιάδης, δεν είναι μόνο οι εθνικοί κατασκευαστές, Μπόμπολας, Κόκκαλης, αλλά όλες οι «μεγάλες επιτυχίες» του ιδιωτικού κεφαλαίου (από τον Βγενόπουλο, τον Σάλλα, μέχρι τον Ρέστη και τον καταδιωκόμενο Πάλλη της Χ.Α.). Όλοι τους έκαναν την «πρωταρχική τους συσσώρευση» με αρπαχτές από το κράτος.

Στην Ελλάδα, λοιπόν, δεν μπορούμε να μένουμε απλώς στο αίτημα της «υπεράσπισης» του δημόσιου τομέα ή και του κράτους συγκαλύπτοντας τις κλεπτοκρατικές πλευρές του, αλλά να θέτουμε ως στόχο τόσο την αξιακή ανασυγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας με δημοκρατικό τρόπο, ώστε να μην γίνει με αυταρχικό-φασιστικό, όσο και την κυριολεκτική καταστροφή του υπάρχοντος κρατικού μηχανισμού και την οικοδόμηση ενός νέου με νέες αξίες και νέες βάσεις.

12 Σχόλια

  1. Ίσως, με άλλα λόγια, από την τρίτη παράγραφο, που ουσιαστικά το κείμενο αρχίζει και ξετυλίγεται, η λάθος ανάλυση αναδεικνύει λάθος στόχους και λάθος στρατηγική. Πράγματι, ο συνδυασμός των πάγιων αρχών του καπιταλισμού μαζί με την ιδιαιτερότητα που τον διακρίνει στην ελλαδική μας πραγματικότητα, είναι κλειδί για την ερμηνεία και το πρόταγμα. Κι ενώ όλος ο λαός σύσσωμος μιλάει για τους κλέφτες, και πολύ σωστά, δεν βρίσκεται ένα σοβαρός φορέας που να μπορεί να εντάξειι την «ιδιοπροσωπία» του εγχώριου παρασιτισμού με τις κατευθυντήριες γραμμές της δυτικής του σύστασης σε ένα ενιαίο πλαίσιο κριτικής. Για αυτό τρώμε τα μούτρα μας, κι ευτυχώς που υπάρχουν ακόμα φωνές που αποτελούν, αν θέλετε το παρατηρητήριο της Αριστεράς. Ακόμα και με υπερβολές που δεν είναι αυτές που τις χαρακτηρίζουν, αυτές τις φωνές.

  2. Μανώλης Ζερβουδάκης

    Κύριε Καραμπελιά,
    πολύ βαθιά, ουσιαστική και εστιασμένη καίρια η σύνοψη των αιτίων της σημερινής μας κατάντιας. Θα έπρεπε να αποτελεί το πρωτοσέλιδο κάθε εφημερίδας, μήπως αλλάξει ο ρους σκέψης και πράξης μας….Θα τολμούσα να προσθέσω το εύφορο προς εκτροπή έδαφος του ανατολίζοντος ψυχισμού μας, που τείνει προς το άλλο του ωμού καπιταλισμού/προτεσταντισμού άκρο. Η θεώρηση εκ προιμίου του τίμιου κέρδους, πέραν του αναγκαίου βιοπορισμού, ως αμαρτωλού και μιαρού, αποτελεί τον προθάλαμο της μακάριας αδράνειας («δεν θέλω κατι για μενα αλλά να ψοφίσει η κατσίκα του γείτονα»..) και της προσμονής «απο μηχανής θεών» («Ξανθό Γένος», αιώνια δανεικά, αιώνια υποχρεωμένοι απέναντί μας «άλλοι που μας χρωστούν», λαοπλάνοι ηγέτες που απευθύνονται στο συναίσθημα, ενάντια στην ηλιου φαεινότερη πραγματικότητα αλλά και την λογική). Η απουσία αυτού του πλαισίου στις δυτικές χώρες κάνει τους εκεί έλληνες να μεγαλουργούν. Το ζητούμενο είναι να γίνουμε «ΕΝΔΟΟΡΘΟΔΟΞΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΝΟΙ». Αυτό πιστεύω ότι εννοείτε μιλώντας για αριστερά και πατριωτική και αναπτυξιακή κι όχι μόνο κοινωνική και οικολογική. Ο χώρος δεν επιτρέπει περισσότερα.. Να είστε πάντα καλά…Δάκρυσα διαβάζοντας το δικό σας 1204….

