
Η λυδία λίθος που θα καθορίσει το εάν η Τουρκία θα βαδίσει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση είναι η στάση της απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Του Γιώργου Καραμπελιά από την huffingtonpost.gr
Επί δεκαετίες, τουλάχιστον, όλα έμοιαζαν να λειτουργούν θετικά για την Τουρκία. Η ενίσχυση του ισλαμισμού διεθνώς, η ισχυρή δημογραφία, η αυξανόμενη ισχύς των τουρκικών μειονοτήτων στη Δύση, η υποχώρηση του κουρδικού κινήματος, μετά τη σύλληψη του Οτσαλάν, ο πακτωλός των χρημάτων από τις χώρες του Κόλπου, η βιομηχανία υποκατάστασης εισαγωγών αλλά και οι μεγάλες εξαγωγές οχημάτων –πάνω από 4,5 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο–, η συνεχιζόμενη κατοχή της Κύπρου, η κατάρρευση όλων των ισχυρών γειτονικών χωρών, αρχίζοντας από το Ιράν, το 1979, και καταλήγοντας στη Συρία, το 2012, ενώ στο μεταξύ θα έχει διαλυθεί η Σοβιετική Ένωση, θα έχει αποσυντεθεί το Ιράκ, στα Βαλκάνια θα εκλείψει ο ισχυρός γιουγκοσλαβικός πόλος και η Ελλάδα θα εισέλθει στη μακρόχρονη μνημονιακή κρίση.
Όσο και να φαίνεται παράδοξο σε όσους αντιπαραθέτουν την κοσμική Τουρκία του Κεμάλ με την ισλαμική Τουρκία του Ερντογάν, υπάρχει απόλυτη συνέχεια ανάμεσά τους.
Αποφασιστικό ρόλο διαδραμάτισε η ενίσχυση του Ισλάμ, που αγκάλιασε το σύνολο του μουσουλμανικού κόσμου δίνοντας συχνά την αίσθηση και την ψευδαίσθηση ενός ενιαίου μουσουλμανικού στρατοπέδου ως γεωπολιτικού bloc, ιδιαίτερα στην εγγύς και τη Μέση Ανατολή. Αποφασιστική σημασία για την μεταβολή της μουσουλμανικής θρησκείας σε πολιτική ιδεολογία, θα διαδραματίσουν ένα σύνολο από γεγονότα –η εγκατάσταση του κράτους του Ισραήλ στην Παλαιστίνη, οι αλλεπάλληλοι ισραηλινο-αραβικοί πόλεμοι, η απόρριψη της εκδυτικισμού του Σάχη στο Ιράν, η επέμβαση των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν η εισβολή των Αμερικανών σε Ιράκ και Αφγανιστάν.
Η Τουρκία υπήρξε η τελευταία δύναμη, μετά το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία, που θα επιχειρήσει να μεταβάλει το κύμα του ισλαμισμού σε όπλο γεωπολιτικής ισχύος: εκπρόσωπος της τελευταίας μουσουλμανικής αυτοκρατορίας, σημαντική γεωπολιτικά, με πρωτοφανή οικονομική ανάπτυξη, και στενές σχέσεις με τη Δύση.
Στα πλαίσια της κατάρρευσης του μονοπολικού δυτικού κόσμου, η Τουρκία πίστεψε πως είχε τις δυνατότητες να αποτελέσει τον πυρήνα ενός παγκόσμιου ισλαμικού πόλου, καθώς ο αραβικός κόσμος είχε υποστεί καθίζηση και η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης είχε «απελευθερώσει» τα δεκάδες εκατομμύρια των τουρκόφωνων της Κεντρικής Ασίας. Το τουρκικό πολιτικό ισλάμ, με εκπροσώπους τον Ερμπακάν, τον Γκιούλ, τον Νταβούτογλου και κατεξοχήν τον Ερντογάν και τον Φετουλάχ Γκιουλέν ως ιδεολογικό του μέντορα, θα επιχειρήσει να εκπροσωπήσει όλους τους μουσουλμάνους. Ο παραδοσιακός εθνοκρατικός κεμαλισμός, αναγκαίος για την ανασυγκρότηση του τουρκισμού, θα δώσει τη θέση του σε μια νέα σύνθεση τουρκισμού, παντουρανισμού, οθωμανισμού και ισλαμισμού, δηλαδή του νεο-οθωμανικού ισλαμοκεμαλισμού.
Εξάλλου, όσο και να φαίνεται παράδοξο σε όσους αντιπαραθέτουν την κοσμική Τουρκία του Κεμάλ με την ισλαμική Τουρκία του Ερντογάν, υπάρχει απόλυτη συνέχεια ανάμεσά τους. Απλώς εκπροσωπούν διαφορετικές φάσεις της νεότερης τουρκικής ιστορίας. Η Τουρκία του Κεμάλ επιχείρησε, –μετά την εθνοκάθαρση και την εκδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών, Ελλήνων και Αρμενίων–, να ενσωματώσει σε ένα τουρκικό εθνικό κράτος όλους τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, Λαζούς τσερκέζους, Άραβες και προπαντός τους Κούρδους. Και εν μέρει το πέτυχε, καθώς πληθυσμοί χωρίς ισχυρή εθνική συνείδηση ενσωματώθηκαν στον τουρκισμό. Όμως αυτό το εγχείρημα απέτυχε ως προς τη σημαντικότερη ομάδα, τους Κούρδους, οι οποίοι ξεκίνησαν και ένοπλο αγώνα υπό τον Οτσαλάν και το ΡΚΚ. Τότε, το κεμαλικό τουρκικό πολιτικό σύστημα –μετά το πραξικόπημα του στρατηγού Εβρέν το 1980– θα αρχίσει να χρησιμοποιεί το ισλάμ σε μια έσχατη απόπειρα ενσωμάτωσης των Κούρδων και θα δημιουργηθούν μαζικά τα πρώτα ισλαμικά σχολεία. Τον ίδιο δρόμο θα ακολουθήσει και ο Οζάλ και θα τον ολοκληρώσουν ο Ερμπακάν και ο Ερντογάν που θα μεταβάλουν το πολιτικό ισλάμ σε κυρίαρχη δύναμη της Τουρκίας. Καθώς λοιπόν ο ισλαμισμός θα καταστεί παγκόσμιο κίνημα, η τουρκική εκδοχή του Ισλάμ, στηριγμένη στα διεθνή δίκτυα του Φετουλάχ Γκιουλέν, θα καταστεί και «εξαγώγιμο» προϊόν. Και ο Ερντογάν θα επιχειρήσει να μεταβληθεί στον νέο Καλίφη μετά τον σουλτάνο.
