του Γ. Ζαμιάτιν, από το Άρδην τ. 24, Μάρτιος-Απρίλιος 2000

‘Ένατη εγγραφή

Μία Λειτουργία Ίαμβοι και χορικά Το σιδερένιο εκμαγείο

Μια θριαμβευτική, λαμπρή ήμερα. Μια τέτοία μέρα ξεχνά κανείς τις αποτυχίες του, τις ατέλειες, τις αρρώστιες, και όλα είναι αδιατάρακτα κρυστάλλινα, αιώνια, σαν το καινούριο γυάλινο υλικό μας.

Η Πλατεία της Καμπύλης: εξήντα έξι γιγάντιοι ομόκεντροι κύκλοι: η εξέδρα. Και εξήντα έξι σειρές από πρόσωπα γαλήνια σαν λάμπες, με μάτια που αντανακλούν τη λάμψη των ουρανών -η, μπορεί, τη λάμψη τού Μονοκράτους. Κατακόκκινα σαν αίμα λουλούδια: τα χείλη των γυναικών. Χαριτωμένες γιρλάντες από παιδικά πρόσωπα, στις μπροστινές σειρές, κοντά στη σκηνή. Έντονη, απέριττη, αυστηρή γοτθική σιωπή.

Αν κρίνουμε από τις περιγραφές που έφτασαν ως κάτω σε μάς, ένα τέτοιο παρόμοιο συναίσθημα πρέπει να ένιωθαν οι αρχαίοι κατά τη διάρκεια των Θείων Λειτουργιών. Αυτοί, βέβαια, λειτουργούσαν για τον ασύστατο, άγνωστο θεό τους, ενώ εμείς λειτουργούμε για ένα συγκεκριμένο θεό, γνωστό με μεγάλη ακρίβεια, ο θεός τους δεν τους χάρισε τίποτα παρά αιώνιες, γεμάτες πόνους αρρώστιες. Ο θεός τους δεν μπόρεσε να σκεφτεί τίποτα πιο έξυπνο από το να προσφέρει θυσία τον ίδιο του τον Εαυτό και κανείς δεν ξέρει για ποιο λόγο, ενώ ή θυσία που προσφέρουμε εμείς στο θεό μας, το Μονοκράτος, είναι γαλήνια, προσεκτικά μελετημένη, λογική. Ναι, ήταν μια επίσημη λειτουργία που ψάλλαμε στο Μονοκράτος, μια ανάμνηση των κρίσιμων ήμερων και ετών του Διακοσαετούς Πολέμου, ένα μαγευτικό φεστιβάλ θριάμβου των πολλών πάνω στον ένα, του αθροίσματος πάνω στη μονάδα.

‘Ορίστε: μια μονάδα στεκόταν στα σκαλιά της ηλιοψημένης Πλατείας της Καμπύλης, Ένα λευκό πρόσωπο (όχι ακριβώς άσπρο, αλλά άχρωμο), ένα γυάλινο πρόσωπο, με γυάλινα χείλη. Μόνο τα μάτια του υπήρχαν -μαύρες, ρουφηγμένες, βαθιές τρύπες, αυτό μόνο, και κείνη η τρομακτική σιωπή. Του είχαν πάρει ήδη το χρυσό σήμα με τον αριθμό της στολής του. Τα χέρια του ήσαν δεμένα με μία κόκκινη κορδέλα (ένα έθιμο από την αρχαιότητα: η ερμηνεία είναι προφανώς αυτή, ότι δηλαδή στην αρχαία εποχή, όταν γίνονταν τέτοια πράγματα, όχι βέβαια στο’ όνομα του Μονοκράτους, εκείνοι οι καταραμένοι, αισθάνονταν φυσικά ότι είχαν και το δικαίωμα να αντισταθούν και συνεπώς τους έδεναν τα χέρια, κατά κανόνα με αλυσίδες). Εκεί πάνω στην Καμπύλη, κοντά στη Μηχανή, βρισκόταν η μορφή, ακίνητη, σαν από μέταλλο, Εκείνου που τον αποκαλούσαμε ο Ευεργέτης.