    Μανώλης Ρέθυμνο

  3. Αναμφισβήτητα το πιο κατατοπιστικό κείμενο για την νεοελληνική διαφθορά. Τα κινήματα που θα ενστερνιστούν πραγματικά τα παραπάνω μηνύματα και θα τα κάνουν πολιορκητικό κριό θα κατορθώσουν επιτέλους να γκρεμίσουν αυτή την μισητή Βαστίλη που αυτάρεσκα αυτοαποκαλείται σύγχρονο ελληνικό κράτος, κατακτώντας παράλληλα και τις καρδιές όλων των απλών ανθρώπων.

    Για την σημερινή αριστερά έχω μεγάλες αμφιβολίες αν το θέλει καν, γιατί μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε στροφή και δέσμευση σε ένα αξιακό πρότυπο ξένο προς την τωρινή ιδιοσυγκρασία της. Η δεξιά ήδη έπαιξε το χαρτί αυτό μια φορά στα λόγια με την «επανίδρυση του κράτους», χαρίζοντας στον Καραμανλή τον νεότερο δύο πρωθυπουργίες, και καίγοντας το γέμισε τον λαό με ακόμα περισσότερη απογοήτευση.

  4. Δυστυχώς η θεσμική αριστερά έχασε την ιστορική ευκαιρία να αποδείξει την υποτιθέμενη υπεροχή της έναντι της δέξιας στην Ελλάδα. Λόγω των γεωπολοτικών συνθηκών αμέσως μετά το 2ο ΠΠ η Ελλάδα ενσωματώθηκε στο δυτικό μπλοκ και τις δομές του (ΝΑΤΟ, ΕΟΚ, ΕΕ κλπ.) παρά το λυσσαλέο αγώνα της αριστεράς προς ανατροπή της συμφωνίας της Γιάλτας ανάμεσα στους αγγλοαμερικανούς και τους μπολσεβίκους. Έτσι για τα επόμενα 20-30 έτη η απόλυτη κι ολοκληρωτική κυριαρχία της δεξιάς στην (ανύπαρκτη ουσιαστικά) «πολιτική ζωή» της Ελλάδος οδήγησε στην τραγωδία της Κύπρου το 74 η οποία χρεώνεται αποκλειστικά στη δεξιά και τις παραφυάδες της.
    Το ιστορικό εκκρεμές λοιπόν κινήθηκε προς τα αριστερά τότε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 70 κι αρχές του 80 κι ο κόσμος στράφηκε προς την αμόλυντη κι άσπιλλη τότε αριστερά με ελπίδα και προσδοκία. Αλλά δυστυχώς όπως και στην περίπτωση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού, με πρώτη και καλύτερη διαχρονικά την κομμουνιστική Κίνα, αλλά και της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, οι ελπίδες κι οι προσδοκίες από την αριστερά διαψεύσθηκαν οικτρά. Το έλλειμα δημοκρατίας με τους πρασινοφρουρούς και την κομματοκρατία, τα τάγματα εφόδου των τραμπούκων στα πανεπιστήμια, οι συνδικάλες με τις ομάδες περιφρούρησης και ξυλοδαρμού της αντίθετης άποψης κλπ. απλά αναπαρήγαγε το αυταρχικό κι ολοκληρωτικό κράτος της δεξιάς με άλλο πρόσημο και μορφή είναι η αλήθεια.
    Αλλά το χειρότερο στάθηκε η επικράτηση του εθνομηδενισμού και το ξερρίζωμα της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων μέσα από τη συστηματική και συνεχιζόμενη καταστροφή και διαστροφή της εθνικής γλώσσας, ιστορίας, παιδείας κλπ. Η ιδεολογική αναφορά για να δικαιολογηθεί αυτή η τακτική τουλάχιστον σε μέρος των αριστερών οπαδών βρέθηκε στο διεθνισμό που διαποτίζει την αριστερή ιδεολογία όπως φαίνεται ξεκάθαρα π.χ. εδώ: http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=363027 . Το αποτέλεσμα όμως της εφαρμογής αυτών των συστηματικών αυτών τακτικών ήταν σαφέστατα εξαιρετικά επικερδές για την αριστερή ελίτ, τη λεγόμενη κι αριστερά των σαλονιών. Της επέτρεψε να ενσωματωθεί στο σύστημα και να κερδίσει αντάξια τις δάφνες και τις ανταμοιβές (π.χ. http://www.nooz.gr/greece/ypopsifios-tis-europaikis-aristeras-o-tsipras181013 ) αφού κατόρθωσε να χαλιναγωγήσει τις «λαϊκές μάζες», να αναστείλει τη δημοκρατία, να ξερριζώσει τις εθνικές ταυτότητες κι εν τέλει να διαλύσει κάθε ελπίδα ότι ίσως και να μπορεί κάτι ν’αλλάξει….