(Η Τουρκία) Σταδιακώς, μεταβάλλεται σε μία δύναμη του «ενδιάμεσου χώρου» που χρησιμοποιεί τη στρατηγική γεωπολιτική της θέση για να καθίσταται απαραίτητη σε όλους – μήπως όμως και να τους δυσαρεστεί όλους, μια και μάλλον δεν διαθέτει τα απαραίτητα μεγέθη ώστε να καταστεί η μεγάλη δύναμη που ονειρεύεται;
Αυτή η νέα πορεία, μετά το 2010 και το Μαβί Μαρμαρά, θα οδηγήσει σε μία σειρά από μετατοπίσεις μεγάλης κλίμακας. Κατ’ αρχάς, θα διαρραγεί η στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ ενώ, με την εμπλοκή του στην αραβική Άνοιξη και τη συμμαχία με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, θα έλθει σε αντιπαράθεση με τις σημαντικότερες αραβικές χώρες, Αίγυπτο, Σαουδική Αραβία, Συρία. Την ίδια περίπου εποχή, θα πραγματοποιηθεί η ρήξη με τον Φετουλάχ Γκιουλέν, ο οποίος δεν επεδίωκε την αντιπαράθεση με τη Δύση αλλά τη μεταβολή της Τουρκίας στον προνομιακό συνομιλητή της. Ρήξη που θα οδηγήσει στο πραξικόπημα του 2016, όταν ο Ερντογάν, μαζί με τους Γκρίζους Λύκους και τους ευρασιανιστές στρατηγούς, θα έρθει σε σύγκρουση με τους γκιουλενιστές, τους κεμαλικούς και τις υπηρεσίες… των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Εν συνεχεία, με αφετηρία το κουρδικό ζήτημα στη Συρία και το Ιράκ, θα προσεγγίσει εκών ή άκων τη Ρωσία και το… Ιράν, και την Κίνα στο οικονομικό πεδίο. Απομακρύνεται έτσι όλο και περισσότερο από τη Δύση αναπτύσσοντας μία ευρα σιατική στρατηγική, ενώ συγκρούεται και με τη Γαλλία στην Αφρική. Σταδιακώς, μεταβάλλεται σε μία δύναμη του «ενδιάμεσου χώρου» που χρησιμοποιεί τη στρατηγική γεωπολιτική της θέση για να καθίσταται απαραίτητη σε όλους – μήπως όμως και να τους δυσαρεστεί όλους, μια και μάλλον δεν διαθέτει τα απαραίτητα μεγέθη ώστε να καταστεί η μεγάλη δύναμη που ονειρεύεται;
Η λυδία λίθος που θα καθορίσει το εάν η Τουρκία θα βαδίσει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση είναι η στάση της απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο. Διότι μία Τουρκία σε ένοπλη αντιπαράθεση με την Ελλάδα, την Κύπρο, και εμμέσως ή ανοικτά με τη Γαλλία και το Ισραήλ, θα οδηγηθεί σε ρήξη με το δυτικό στρατόπεδο. Όσο και εάν η Γερμανία και η ΗΠΑ, η καθεμιά για τους δικούς της λόγους, δεν επιθυμούν μία ρήξη με την Τουρκία, θα υποχρεωθούν να πάρουν θέση.
Εάν δε η Ευρώπη, σπρωγμένη και από μια τέτοια σύγκρουση, αποκτήσει μία κατ’ ελάχιστον ενιαία στρατιωτική και πολιτική υπόσταση, είναι πιθανό και η Ρωσία να εγκαταλείψει τις ευρασιανικές ονειρώξεις του Ντούγκιν και να στραφεί προς τον φυσικό της ευρωπαϊκό χώρο. Εξάλλου, η ενεργός ανάμιξη της Τουρκίας στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, στο πλευρό των τουρκόφωνων σιιτών Αζέρων, απειλεί να πλήξει τη Ρωσία στο μαλακό της υπογάστριο, του Καυκάσου και των τουρκόφωνων δημοκρατιών της Κεντρικής Ασίας.
Ο χρόνος για πρώτη φορά μετράει αντίστροφα
Παράλληλα, ο χρόνος μοιάζει να δουλεύει, ίσως για πρώτη φορά, εναντίον της. Η οικονομική επέκταση αγκομαχά, το κύμα του ισλαμισμού χάνει την ισχύ του και πληθαίνουν οι αντίπαλοι και οι ανταγωνιστές.
Στο εσωτερικό συρρικνώνεται η βάση του καθεστώτος: σύγκρουση με τον δημιουργό του τουρκικού ισλαμισμού, τον Φετουλάχ Γκιουλέν, και με τον θεωρητικό του νεο-οθωμανισμού Ντραβούτογλου﮲ αποξένωση από τα δυτικόστροφα μεσαία στρώματα, μετά την εξέγερση στο πάρκο Γκεζί, το 2013﮲ κατάρρευση της τουρκικής λίρας που συρρικνώνει δραματικά τα εισοδήματα﮲ αυξανόμενη αποξένωση των κουρδικών πληθυσμών. Τέλος στερεύουν οι εισροές κεφαλαίων.
Η χρήση του ισλαμισμού καθίσταται μάλλον αντιπαραγωγική, στον βαθμό που η ίδια η πατρίδα του Προφήτη, η Σαουδική Αραβία, η μεγαλύτερη αραβική χώρα, η Αίγυπτος, καθώς και τα υπερεξοπλισμένα Εμιράτα, μεταβάλλονται στον ανοιχτό αντίπαλο της Τουρκίας στο εσωτερικό του μουσουλμανικού κόσμου.
Η αραβοϊσραηλινή προσέγγιση και η άνοδος του Μπάιντεν στον προεδρικό θώκο μπορεί να οδηγήσει τουλάχιστον άμεσα, σε ρεαλιστικότερη πολιτική απέναντι στους Παλαιστίνιους, οπότε θα μειωθεί έτι περαιτέρω η σημασία του πολιτικού ισλάμ.
