Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Ρήξη φ. 145

Σεντράλια: Ζωή και θάνατος μιας αμερικανικής πόλης

«Μπροστά μας βρισκόταν ένας κόσμος όπου κανείς άνθρωπος δεν μπορούσε να ζήσει, θερμότερος κι απ’ τον πλανήτη Ερμή, η ατμόσφαιρά του εξίσου δηλητηριώδης με αυτήν του Κρόνου. Στην καρδιά της φωτιάς οι θερμοκρασίες ξεπερνούσαν με ευκολία τους 540 βαθμούς Κελσίου. Θανατηφόρα σύννεφα μονοξειδίου του άνθρακα και άλλα αέρια στροβιλίζονταν μέσα στις στοές».
Ντέιβιντ Ντε Κοκ, «Αόρατος κίνδυνος:
Η τραγωδία της φωτιάς του ορυχείου της Σεντράλια».

του Κωνσταντίνου Μαυρίδη από την Ρήξη φ. 145

Η ανατολική Πενσιλβανία βρίσκεται πάνω από ένα από τα πλουσιότερα κοιτάσματα γαιάνθρακα στον πλανήτη. Από την πρώτη εμφάνιση των Ευρωπαίων στην περιοχή άρχισαν και οι προσπάθειες να βάλουν χέρι στον ορυκτό της πλούτο, καθώς όλα έδειχναν ότι στο υπέδαφος υπήρχαν ασύλληπτες ποσότητες γαιάνθρακα. Το πρόβλημα ήταν πως το είδος γαιάνθρακα που απαντάται στην Πενσιλβανία είναι ο ανθρακίτης, ένα ορυκτό τόσο απίστευτα σκληρό (αποτελείται από 95% άνθρακα) που για πολύ καιρό κανείς δεν μπορούσε να βρει μια μέθοδο για να το αναφλέξει. Όλα αυτά, βέβαια, μέχρι το 1828 που ένας Σκοτσέζος μηχανικός, ονόματι Τζέιμς Νίλσον, είχε τη φαεινή ιδέα να διοχετεύσει καυτό αέρα στον ανθρακίτη μέσω ενός ειδικού φυσερού. Ο νεωτερισμός του άλλαξε την παγκόσμια βιομηχανία εξόρυξης άνθρακα και μεταμόρφωσε ριζικά τη δασοσκεπή Πενσιλβανία προς το χειρότερο. Ο λόγος είναι πως, η τραγική ειρωνεία με τον ανθρακίτη, έγκειται στο γεγονός ότι όσο δύσκολο είναι να αναφλεγεί, άπαξ και πάρει φωτιά είναι σχεδόν αδύνατο να σβήσει.
Ας υπεισέλθουμε λοιπόν στην ιστορία της Σεντράλια, μιας από τις πιο παράξενες και πιο θλιβερές πόλεις-φαντάσματα παγκοσμίως. Η Σεντράλια αποτελεί τραγική απόδειξη της ανθρώπινης ύβρης στην προσπάθεια ελέγχου των δυνάμεων της φύσης και της πλήρους αποτυχίας της με δυσχερέστατες επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον και στη ζωή των ανθρώπων. Δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο άλλο παράδειγμα πόλης κάτω από την οποία να καίει μια υπόγεια πυρκαγιά επί πενήντα έξι συναπτά έτη χωρίς καμία προοπτική να σβήσει. Οι ειδικοί έχουν αποφανθεί πως, με τον παρόντα ρυθμό, η φωτιά αναμένεται να καίει ανεξέλεγκτα για τα επόμενα 250 χρόνια και βάλε.