  5. Πλάι στην εγκατάλειψη από την μεταπολεμική/ μεταπολιτευτική διανόηση των παλαιότερων κοινωνικών αξιών πρέπει να τοποθετήσουμε επίσης την πλήρη απάρνηση της αισθητικής.

    Ας θυμηθούμε για λίγο τα χαΐρια της μεταπολεμικής μας Πολιτείας (κρατική, οικονομική και πνευματική ελίτ):
    – στην εικόνα των πόλεών μας
    – στην αρχιτεκτονική των κτιρίων μας
    – στην εικόνα της υπαίθρου
    – στα σύγχρονη γλυπτική
    – στην εικαστική ένδεια των (περισσοτέρων) κινηματογραφικών μας ταινιών
    – στην άτεχνη εικονογράφηση των (περισσοτέρων) σχολικών μας βιβλίων
    – στην ακαλαισθησία των εσωτερικών χώρων των δημοσίων υπηρεσιών
    – στα ρούχα μας (με το κιτσαριό του ’80 να πρωτοστατεί)
    – στους ήχους των σκυλάδικων και της φριχτής ποπ
    – στην ηχορύπανση
    – στον εκφυλισμό της γλώσσας μας σε «άναρθρες αγγλικούρες», που λέει και ο Τζίμης
    κλπ.

    Σε εποχές πολλαπλής κρίσης ή αναζήτηση της ομορφιάς ακούγεται πολυτέλεια, αλλά μία ρωμαλέα πολιτική πατριωτικής ανάστασης επιθυμητό είναι να συμπεριλάβει αυτόν τον προβληματισμό.

    • Σωστός….
      Και να προσθέσω και την αισχρή αγένεια που κυριαρχεί και διακρίνει στον τρόπο με τον οποίο φερόμεθα ο ένας στον άλλο, με αποκορύφωμα τόσο την οδική συμπεριφορά των νεοελλήνων όσο και τη γνωστή προσφώνηση «μ….» που χρησιμοποιείται γενικώς κι αδιακρίτως σε βαθμό που να τείνει να υποκαταστήσει την προσφώνηση «κύριε» ή «κυρία» που ξέραμε παλιά…

      • προς Common sense:

        Επίσης δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η φραστική χυδαιότητα ανοίγει τον δρόμο στην λεκτική βία. Έτσι συντομεύει ο δρόμος για την φυσική βία και τις φασιστικές πρακτικές.

  6. Έλεος . Ο Σύριζα έχει καταντήσει αηδία με το να καταγγέλλει σε ΟΛΑ του τα κείμενα το καθεστώς της κλεπτοκρατίας και της διαφθοράς που ανδρώθηκε στο έδαφος του καζινο-καπιταλισμού κλπ. Για χιλιάδες άλλα ζητήματα μπορεί κάποιος να του κάνει κριτική αλλά όχι γιαυτά που λέει στο παραπάνω κείμενο ο Γ. Καραμπελιάς

  7. Τον Καζίνο Καπιταλισμό τον καταγγέλουν όλοι. Και το ίδιο συμβαίνει με τον νεοφιλελευθερισμό. Μέχρι το 2009, από τον Γεώργιο Παπανδρέου μέχρι τη Φράξια Λυσσασμένων Πυροκροτητών κατήγγειλαν τον νεοφιλελευθερισμό. Όλα αυτά συμβαίνουν, όμως, στον ‘ουρανό των καθαρών εννοιών’.

    Όσο πιο αφηρημένη είναι μια κριτική, και όσο τραβάει τις αποστάσεις της από την κριτική στις συγκεκριμένες λειτουργίες του ‘καζίνου καπιταλισμού’, καθώς και του έτερου προβλήματος, της κρατοκεντρικής-γραφειοκρατικής στρέβλωσης του παλαιού μοντέλου, τόσο πιο ξεδοντιασμένη είναι.

    Εμείς εδώ μιλάμε συγκεκριμένα, με ονοματεπώνυμο. Αυτό που ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε ως ‘νεοφιλελευθερισμό’, ενώ εκδηλώθηκε μεταξύ άλλων και ως ‘εθνομηδενισμός’. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε τον πρώτο, μέσα σε μια ιδεολογική θολούρα είναι η αλήθεια, ενώ εμείς αποσαφηνίσαμε τι μπορεί να σημαίνει ο ‘νεοφιλελευθερισμός’ για την παρούσα συγκυρία στον Κόσμο, την Ευρώπη, και την Ελλάδα. Κι ύστερα επιτεθήκαμε στις ελληνικές του αιχμές.

    Επί του συγκεκριμένου, για παράδειγμα, οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ ποτέ δεν ανέλυσαν τι προβλήματα αντιμετωπίζουν οι αγώνες τους στην εποχή του μνη μονίου. Ότι επειδή ακριβώς, οι πιο οργανωμένες δυνάμεις της εργασίας (που εντοπίζονται στο δημόσιο, στην εκπαίδευση, την ΔΕΗ κ.ο.κ.) ταυτίστηκαν την προηγούμενη περίοδο με την γραφειοκρατική στρέβλωση του κοινωνικού κράτους -τους είναι εξαιρετικά δύσκολο σήμερα να συμπήξουν κοινωνικές συμμαχίες ευρύτερες, ώστε να δημιουργήσουν νικηφόρους συσχετισμούς μέσα στην κοινωνία: Εξ άλλου, ο ‘κοινωνικός αυτοματισμός’ της κυβέρνησης εδράζεται σε πραγματικότητες και υπαρκτές συνθήκες, δεν είναι μια επικοινωνιακή φούσκα δίχως κανένα πραγματικό αντίκρισμα. Αλλά όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα. Τραβάμε μια καταγγελία στον ‘καζίνο καπιταλισμό’ και στην ‘μείζονα διαπλοκή κράτους κεφαλαίου’ και ησυχάζουμε.

    Τα ‘μνημόνια’, οι ‘καπιταλισμοί’, και οι ‘αποικίες χρέους’ έχουν ονοματεπώνυμο, εθνικότητες, προσδιορίζονται πολύ συγκεκριμένα στη παρούσα συγκυρία.

    Να μην καταλήξουμε σαν τους Ισουΐτες, οι οποίοι όσο πιο γενικές επικλήσεις στην ‘χριστιανική ηθική’ έκαναν, άλλο τόσο πιο ‘αντιχριστιανικά’ ζούσαν στην πράξη. Αυτό κάνει η σύγχρονη ευρωπαϊκή αριστερά, σε μια αναλογία. Αποτάσσει έναν ‘καπιταλισμό’ ο οποίος είναι τόοοοοσο γενικός και αφηρημένος που καταλήγει να αποσυνδέεται από τον πραγματικό και καθ όλα υπαρκτό.

    • Σωστότατη και διεξοδικότατη η ανάλυση στην ανταπάντησή σας. Αξίζει να προστεθεί ότι στην Ελλάδα ουδέποτε εφαρμόσθηκε ο καπιταλισμός ή η ελεύθερη οικονομία τουλάχιστον όπως αυτή νοείται στον υπόλοιπο κόσμο δηλ. ανοικτή αγορά αγαθών κι υπηρεσιών, ανταγωνισμός κλπ. χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι τα πράγματα θα ήταν καλύτερα αν είχαν εφαρμοσθεί αυτά αντί του μοντέλου που τελικά επεκράτησε. Πάντως το γεγονός είναι ότι το μοντέλο του κρατισμού, ευνοιοκρατίας, κομματοκρατίας, αναξιοκρατίας, μετριοκρατίας κι ανισότητας έναντι του νόμου είναι εκείνο που οδήγησε την πατρίδα μας εκεί που είναι σήμερα.

  8. Αν και συμφωνώ απόλυτα με το συμπέρασμα του συγγραφέα δεν μπορώ να πω ότι συμμερίζομαι τις απόψεις που αναπτύσσει στο κείμενο (ως αξιολόγηση, διότι η ιστορική αναδρομή είναι ακριβής!) . Μόνο την λέξη Κωνσταντοπούλου θα αναφέρω ως το ελάχιστο αντεπιχείρημα !

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*