Καθώς ο αραβικός εθνικισμός επιστρέφει, ο τουρκικός ισλαμισμός οδηγείται σε μια παρά φύση συμμαχία με το… σιιτικό Ιράν προκειμένου να αντιμετωπίσει την κοινή κουρδική απειλή. Με συνέπεια μεγαλύτερες αντίθεσεις με το Ισραήλ, τα Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και τις ΗΠΑ. Ενώ και στο Αζερμπαϊτζάν η συμμαχία με τους σιίτες Αζέρους εδράζεται αποκλειστικά στην εθνοτική-γλωσσική κοινότητα, καθώς το σιιτικό Ιράν στηρίζει την Αρμενία! Τέλος, η συμμαχία με τη Ρωσία παραπαίει καθώς συγκρούεται μαζί της στη Συρία, τη Λιβύη, ίσως και τον Καύκασο!
Εν τέλει, το ισλάμ της Τουρκίας γίνεται κατεξοχήν τουρκικό, και αντί για στοιχείο ενοποίησης των μουσουλμάνων μετατρέπεται σε στοιχείο διαίρεσης.
Η Τουρκία διατηρεί ακόμα σημαντικές προσβάσεις στους παραδοσιακούς της συμμάχους, το Πακιστάν, τη Μαλαισία, τη μουσουλμανική μειονότητα της Ινδίας, το Μπαγκλαντές, πολλές μουσουλμανικές χώρες της Μαύρης Αφρικής καθώς και στους μουσουλμάνους της Δυτικής Ευρώπης και της Ρωσίας, δημιουργώντας νέους εχθρούς στην Ινδία και τη Γαλλία σε μια φρενιτιώδηυπερεπέκταση.
Γενικότερα, η Τουρκία του Ερντογάν έχει υπερεπεκταθεί σε όλα τα πεδία, στην οικονομία, στις στρατιωτικές δαπάνες, στον ιδεολογικό μπιζιμποντισμό, πολύ περισσότερο από όσο αντέχουν τα πραγματικά μεγέθη και οι δυνατότητές της.
Και αν κάποιοι θωρήσουν υπερβολή την ανάδειξη της Ελλάδας ως τη λυδία λίθο που θα κρίνει την εξέλιξη της τουρκικής πολιτικής έναντι της Δύσης αλλά και του μέλλοντος της Τουρκίας, ας αναλογιστούν τι συνέβη… διακόσια χρόνια πριν
Πολλοί Τούρκοι εθνικιστές αλλά και δυτικοί, ή και Έλληνες «κατευναστές», αυτό ακριβώς προσάπτουν στον Ερντογάν. Ότι δηλαδή, κρίνει την ταχύτητα επέκτασης της τουρκικής επιρροής με βάση το δικό του προσωπικό «ρολόι» και όχι εκείνο των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της Τουρκίας.
Εντούτοις, ο Ερντογάν οδηγήθηκε στη στρατηγική της υπερεπέκτασης σπρωγμένος από μια αδήριτη αλληλουχία γεγονότων. Η κατάρρευση του Ιράκ και της Συρίας ενίσχυσε τα κουρδικά αυτονομιστικά κινήματα ενώ παράλληλα ενισχύθηκε το HDP στο εσωτερικό της Τουρκίας. Σε ένα πλαίσιο παγκόσμιας ενίσχυσης του ισλαμισμού η Τουρκία θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει άμεσα όσες ευνοϊκές συγκυρίες διέθετε, ώστε να προλάβει τις μακροπρόθεσμες γεωπολιτικές εξελίξεις. Πάνω από όλα, τη συγκρότηση σε κράτος του κουρδικού έθνους, που ξεπερνάει ήδη τα 35 εκατομμύρια πληθυσμό, την αυξανόμενη ισχύ του αραβικού κόσμου, την ενίσχυση των αντι-ισλαμικών ρευμάτων σε όλη την Ευρώπη, την πιθανή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά από 10 χρόνια κρίσης. Συνεπώς, η φυγή προς τα μπρος και η επέκταση έμοιαζαν αναπόφευκτες και όχι απλά μία επιλογή ανάμεσα σε άλλες. Αυτό εξάλλου κάνει τόσο επικίνδυνη την Τουρκία, το ότι η επέκταση είναι όρος επιβίωσης γι’ αυτήν. Είτε θα μεταβληθεί σε μεγάλη δύναμη, εδώ και τώρα, είτε θα οδηγηθεί σε κρίση και συρρίκνωση.
Εάν η Τουρκία δεν είχε παρέμβει στις εξελίξεις, τότε οι Κούρδοι θα είχαν δημιουργήσει απειλητικές κρατικές ή ημικρατικές οντότητες σε Συρία και Ιράκ, τη στιγμή που σε 10 ή 20 χρόνια ο κουρδικός πληθυσμός της Τουρκίας και του άμεσου περίγυρού της θα ξεπερνά τον τουρκικό πληθυσμό. [Ήδη ο τουρκικός πληθυσμός αποτελεί μόλις το 70% του πληθυσμού ενώ ένα 20%, τουλάχιστον, δηλαδή οι Κούρδοι, έχουν δική τους αυτόνομη εθνική συνείδηση]. Παράλληλα, ο αραβικός κόσμος της Μέσης Ανατολής θα έχει μεταβληθεί σε μία, πληθυσμιακή υπερδύναμη. (Ήδη, η Αίγυπτος αριθμεί 110 εκατομμύρια πληθυσμό, και διαθέτει ισχυρότατο στρατό, η άλλοτε έρημη Αραβική Χερσόνησος φθάνει τα 90 εκατομμυρία, ενώ οι χώρες του Μαγκρέμπ θα φτάσουν σύντομα τα 100 εκατομμύρια, ένας ακόμα λόγος που καθιστούσε «υποχρεωτική» την επέμβαση στη Λιβύη.) Παράλληλα, ο ενοποιητικός ο ρόλος του πολιτικού ισλάμ υποχωρεί –και οι Κούρδοι εξάλλου μουσουλμάνοι είναι.