Δεν ήταν πάντα έτσι όμως. Για περίπου έναν αιώνα η Σεντράλια ήταν μια μικρή, ακμάζουσα πόλη, με περίπου δύο χιλιάδες σκληρά εργαζόμενους κατοίκους. Το 1749, οι αποικιακοί πράκτορες ξεγέλασαν την τοπική φυλή Ινδιάνων και αγόρασαν όλη την περιοχή για πεντακόσιες λίρες και ένα αιώνα αργότερα άνοιξε το πρώτο ορυχείο, προσελκύοντας πληθυσμό στην πόλη. Η Σεντράλια διέθετε έναν δυναμικό επιχειρηματικό τομέα με τράπεζες, ταχυδρομείο, αλλά και πολλά καταστήματα, γυμνάσιο, τέσσερις εκκλησίες και ένα καλαίσθητο δημαρχείο. Ήταν, με άλλα λόγια, μια τυπική, ευχάριστη, βαριεστημένα ανώνυμη αμερικανική πόλη, σαν τόσες άλλες στα βουνά της Πενσιλβανίας.
Δυστυχώς γι’ αυτήν και τους κατοίκους της, είχε το ατυχές προνόμιο να έχει χτιστεί πάνω από 24 εκατομμύρια τόνους ανθρακίτη. Το 1962, μια φωτιά στη χωματερή στην άκρη της πόλης εισήλθε μέσα από ρωγμές στο έδαφος στο ορυχείο, αναφλέγοντας το κοίτασμα ανθρακίτη σε αρκετά σημεία. Η άνδρες της πυροσβεστικής διοχέτευσαν χιλιάδες γαλόνια νερού μέσα στα ρήγματα, αλλά κάθε φορά που φαινόταν ότι η φωτιά είχε σβήσει αναζωπυρωνόταν και εμφανιζόταν με νέες εστίες. Φαίνεται πως αρχικά το πρόβλημα υποτιμήθηκε λόγω του ότι η φωτιά έκαιγε υπογείως, αλλά μερικές εβδομάδες αργότερα είχε γίνει φανερό ότι η πυρκαγιά είχε περάσει, μέσω των στοών, σε ολόκληρο το ορυχείο και έκαιγε πλέον σε τέσσερα διαφορετικά μέτωπα. Στην Εθνική Οδό 61, η άσφαλτος αρχικά ανέδιδε μια ζεστή ομίχλη και μετά ράγισε σε χιλιάδες σημεία κι έσπασε, καθιστώντας αδύνατη τη χρήση του δρόμου. Παντού, η πόλη καλύφθηκε από μια γαλαζωπή αχλή και η εκκλησία του Αγίου Ιγνατίου, χτισμένη σε έναν λόφο πάνω απ’ την πόλη, έδινε την εντύπωση ότι είχε πάρει φωτιά με τους καπνούς να στροβιλίζονται γύρω από τη σκεπή και το καμπαναριό.
Το Γραφείο Ορυχείων των ΗΠΑ έφερε ειδικούς, οι οποίοι πρότειναν μια σειρά από πιθανές λύσεις στο πρόβλημα – από το να σκάψουν μια βαθιά τάφρο γύρω από την πόλη, μέχρι να εκτρέψουν την πορεία της φωτιάς με εκρηκτικά, ή να διοχετεύσουν υδραυλικά απίστευτες ποσότητες νερού υπογείως. Το ζήτημα, βέβαια, ήταν ότι η φτηνότερη από τις λύσεις αυτές θα κόστιζε τουλάχιστον 20 εκατομμύρια δολάρια, άσε που κανείς δεν γνώριζε αν τελικά η επιλεγείσα λύση θα απέδιδε. Έτσι κι αλλιώς, κανείς δεν είχε τη δικαιοδοσία να ξοδέψει τόσα χρήματα και η Σεντράλια λίγο πολύ αφέθηκε στη μοίρα της.
Το 1979, ο τότε δήμαρχός της και ιδιοκτήτης βενζινάδικου στο κέντρο της πόλης, Τζον Κόντινγκτον, κατά τη διάρκεια ελέγχου των υπογείων δεξαμενών καυσίμου κατέγραψε θερμοκρασίες της τάξεως των 78 βαθμών Κελσίου. Ειδικοί αισθητήρες έδειξαν ότι η θερμοκρασία του εδάφους 4 μέτρα κάτω από την επιφάνεια έφτανε τους 534 βαθμούς Κελσίου. Οι κάτοικοι άγγιζαν τα πατώματα και τα κελάρια των σπιτιών τους και τα έβρισκαν καυτά. Άλλοι λιποθυμούσαν από τις αναθυμιάσεις διοξειδίου του άνθρακα μέσα στα ίδια τους τα σπίτια και το 1981 ένας δωδεκάχρονος πιτσιρικάς, που έπαιζε στην αυλή του σπιτιού του, είδε τη γη να ανοίγει κάτω από τα πόδια του και να τον καταπίνει σε έναν κρατήρα βάθους 45 μέτρων. Ευτυχώς, κατάφερε να κρατηθεί από τις ρίζες ενός δέντρου και να σωθεί. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για την ίδια τη Σεντράλια. Η όχι και τόσο μακρινή Ουάσιγκτον αφυπνίστηκε έστω και όψιμα από τα συμβάντα και αποφάνθηκε ότι είχε έρθει η ώρα για την άμεση εκκένωση της πόλης.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα ξόδευε τελικά το ιλιγγιώδες ποσό των 42 εκατομμυρίων δολαρίων για να αδειάσει την πόλη. Καθώς οι άνθρωποι έφευγαν, οι εκσκαφείς κατεδάφιζαν τα σπίτια και τα μπάζα καθαρίζονταν και μεταφέρονταν με παρανοϊκή ευλάβεια έξω απ’ την πόλη, μέχρι που δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι κάποτε υπήρχαν κτήρια εκεί. Καθαρίζονταν κι ευθυγραμμίζονταν μέχρι και οι κήποι και οι πίσω αυλές, λες και κάποιος γραφειοκράτης, κάπου στην πρωτεύουσα, ήθελε να απαλείψει κάθε απόδειξη ότι κάποτε ζούσαν άνθρωποι εκεί.
Σήμερα η Σεντράλια δεν είναι καν πόλη-φάντασμα. Είναι απλά ένας τεράστιος ανοιχτός χώρος με ένα δίκτυο άδειων δρόμων, σουρεαλιστικά εξοπλισμένων με φωτεινούς σηματοδότες και πυροσβεστικούς κρουνούς κι όλα αυτά με μια φωτιά που καίει και θα καίει υπόγεια για αιώνες. Οδηγώντας στους έρημους δρόμους, βλέπεις κάθε δέκα περίπου μέτρα να υπάρχουν προσεκτικά χτισμένα δρομάκια που βγάζουν στο πουθενά. Υπάρχουν ακόμη μερικά σπίτια που στέκουν στη Σεντράλια. Προφανώς, ανήκουν στους σκληροπυρηνικούς κατοίκους της, που αρνήθηκαν να την εγκαταλείψουν όταν εκκενώθηκε η πόλη. Η απογραφή του 2013 κατέγραψε 7 ανθρώπους που ζουν ακόμη εκεί. Είναι παράξενο το ότι τους επιτράπηκε να παραμείνουν, με το ρίσκο να ανοίξει ξαφνικά η γη και να καταπιεί τους ίδιους και τα σπίτια τους, αλλά οι ΗΠΑ είναι μια πραγματικά παράξενη χώρα στην οποία συμβαίνουν εκπληκτικά ευτράπελα.
Η εκκλησία του Αγίου Ιγνατίου, ανάμεσα στους καπνούς και τις αναθυμιάσεις, στέκει ακόμη πάνω από ό,τι έχει μείνει από τη Σεντράλια και πού και πού έρχεται κάποιος ηλικιωμένος πάστορας από το γειτονικό Μάουντ Καρμέλ για μια λειτουργία στα γρήγορα σε μια ξεχασμένη πόλη-σήμα κατατεθέν των παράπλευρων απωλειών της κατάκτησης της αμερικανικής Δύσης.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*