Από κεί κάτω που καθόμουν δεν μπορούσε κανείς να διακρίνει το πρόσωπο Του: το μόνο που μπορούσες να δεις ήταν ότι το πρόσωπο Του οριζόταν από αυστηρές, μεγαλειώδεις, ορθογώνιες γραμμές, Τα χέρια Του, όμως… όπως συνήθως συμβαίνει όταν βγάζεις φωτογραφίες, τα χέρια, αν είναι κοντά στη μηχανή, σε πρώτο πλάνο, βγαίνουν τεράστια τραβάνε την προσοχή σου, επισκιάζουν όλα τα άλλα. Κείνα τα βαριά χέρια Του, όπως έμεναν ήσυχα πάνω στα γόνατα του, ήταν φανερό και ήσαν καμωμένα από πέτρα, και πως τα γόνατα μόλις και μετά βίας άντεχαν το βάρος τους.

Και ξαφνικά ένα από κείνα τα τεράστια χέρια υψώθηκε αργά -μια αργή, σιδερένια χειρονομία-και, υπακούοντας στο σηκωμένο χέρι, ένας αριθμός από την εξέδρα πλησίασε την Καμπύλη. Ήταν ένας από τούς Κρατικούς Ποιητές, στον οποίον είχε πέσει η μεγάλη τύχη να στεφανώσει το Φεστιβάλ με τους στίχους του”. Ίαμβοι, θεϊκοί και ορειχάλκινοι, εκτοξεύθηκαν σαν κεραυνοί από την εξέδρα -μιλώντας για κείνον τον τρελό με τα γυάλινα μάτια, που στεκόταν στα σκαλιά και περίμενε τη λογική συνέπεια των τρελών πράξεών του.

…Μια τεράστια πυρκαγιά. Με τους ίαμβους σπίτια κλονίστηκαν, συντριβάνια χρυσής βροχής άρχισαν να πέφτουν. Πράσινα δέντρα, κουλουριάστηκαν, οι χυμοί μάτωσαν, στάλα στάλα, μέχρι πού δεν έμειναν παρά μαυρισμένοι σαν σταυροί σκελετοί. Σ’ αυτό το σημείο ο Προμηθέας (με τον Οποίον εξυπονοούσαμε εμάς τούς ίδιους) μπήκε στη σκηνή:

Και χρησιμοποίησε φωτιά στην ατσαλένια μηχανή Και στο Χάος σφυρηλάτησε. Αλυσίδες τού Νόμου!

Όλα ήταν καινούρια, ατσαλένια: ατσαλένιος ήλιος, ατσαλένια δέντρα, ατσαλένιοι άντρες και γυναίκες. Απρόσμενα κάποιου τρελού “οι αλυσίδες λύθηκαν και λευτερώθηκε” -και για άλλη μια φορά, χάθηκαν όλα… .Δυστυχώς, η μνήμη μου είναι αδύναμη σ’ ό,τι αφορά στίχους, αλλά θυμάμαι ένα πράγμα: δε θα μπορούσαν να επιλεγούν πιο διδακτικές κα πιο ωραίες εικόνες.

Πάλι εκείνη ή αργή, μελετημένη κίνηση, και ένας άλλος ποιητής εμφανίστηκε στα σκαλιά της Καμπύλης. Πετάχτηκα από τη θέση μου -ήταν δυνατό; “Όμως, όχι, εκείνα τα παχιά νεγροειδή χείλη ήσαν δικά. του- ήταν αυτός! Γιατί δε μου είχε πει προηγουμένως πώς τον είχαν εμπιστευτεί για κάτι τόσο υψηλό; Τα χείλη του, πελιδνά, τρεμούλιαζαν. Καταλάβαινα, το να είσαι μπροστά στο πρόσωπο του Ευεργέτη, μπροστά στα πρόσωπα όλου του πλήθους των Φρουρών, πάλι όμως να είναι τόσο ταραγμένος…

Χορικά, κοφτά, γρήγορα, έπεφταν σαν κοφτερό τσεκούρι. Για ένα ανήκουστο έγκλημα, για ιερόσυλους στίχους, στους οποίους Ο Ευεργέτης παρουσιαζόταν σαν… Όχι, δεν μπορώ ούτε στον εαυτό μου να επαναλάβω τούς χαρακτηρισμούς.