Κατά συνέπεια, η Τουρκία είτε θα μεταβληθεί σε μία μεγάλη δύναμη που θα ενσωματώσει πληθυσμούς, εδάφη και θάλασσες, είτε θα υποχρεωθεί να μεταβληθεί σε εθνικό κράτος έχοντας απωλέσει σημαντικό κομμάτι εδαφών και κάθε μεγαλοϊδεατικό όνειρο. Εφόσον η προσπάθεια της ένταξης των Κούρδων σε ένα δημοκρατικό ισλαμικό κράτος, που επιχειρήθηκε στη δεκαετία του 2000, θα αποδειχθεί φενάκη, δεν έμενε άλλος δρόμος από τη στρατιωτικοποίηση της αντιπαράθεσης και τη μεταβολή του τουρκικού ισλάμ σε όπλο μιας sui generis τουρκικής «τζιχάντ».
Και μια και τα πράγματα έφτασαν εκεί, δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά η εμμονή σε αυτόν. Διαφορετικά, η Τουρκία θα έπρεπε να εγκαταλείψει τον ισλαμισμό, αποδεχόμενη τον αυξανόμενο ρόλο των αλεβιτών και των κοσμικών τουρκικών πληθυσμών των παραλίων, καθώς και μια μορφή τουρκο-κουρδικής Ομοσπονδίας, που θα οδηγούσε μακροπρόθεσμα στη συγκρότηση ενός ενιαίου κουρδικού κράτους. [Άλλωστε, το γεγονός ότι η Τουρκία δεν είναι μονοεθνικό κράτος καταδεικνύεται από τον υστερικό και ανασφαλή εθνικισμό της και από την επιστράτευση του ισλάμ ως εσωτερικού ενοποιητικού στοιχείου.]
Μόνο μία τέτοια Τουρκία, εντελώς απίθανη σήμερα, θα μπορούσε να εδραιώσει ειρηνικές σχέσεις με όλους τους γείτονές της, και κατεξοχήν τους Έλληνες της Ελλάδας και της Κύπρου. Προοπτική που μοιάζει σήμερα με σενάριο επιστημονικής φαντασίας και η πραγματοποίησή του προϋποθέτει την κατάρρευση του ισλαμοφασισμού και του Ερντογάν που συνδέθηκε άρρηκτα μαζί του.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η στάση του Ερντογάν ήταν τόσο παρανοϊκά επιθετική έναντι των Ελλήνων· γι’ αυτό και η ισλαμοποίηση της Αγίας Σοφίας, γι’ αυτό και η ανάμειξη στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, ως μία στρατιωτική φυγή προς τα μπρος, γι’ αυτό εντέλει και acontrario η… πρόσκαιρη διπλωματική αναδίπλωση του Ερντογάν μετά τη σθεναρή ελληνική στάση!
ΥΓ.Και αν κάποιοι θωρήσουν υπερβολή την ανάδειξη της Ελλάδας ως τη λυδία λίθο που θα κρίνει την εξέλιξη της τουρκικής πολιτικής έναντι της Δύσης αλλά και του μέλλοντος της Τουρκίας, ας αναλογιστούν τι συνέβη… διακόσια χρόνια πριν. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821 όλες οι μεγάλες δυνάμεις την είχαν καταδικάσει και η Αγγλία και η Αυστρία βοηθούσαν ανοιχτά τους Τούρκους. Και επειδή οι Έλληνες συνέχισαν να αντιστέκονται, το 1827 καταβύθισαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο στο Ναυαρίνο, ενώ το 1828-29 η Ρωσία συνέτριψε τις τουρκικές δυνάμεις υποχρεώνοντας την Τουρκία να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Και έκτοτε άρχισε η αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ας το σκεφτούν καλά τόσο οι Τούρκοι, όσο και εκείνοι οι Έλληνες που εξακολουθούν ακόμα να θεωρούν ανέφικτη την αντίσταση έναντι της Τουρκίας. Εξάλλου οι τελευταίοι μήνες, από τον Έβρο μέχρι την κρίση στο Ανατολικό Αιγαίο και τη συνέχειά της μάλλον δείχνει κατά που φυσάει ο άνεμος. (Πόσο μάλλον που οι… Αιγύπτιοι κληρονόμοι του Ιμπραήμ θα είναι μάλλον σύμμαχοί μας απέναντι στον φαντασιόπληκτο νεοσουλτάνο.)
6 ΣΧΟΛΙΑ
Συγγνώμη κύριε Καραμπελιά αλλά με όλο τον σεβασμό, αλλά από που και ως που μια Τουρκιά 40-50 εκατομμύριων, με ανατολικά σύνορα στα Ταύρος – Αντίταυρος – ποταμός Μουράτ, θα αποδεχτεί ελληνικό έλεγχο στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο, και ελληνική Κύπρο. Δεν διαφωνώ ότι μια απώλεια του 1/5 της χωράς θα είναι έν;ας κοσμοϊστορικό γεγονός, αλλά όπως είπατε πιο πιθανό να βοηθήσει πάρα να κάνει ζημιά στην εδραίωση εθνικού Τουρκικού κράτους. Η ιδεολογία του Κεμαλ δεν αποδομείται από την απώλεια του Κουρδιστάν. Στο κάτω κάτω οι Κεμαλιστές και Ατατουρκτζου πανεύκολα λένε ότι για την απώλεια ευθύνονται οι ισλαμιστές και τουρανιστές όπως και το Κομιτάτο ευθύνονταν (στο αφήγημα τους )για την απώλεια τον Οθωμανικών εδαφών 1912-1918.
Και αυτό το κράτος, αποκλεισμένο από την Μέση Ανατολή από το Κουρδιστάν, προς το Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο θα κοιτάξει εκ των πραγμάτων. Και είτε μιλάμε για Αλεβίτες είτε για κοσμικούς (Ατατουρκτζου) ούτε ή μια ούτε η άλλη ομάδα διαφωνούν με την θέση ότι το Αιγαίο δεν πρέπει να γίνει Ελληνική λίμνη, ή ότι η Κύπρος δεν πρέπει να ενωθεί ή ότι μια οποία επανένωση δεν πρέπει να είναι μια οπού η Ελληνική κοινότητα είναι δημοκρατικά κυρίαρχη. Μάλιστα το τέλος του Τουρκικού μεγαλοϊδεατισμού θα απελευθερώσει την δυνατότητα της επιστροφής της Τουρκίας στο οποιοδήποτε “Δυτικό” στρατόπεδο.
Το ότι είναι πιο πιθανό να τελειώσει η προσπάθεια ενός κομματιού της Τουρκικής κυρίαρχης τάξης να γίνουν μεγάλη δύναμη με ήττα και ακρωτηριασμό, δεν αποσβήνει το γεγονός ότι οποίο κράτος ελέγχει την Μικρά Ασία δεν θα δεχτεί ποτέ τον αποκλεισμό του από Αιγαίο, Αν. Μεσόγειο, Κύπρο. Οπότε δεν νομίζω ότι μια μονο-εθνικη Τουρκιά θα ψάξει για ειρηνικές σχέσεις με την Ελλάδα. Είτε θα είναι ρεβιζιονιστική προς οτιδήποτε καταφέρει να απελευθέρωση η Ελλάδα κατά την διάρκεια κατάρρευσης του εγχειρήματος για άνοδο σε μεγάλη δύναμη, είτε θα συνεχίσει την πολιτική εναντίωσης στη θαλασσιά περικύκλωση από τον ελληνισμό.
Αυτά δεν έχουν σχέση με μεγάλες ιδέες, και ούτε καν με το αν οι κάτοικοι της Ανατολίας λέγονται Τούρκοι, Ρωμιοί, Ανατολίτες κτλ. Είναι η γεωγραφία που θέτει σε αντιπαράθεση οποίον ελέγχει την Μικρά Ασία, με οποίον μπορεί να ελέγξει τις θάλασσές γύρω της. Για να τελειώσει ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός χωρίς απολυτή νίκη ενός ή του αλλού, χρειάζεται να αναδειχτεί τρίτη δύναμη που να είναι τέτοιος κίνδυνος και για της δυο, που η έννοια της νίκης να εκφυλίζεται. Έτσι τέλειωσαν 300 χρονιά Δανό – Σουηδικών πολέμων (με την ανάποδο της Ρωσίας), και τον ίδιο ρολό έπαιξε η Ιταλία για την Ελληνοτουρκική ειρήνη του 1930-1940.
Υ.Γ Η ιδέα ότι μια Τούρκο – Κουρδική ομοσπονδία ή συνομοσπονδία θα είναι πιο ασφαλές κράτος για την Ελλάδα, είναι ενδιαφέρουσα, αλλά εγώ θα επισημάνω ότι η Αυστρο – Ουγγρική Αυτοκρατορία (Συνομοσπονδία ουσιαστικά) του 1867-1918 ήταν πιο επιθετικό κράτος από την Αυστριακή Αυτοκρατορία του 1809-1867. Μια Τούρκο – Κουρδική ομοσπονδία θα έχει εθνικιστικούς λογούς να είναι επιθετική προς την Μέση Ανατολή για ενοποίηση του Κουρδιστάν στα πλαίσια της (Σαν εθνικού κράτους των Κουρδών).
Αγαπητέ φίλε παρότι οι παρατηρήσεις σου είναι ενδιαφέρουσες και αποτελούν βάση για συζήτηση ίσως δεν έχεις παρακολουθήσει το σύνολο της προβληματικής μου, που έχει εκτεθεί σε πολλές περιπτώσεις παρ’ ότι αυτή μπορεί να διαφανεί κάποτε με ελλειπτικό τρόπο σε ένα εξ ανάγκης περιορισμένο άρθρο.
Κατ’ αρχάς, ξεκινάμε από μία θεμελιώδη και βασική παραδοχή, ότι δηλαδή η αλλαγή του συσχετισμού δύναμης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, έχει τις ρίζες της το 1922. Τότε χάσαμε τη δυνατότητα να ολοκληρώσουμε τη «Μεγάλη Ιδέα», δηλαδή την ανασύσταση του ύστερου Βυζαντινού κράτους, με επίκεντρο της Κωνσταντινούπολη και ένα μέρος της Μικράς Ασίας, με την Σμύρνη, ως επίκεντρο, και την δημιουργία Ελληνοποντιακού, Κουρδικού, Αρμενικού κράτους, και τουρκικού κράτους γύρω από την Άγκυρα, δηλαδή λίγο πολύ ότι προέβλεπε η συνθήκη των Σεβρών, εκτός από το ζήτημα της Κωνσταντινούπολης. Μόνο η εφαρμογή της θα είχε λύσει επί τέλους το περιβόητο Ανατολικό ζήτημα. Στον βαθμό που, εξαιτίας των εμφύλιων διαμαχών, μας αποτύχαμε στο «παρά πέντε», και η Τουρκία συνέχισε να κατέχει την Κωνσταντινούπολη –μαζί με τα Στενά του Βοσπόρου η σημαντικότερη ίσως πόλη του κόσμου– και το σύνολο της Μικράς Ασίας, χάθηκε η δυνατότητα για μια ειρηνική εξέλιξη στην περιοχή. Οι χριστιανοί εξεδιώχθηκαν από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη, οι Κούρδοι διαμοιράστηκαν σε τέσσερις διαφορετικές χώρες και οι Τούρκοι απέκτησαν τη δυνατότητα να καταστούν κυρίαρχη δύναμη της περιοχής. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει δυνατότητα ανατροπής αυτών των δεδομένων και η αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας σε βάθος χρόνου έχει μια και μόνη δυνατότητα, την οποία ήδη αναφέρω στο άρθρο μου: τη δημιουργία ισχυρών στρατηγικών συμμαχιών και μακροπρόθεσμα τη συγκρότηση της Ευρώπης σε ένα ομοσπονδιακό κράτος, λιγότερο ή περισσότερο χαλαρό, του οποίου η Ελλάδα και η Κύπρος να αποτελούν την Ανατολική, Μεσογειακή απόληξη.
Αυτό το νόημα έχει η στρατηγική συμμαχία με τη Γαλλία, σε βάθος χρόνου, πέρα από την άμεση σημασία της. Σε μια τέτοια Ευρωπαϊκή προοπτική θα μπορούσε να συγκροτηθεί και ένας βαλκανικός πόλος και πάρα πέρα να προσχωρήσει και η Ρωσία σε μια τέτοια Ευρωπαϊκή προοπτική. Μόνον έτσι θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί οριστικά η τουρκική επιθετικότητα και να υποχρεωθεί η Τουρκία να αναγνωρίσει το γεγονός πως τα σύνορά της με την Ελλάδα και την Ευρώπη, βρίσκονται στα ελληνικά νησιά. Εξάλλου η Ελλάδα δεν βάζει ούτε πρόκειται να βάλει εμπόδια στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα στην περιοχή.
Μέχρι όμως να περάσουμε σε μια τέτοια φάση πρέπει να κερδίσουμε χρόνο, συγκροτώντας στρατηγικές και τακτικές συμμαχίες απέναντι στην Τουρκία, από τη Γαλλία μέχρι τα Εμιράτα και προφανώς με τους Κούρδους. Αυτές θα μας επιτρέψουν να ανασυγκροτηθούμε δημογραφικά οικονομικά και αμυντικά. Στο μεταξύ οι συνέπειες του κουρδικού θα οδηγήσουν αναπόφευκτα την Τουρκία σε μια μακρά περίοδο «εσωστρέφειας» και όταν βγει από αυτή, εμείς θα έχουμε ήδη προχωρήσει στην κατεύθυνση που προανέφερα. Αυτή είναι η μόνη, δύσκολη, αλλά ρεαλιστική δυνατότητά να διατηρήσουμε την ανεξαρτησία μας απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα.
Δεν διαφωνώ με την βασική θέση και την γνωρίζω από την εργογραφία σας (θα διαφωνήσω με το κατά ποσό θα είχαμε ειρηνικές σχετίσεις με μια Τουρκιά Ανατολίας. Και την Βουλγαρία νικήσαμε δυο φορές και μέχρι το 1990 ειρηνικές σχέσεις δεν είχαμε. Ούτε θεωρώ ότι μια Αρμένια 2-3 εκατομμυρίων το 1921 θα μπορούσε να επιβληθεί στους Μουσουλμανικούς πληθυσμούς της περιοχής που επιδίκασε ο Ουίλσον, ειδικά άνευ εγγυήτριας στρατιωτικής δύναμης, ούτε κατά ποσό το Κουρδιστάν της Συνθήκης Σέρβων θα ήταν βιώσιμο και αν θα μπορούσε να καλύψει το σύνολο τον κουρδικών περιοχών-οι Άγγλοι ξεκάθαρα μίλαγαν για ένα μικρό κράτος του χεριού τους , αλλά τα αν δεν λύνονται ποτέ). Απλά επισημάνω ότι το ελληνοτουρκικό σύστημα, όπως και το Δανό – Σουηδικό έχουν γεωγραφικές συνθήκες που δεν επιτρέπουν εύκολη μετάβαση από διακρατική αντιπαλότητα σε ειρηνικές σχέσεις. Κανένα κράτος στην Μικρά Ασία δεν θα αποδέχονταν χωρίς πειθαναγκασμό να ελέγχει την ναυτική πρόσβαση άλλο κράτος (δεν διαφωνώ σε αυτό που είπατε, αλλά οι Τουρκική πολιτική κουλτούρα συμφωνεί απολυτά με την λογική Ρισελιέ ότι ουδέν κράτος δεν μπορεί αν αφήνει την ασφάλεια και ευημερία του στην διακριτική ευκαιρία αλλού κράτους). Θεωρώ ότι η ανάλυση σας είναι σωστή στο που θα καταλήξει η υπερέκτασή της Τουρκίας (διαβάστε το εξαιρετικό Myths of Empire του Τζακ Σνυδερ για παρόμοια παραδείγματα και γιατί αποτυγχάνουν), απλά δεν θεωρό ότι τα προβλήματα μας θα τελειώσουν με την επαναφορά στην Τουρκιά εσωστρεφών δυνάμεων. Φυσικά μας δίνει χρόνο για σημαντικές κινήσεις, ίσως απελευθέρωσης καμάτου των κατεχομένων στην Κύπρο, και απελευθέρωσης Ίμβρου και Τένεδου. Και οι δυο, κινήσεις που θα μας δώσουν μια καλύτερη θέση στην αναπόφευκτη Μικρασιατική αντίδραση (είτε το κράτος λέγεται Τουρκιά, Τουρκιά – Κουρδιστάν, ή Ανατολικά).
Ευχαριστώ για την απόκριση σας και την δημοσίευση σας. Παρόλο που διαφωνώ βαθιά σε πολλές θέσεις του χώρους σας (είμαι παντρεμένος με Τουρκάλα Ατατουρκτοζυ οπότε δεν έχω θέση στην Ελλάδα που χτίζεται) θεωρώ ότι το Αρδην-Ρηξη είναι η μονή πολιτική δύναμη στην Ελλάδα που προσφέρει μια σωστή ανάλυση του τι έχουμε, και τι θα γίνει. Πραγματικά εύχομαι να γιγαντωθεί το κίνημα σας, γιατί είναι από τα λίγα που έχουν μια ολοκληρωμένη λύση για την χωρά. Καλή δύναμη και καλό κουράγιο.
Μια και ανοίξαμε τη συζήτηση ας την ολοκληρώσουμε γιατί θίγει ενδιαφέροντα ζητήματα. Εάν είχε εφαρμοστεί η συνθήκη των Σεβρών και η Ελλάδα είχε κρατήσει την Ανατολική Θράκη, την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, είχε δημιουργηθεί Αρμενικό, Κουρδικό και ελληνοποντιακό κράτος θα ήταν ριζικά διαφορετική η πληθυσμιακή και γεωπολιτική πραγματικότητα της περιοχής. Με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα της δεκαετίας του 1910 σήμερα θα είχαμε στην περιοχή ένα ελληνικό κράτος 25 έως 30 εκατομμυρίων, ένα μικρότερο τουρκικό κράτος (γιατί οι Τούρκοι ενσωμάτωσαν μη τουρκικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς) ένα Αρμενικό κράτος τουλάχιστον 10 εκατομμυρίων αν όχι και μεγαλύτερο (να σας θυμίσω ότι σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία η Αρμενική διασπορά αριθμεί σήμερα τουλάχιστον 7 εκατομμύρια από το σύνολο των 10 ή 11 εκατομμυρίων Αρμενίων), οι Ελληνοπόντιοι θα ήταν τουλάχιστον 6 ή 7 εκατομμύρια και το κουρδικό κράτος θα αριθμούσε 30 εκατομμύρια (Κούρδοι Τουρκίας, Συρίας, Ιράκ).
Μια τέτοια πληθυσμιακή σύνθεση θα απαγόρευε οποιονδήποτε τουρκικό αλυτρωτισμό και θα είχε λύσει οριστικά το Ανατολικό ζήτημα. Αλλά βέβαια τα πράγματα δεν έγιναν έτσι.
Και εάν τα αναφέρω δεν είναι για να γυρίσω σε έναν κλαυθμό για το τι χάσαμε αλλά για να καταδείξω πως η Μικρασιατική εκστρατεία και η Συνθήκη των Σεβρών ήταν πραγματικά ρεαλιστικές δυνατότητες, παρά τα αντιθέτως λεγόμενα από ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής διανόησης και το σύνολο σχεδόν της Αριστεράς. Θυμάμαι μάλιστα μια συζήτηση με τον πολύ σημαντικό διανοούμενο πατριώτη και εκλιπόντα φίλο Άρη Ζεπάτο επί του θέματος, σχεδόν πριν 30 χρόνια, ο οποίος τόνιζε πως εάν είχε συμβεί κάτι τέτοιο οι Τούρκοι θα είχαν συνταχθεί με τους Γερμανούς στον Β ΄Παγκόσμιο Πόλεμο για να πάρουν την ρεβάνς και θα μας είχαν πετάξει στη θάλασσα. Και του απάντησα ότι πρώτον δεν γνωρίζουμε πως θα είχε εξελιχθεί ο Πόλεμος στην περιοχή μας αλλά και σε μια τέτοια πιθανότητα οι Τούρκοι θα είχαν συνταχθεί πάλι με το μέρος των χαμένων του Β΄ Πολέμου με ότι συνέπειες θα είχε αυτό μετά το τέλος του πολέμου! Όμως βέβαια τα πράγματα δεν έγιναν έτσι και ούτε γυρνάνε πίσω. Και σήμερα αντιμετωπίζουμε την Τουρκία από υποδεέστερη θέση,
Όμως δεν βλέπω να αναφέρεστε στο βασικό μου επιχείρημα, της συγκρότησης μιας Ευρωπαϊκής συμμαχίας ως της αποφασιστικής απάντησης στον τουρκικό επεκτατισμό. Και αυτό είναι το ζητούμενο και το εφικτό σήμερα.
Καλησπέρα κύριε Γιώργο (αν επιτρέπετε). Είναι μεγάλη συζήτηση για το τι μπορούσε να επιτευχθεί από την Μικρασιατική Εκστρατεία και δεν επιθυμώ να την ανοίξω εδώ. Θεωρώ αρκετά, αλλά όχι όσα αναφέρατε-και υπενθυμίζω ότι μια Βουλγαρία μικρότερη από την Ελλάδα, την Γιουγκοσλαβία/Σερβία και την Ρουμάνια παρέμεινε ταραχοποιός άθολη την περίοδο 1914-1944, και έκανε μεγάλη ζημιά στον Ελληνισμό. Οπού υπάρχουν στρατηγικά συμφέροντα και το πιο αδύναμο κράτος θα βρει αρωγούς για τον αλυτρωτισμό/αναθεωρητισμό του. Σας αφήνω κυρίαρχο στο πεδίο σε αυτό το θέμα.
Στο θέμα Ευρωπαϊκής συμμαχίας. Λόγω επαγγέλματος έχω καταλήξει στο αποτέλεσμα ότι αν ο άλλος έχει στρατηγικό συμφέρον θα σε βοηθήσει και να μην θέλεις, και αν δεν έχει δεν θα κάνει τίποτα ότι και να κάνεις. Αυτή την στιγμή δεν βλέπω κάποιο στρατηγικό συμφέρον που να ενώνει την Ευρώπη και δεν το βλέπω να διαμορφώνεται μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα (π.Χ. για να γίνει η Ρωσία μέρος ενός Ευρωπαϊκού στρατηγικού χωρού είτε η Ρωσία θα πρέπει να πάψει να αποτελεί δυνητική απειλή για Σκανδιναβικές Χώρες, Βαλτικές Χώρες και Πολωνία, είτε αυτά τα κράτη θα πρέπει να υποταχθούν στην Ρωσία. Ούτε το ένα ούτε το άλλο βλέπω να γίνεται μεσοπρόθεσμα (επόμενα 10-20 χρονιά)). Ούτε βλέπω πανευρωπαϊκό στρατηγικό συμφέρον για σταθερό αντι-τουρκικό άξονα. Συγκεκριμένες κυβερνήσεις επιδεικνύουν ενδείξεις, αλλά αυτό και τίποτα παραπάνω (Μακρόν σε Γαλλία). Και το στρατηγικό συμφέρον δεν θεωρώ ότι μπορείς να το εκμαιεύσεις. Είτε διαμορφώνεται εκ τον συνθήκων είτε δεν υπάρχει.
Αυτή την στιγμή η Ευρώπη παραμένει μια γεωγραφική έννοια, πάρα μια πολιτική, και η ΕΕ τόσο ισχυρή όσο η Αγιά Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία την περίοδο 1730-1806.
Τακτικό συμφέρον σαφέστατά υπάρχει υπερ. Ελλάδος (π.Χ. ούτε οι ΗΠΑ, ούτε η Γαλλία θέλουν η Τουρκιά να ελέγχει το Αιγαίο), και μπορεί να δημιουργηθεί με σωστές κινήσεις (π.Χ. να δράσει η Ελλάδα κατά της Μουσουλμανική Αδελφότητας, ή να πάρει στον κυνήγι τους Γκρίζους Λύκους – κάτι που είναι τακτικά συμφέρον και για τους Βόρειο – ευρωπαίους). Αλλά έχει περιορισμένη χρησιμότητα. Π.Χ. ας υποθέσουμε ότι τακτικό συμφέρον ΗΠΑ είναι το Αιγαίο να μην γίνει Τουρκική λίμνη, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητη ότι θέλουν να γίνει ελληνική λίμνη, η ενδιαφέρονται αν κάποια ελληνικά νησιά χαθούν σε έναν ελληνοτούρκικο πόλεμο. Αν υπάρχει τακτικό συμφέρον να μην γίνει Τουρκική όλη η Κύπρος, αυτό δεν σημαίνει ότι τους ενδιαφέρει να απελευθερωθούν τα κατεχόμενα. Αυτά τα γνωρίζετε καλυτέρα από εμένα.
Οπότε δεν θα βάσιζα την ελληνική στρατηγική στο αν δημιουργηθεί Ευρωπαϊκό κοινό στρατηγικό συμφέρον που να συμπίπτει με το Ελληνικό εθνικό συμφέρον στο θέμα Τουρκίας α) η οποία σύμπτυξη στην βάση της απειλής του Τουρκικού μεγαλοϊδεατισμού θα απωλέσει όταν αυτός εκλείψει (και θα εκλείψει). Δεν είναι απαραίτητο ότι τα κράτη που θα συνταχθούν με την Ελλάδα κατά μιας Τουρκίας νοσώντας από μεγαλοιδεατιτίδα θα παραμείνουν στο πλευρό μας απέναντι σε μια μικρότερη εθνοκρατική Τουρκιά (αλλά αρκετά μεγάλη ώστε να απειλεί την Ελλάδα τοπικά) που εγείρει απαιτήσεις σε Αιγαίο, Κύπρο, Θράκη, και Αν. Μεσόγειο στην βάση την γλώσσα του εθνικισμού πάρα του μεγαλοϊδεατισμού. β) εκ των πραγμάτων όσο πιο μακριά είναι οι απειλή τόσο λιγότερη η σύμπτυξη συμφέροντος. Οπότε δεν θεωρώ ότι θα φτάσομε σε σημείο πλήρη αποκλεισμό της Τουρκίας νοσώντας από μεγαλοιδεατιτίδα από την Ευρώπη. Πάντα θα βρίσκουν συμμάχους και όπως στην Αγιά Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τα κράτη μέλη ακολουθούσαν κατ’ιδιάν πολίτικες αρκετές φορές σε ευθεία σύγκρουση, και στην ΕΕ το ίδιο θα συμβεί, απλά με μεγαλύτερη ένταση από τώρα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συμφωνώ μαζί σας. Απλά θεωρώ πολύ πιο ρευστό το μέλλων από ότι αναφέρετε στο άρθρο σας.
Οπότε το φρόνιμο (με την έννοια που χρησιμοποιεί ο Μοργκενθαου) είναι ı) να καταλάβουμε που υπάρχει στρατηγικό συμφέρον που είναι υπερ. μας (φαίνεται η Γαλλία, αλλά θα πρέπει να δούμε τι θα γίνει στην μετα-Μαρκον εποχή για να μην την πατήσουμε σαν τον Βενιζέλο με τον Κλεμάνσω) και που τακτικό (π.Χ. στην ανάληψη δράσεων κατά Γκρίζων Λύκων ακόμα και με Γερμάνια υπάρχει κοινό συμφέρον) ıı) και οπού μπορούμε, να δημιουργήσουμε τακτικό συμφέρον με δράσεις μας (καταδίωξη Μουσουλμανικής Αδελφότητας, καταδίωξη Γκρίζων Λύκων κτλ) ııı) να εκμεταλλευτούμε κάθε εύκαιρα για ενδυνάμωση της στρατιωτικής δύναμης της Ελλάδος και Κύπρου. Από εκεί και πέρα το δύσκολο και σημαντικό έργο είναι η αναμόρφωση του Ελληνικού κράτους ώστε η Ελλάδα να μπορεί να υπερασπιστεί τον ελληνισμό, χωρίς να είναι έρμαιο της ύπαρξης στρατηγικού ή τακτικού συμφέροντος των άλλων. Αυτά δεν μπορούν να είναι πάρα ενισχυτικά της εσωτερικής αναμόρφωσης, που είναι και το σημαντικότερο κομμάτι των προτάσεων του Αρδην-Ρηξη (εκδημοκρατισμός, οικονομική αυτονομία, παραγωγική ανασυγκρότηση, και σε κρατικό επίπεδο ενίσχυση εθνικής ταυτότητας). Οπότε ας κάνουμε όλες τις σύμπτυξης, συμμαχίες που μπορούμε, αλλά με στόχο να πάρουμε ότι μπορούμε για όσο μπορούμε, γιατί είναι απίθανο να είναι οι στρατηγικές πολλές και οι τακτικές είναι παροδικές.
Φυσικά θα πρέπει και να μάθουμε ότι δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα. Δεν είναι δυνατόν κάποιοι αναλυτές να μιλάνε για στενές σχέσεις με Συρία και με Κούρδους. Οι δυο πλευρές έχουν άμεσα συγκρουόμενά στρατηγικά συμφέροντα. Αργά ή γρηγορά θα πρέπει να επιλέξουμε και πληρώσουμε βαριά την επιλογή (όπως η Γερμάνια του Γιουλιού εν τελεί έπρεπε να επιλέξει μεταξύ Ρωσίας και Αυστρίας, ή η Ρωσία μεταξύ Σερβία και Βουλγαρίας).
Αν η χωρά είναι ισχυρή εσωτερικά, δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε της εύκαιρες, αυτές θα έρθουν και θα τις αρπάξουμε. Την ευκαιρία του 1912 δεν την δημιούργησε ο Βενιζέλος (την Σέρβο – Βουλγαρική Συμμαχία την οργάνωσε ο Χαρτιγκ χωρίς κάποιο ρολό της Ελλάδος), αλλά μπόρεσε να την εκμεταλλευτεί χάρις στην ανασυγκρότησή της χωράς την περίοδο 1903-1912. Αυτό που λέω είναι ότι ο διεθνείς παράγων είναι δευτερεύων, αλλά παραμένει σημαντικός, στον εσωτερικό.
Και 100 χρόνια πριν ακριβώς (το 1921) κατά μία διαβολική σύμπτωση η Ελλάδα ήταν η λυδία λίθος που έκρινε το μέλλον της Τουρκίας και τη συνέχιση της παρουσίας αυτού του φρικαλέου έθνους στην ιστορία.
Του χρόνου 200 χρόνια από το 1821 και 100 από το 1921 η ιστορία επαναλαμβάνεται και μάλλον, όπως και το 1921 δεν θα έχουμε χρόνο για εορτασμούς.
Από εμάς εξαρτάται το αν μετά από έναν αιώνα αναβολής θα ισχύσει για την Τουρκία το “μάχαιραν έδωκες, μάχαιραν θα λάβεις”.