Ο R-13, κατάχλομος, χωρίς να κοιτάξει κανένα (δεν περίμενα τέτοια έλλειψη αυτοπεποίθησης από μέρους του), κατέβηκε τα σκαλιά, ξαναπήρε τη θέση του. Σ’ ένα ελάχιστο διαφορικό του δευτερόλεπτου, τσάκωσα μια φευγαλέα ματιά πού έριξε κάποιος -έ-να οξύ μαύρο τρίγωνο- προς τη μεριά του, αλλά αμέσως σβήστηκαν όλα: τα μάτια μου, χιλιάδες μάτια, κοίταζαν εκεί, προς τη Μηχανή. ‘Εκεί, για τρίτη φορά, έδειξε το σιδερένιο, αθάνατο χέρι. Ταλαντευόμενος από ένα ανεπαίσθητο άνεμο, ο εγκληματίας βάδισε αργά- ένα βήμα, άλλο ένα, και μετά το μεγάλο βήμα που ήταν και το τελευταίο που έκανε στη ζωή του. Το πρόσωπο του ήταν στραμμένο στον ουρανό, το κεφάλι του ριγμένο πίσω: κείτονταν στην τελευταία του κλίνη.

Μελετημένα, πέτρινα, σαν μοίρα, ο Ευεργέτης πήγε προς, τη μηχανή, και έβαλε το τεράστιο χέρι Του πάνω σένα μοχλό. Ούτε ένας ψίθυρος, ούτε μία ανάσα : όλα τα μάτια ήσαν καρφωμένα πάνω στο χέρι Του. 7ΐ φλογερός ανεμοστρόβιλος συγκίνησης, σου κόβεται ή ανάσα, γνωρίζοντας πως ένας είναι το όπλο, πως ένας είναι ή δύναμη, ίση με εκατοντάδες χιλιάδες βολτ! Τι ένδοξο πεπρωμένο!

Ένα ατελείωτο δευτερόλεπτο. Το χέρι κατέβηκε συνδέοντας το ρεύμα. Η λάμψη μιας ανυπόφορα ακτινοφόρας λεπίδας, ένα σχεδόν ανεπαίσθητο τρίξιμο, σαν τρεμούλα, μέσα στους σωλήνες της Μηχανής. Το σώμα ενός κομπαστή, μέσα σε αιθέρια λαμπερή ομίχλη, μπροστά στα μάτια μας, τώρα, έλιωνε, έλιωνε, διαλυόταν με τρομακτική ταχύτητα. Και μετά, τίποτα: μόνο μια λιμνούλα από χημικώς καθαρό νερό που μόλις ένα λεπτό προηγουμένως ήταν ταραγμένο και χτυπούσε ρυθμικά μέσα σε μια καρδιά

Όλα αυτά ήσαν απλά, ήσαν γνωστά σε όλους μας: ναι, ή αποσύνθεση της ύλης-ναι, ή διάσπαση του ατόμου μέσα στο ανθρώπινο σώμα.” Κι όμως η κάθε φορά ήταν σαν θαύμα· έμοιαζε μάλλον με μια απόδειξη της ακόμη περισσότερο κι από θανάσιμης δύναμης τού Ευεργέτη.

Εκεί πάνω, μπροστά στο πρόσωπό Του, βρίσκονταν τα ξαναμμένα πρόσωπα καμία δεκαριας γυναικείων αριθμών, με χείλη σάνοιχτα από υπερδιέγερση, κουνούσαν λουλούδια στον αερα* Διατηρώντας ένα παλιό έθιμο δέκα γυναίκες στόλιζαν με λουλούδια τη στολή τού Ευεργέτη. Με το μεγαλειώδες βάδισμα ενός Ιεροφάντη Αυτός κατέβηκε αργά αργά, πέρασε ανάμεσα απο την εξέδρα -ή πορεία Του σημαδευόταν απ’ τα υψωμένα γυναικεία χέρια, που έμοιαζαν με τρυφερά άσπρα κλαδιά, και απ την έκατομμυριόστομη θύελλα απο τις ζητωκραυγές μας. Μετά r. ίδια ζητωκραυγή που χαιρέτιζε το πλήθος των Φρουρών, που ήσαν αόρατα παρόντες εκεί, αναμεσα στις τετράδες μας. Ποιος ξέρει: Ίσως ήσαν ακριβώς αυτοί c: Φρουροί που ή φαντασία των αρχαίων προείδε όταν δημιούργησε τους ευγενικούς και φοβερούς αρχάγγελους, που ήσαν επιφορτισμένοι να φυλάνε κάθε θνητο απ’ την ημέρα της γέννησης του Ναί, υπήρχε κάτι σ’ όλη aυτή την τελετή, κάτι που πήγαζε απο τις αρχαίες θρησκείες, κάτι εξαγνιστικό, όπως μια μπόρα ή μια θύελλα. Εσύ, που μπορεί να συμβαίνει να διαβάζεις αυτά, σου είναι οικείες τέτοιες στιγμές; Άν δεν τις εχεις γνωρίσει αισθάνομαι οίκτο για σένα.

* ‘ Απ’ το Βοτανικό Μουσείο, φυσικά” ‘Εγώ, προσωπικά, δε βρίσκω τίποτα όμορφο σ’ ο, τι ανήκει στον άγριο κόσμο που εξορίστηκε εδώ και καιρό πέρα από το Πράσινο Τείχος.” Όμορφο είναι μόνο ο. α είναι λογικό και χρήσιμο: μπότες, φόρμουλες, τροφή κλπ.

Το απόσπασμα του βιβλίου του Ζαμιάτιν καθώς και το βιογραφικό σημείωμα προέρχονται από την ελληνικη έκδοση του βιβλίου του, Εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1978 σε μετάφραση της Αλίκης Αλεξανδράκη.

Ο Γιεβγκένι Ζαμιάτιν γεννήθηκε στο Λεμπέντιαν της Ρωσίας το 1884.

Σπούδασε ναυπηγική. Από το 1905 μέχρι το 1913 ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση εναντίον τού τσαρικού καθεστώτος. Το 1916 πήγε στην Αγγλία αλλά την επόμενη χρονιά (1917), επέστρεψε στην πατρίδα του και με την υποστήριξη τού Γκόρκι εργάσθηκε σαν εκδοτικός σύμβουλος και σαν υπάλληλος στην Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων. Δεν έλαβε ενεργό μέρος στην Οκτωβριανή Επανάσταση επειδή είχε εγκαταλείψει ήδη το Κόμμα των Μπολσεβίκων. Δημοσίευσε δυο μικρές νουβέλες το 1908 και το 1913, άλλα η γόνιμη συγγραφική περίοδος του αρχίζει το 1918 με τη δημοσίευση τής νουβέλας του Οι Νησιώτες, όπου ήδη παρουσιάζονται τα. πρώτα ίχνη της κριτικής του εναντίον τού καθεστώτος, Το Εμείς γράφτηκε το 1920 και είναι το βιβλίο που τον οδήγησε σε ανοικτή ρήξη με την σοβιετική κυβέρνηση μολονότι δεν κυκλοφόρησε ποτέ στην Ρωσία, ήταν ευρύτατα γνωστό στους λογοτεχνικούς κύκλους της. Το 1931 υπέβαλε προσωπική αίτηση στον Στάλιν για να τού επιτραπεί να εγκαταλείψει τη χώρα. Το επόμενο έτος έφυγε για το Παρίσι και πέντε χρόνιο αργότερα (1937) πέθανε από καρδιακή προσβολή.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek