Αρχική » Νικηφόρος Βρεττάκος – Για να μη λησμονούμε τους ποιητές μας

Νικηφόρος Βρεττάκος – Για να μη λησμονούμε τους ποιητές μας

από Άρδην - Ρήξη

του Σωτήρη Γουνελά από τον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 28-29.

Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του Σωτήρη Γουνελά,
Νικηφόρος Βρετάκος ο «αλήτης του ουρανού»
Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος, σειρά «Δυο αιώνες ελληνικής Ποίησης», 2024, σ. 336

Ίσως χρειάζεται πριν απ’ όλα να ειπωθούν δυο λόγια για ποιητές όπως ο Βρεττάκος και γενικότερα για την ποίηση. Ισχύει πάντα η φράση του Σεφέρη τα ποιήματα να μην τα αναλύουμε αλλά να τα αφουγκραζόμαστε. Ο Βρεττάκος έκανε και κάτι άλλο: αφουγκραζόταν την κτίση και τον ανθρώπινο πόνο. Αφουγκραζόταν το θαύμα της ζωής και της δημιουργίας προτού αγωνιστεί για τα δίκαια και τις βαθύτερες αξίες, προτού αγωνιστεί για τη διαχρονία της ελληνικής ψυχής.
Στην ποίηση δεν προσπαθούμε να καταλάβουμε με το μυαλό μας, δεν πρόκειται για σειρά συλλογισμών που παρατίθενται στο χαρτί, ούτε νοητικών συλλήψεων γιατί τότε δεν θα διέφερε η ποίηση από τη φιλοσοφία ή άλλου είδους θεωρητικό και επιστημονικό λόγο.
Η ποίηση κυριαρχείται –και μάλιστα αυτή εδώ η ποίηση του Βρεττάκου– από ένα υπαρξιακό και ταυτόχρονα καρδιακό στοιχείο. Το βάρος δεν πέφτει σε μια οργάνωση του λόγου και των στίχων αλλά σε μια εσωτερική φωνή ενός γεμάτου εαυτού που, ανάλογα με εξωτερικό ή άλλο ερέθισμα, εκρήγνυται σε ένα είδος έκστασης ή διονυσιασμού. Ο Βρεττάκος, ζυμωμένος με τη ζωή της φύσης, της υπαίθρου, με τον Ταΰγετο και τα βιώματα που έχει μαζί του από μικρός, κατέχεται από μια δύναμη φυσική που την μετατρέπει σε λόγο και φως. Έχει γνωρίσει μια πλησμονή ζωής που του την παρέχει η σχέση του με την Κτίση και αυτή την πλησμονή την κάνει ποιητικό στίχο. Παραδείγματα έχουμε και στις δύο μεγάλες ποιητικές συνθέσεις του: Το ταξίδι του Αρχάγγελου και την Έξοδο με το άλογο.
Στίχοι:
Κι έτσι αλαφρό, σα νάχε αναχωρήσει
Ψηλά απ’ τους ουρανούς, σαν απ’ τη δύση
Λάμποντας να κατέβαινε, σε κάθε
Στροφή του δεν φαινόταν παρά ως ένας
Κρουστάλλινος αχνός. Δεν ξεχωρίζαν
Σαν έπλεε τα πανιά του. Κι έτσι, ως άλλης
Πλάσης καράβι νάταν, που κουρσάροι
Στη μέση το σταμάτησαν του κόσμου,
Το μεσονύχτι που ύπνος αναπαύει
Γλυκός τα εγκόσμια, κάτω απ’ το μυστήριο
Της άπειρης σιωπής, άνοιγε αγάλι
Μες στο γλυκό σκοτάδι τα πανιά του,
Για να τα κλείσει πάλι πριν ορθρίσει
Στις εσχατιές του πελάου, πριν ραμφίσουν
Τις στέγες τα πουλιά κι ανοίξει η Ιθάκη
Πάνω απ’ το πέλαος τα παράθυρά της
(Το ταξίδι του Αρχάγγελου, 1938)

Τ’ άλογο χορεύει
δυο ρόδα στα καπούλια του.
Λούζεται μέσ’ τη χαρά, έχει σηκωθεί όρθιο:
Παίζουνε τα ποδάρια του στον αέρα
Σα να σκάφτουν το φως, σα να χτυπάνε/Τις πόρτες τ’ ουρανού.
Γυρίστε πίσω!
Νεκροί! Νεκροί! Νεκροί! Γυρίστε πίσω!
Μας χωρούσε η γης! Γυρίστε πίσω!…
Να χτίσουμε στη πέτρα
Τα σπίτια μας!…Χαρά!
Δώστε τα χέρια!
Πλησιάστε τις καρδιές! Κλάφτε απ’ αγάπη!
(Έξοδος με το άλογο, 1952-αναθεωρημένη έκδοση 2008)
Υπάρχει κάτι σαν αντίστροφη αναλογία ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο συνθέσεις. Στην πρώτη, ο ποιητής παραδίνεται στο χάος του κόσμου καθώς η μετάβασή του στην Αθήνα τον ρίχνει μέσα σ’ ένα κυκεώνα δύσβατων καταστάσεων όπου αισθάνεται ολότελα ξένος και βολοδέρνει βιώνοντας μοναξιά και αδιέξοδα.
Στη δεύτερη υμνεί τη χαρά και είναι την ίδια στιγμή σαν να υμνεί τον ερχομό μιας άλλης ζωής, μακριά από συγκρούσεις, έχθρητα, δολοπλοκίες, μίση, συκοφαντίες, τραγωδίες. Έξοδος με το άλογο σημαίνει έξοδο από αυτό τον σκάρτο κόσμο που γνώρισε μεγαλώνοντας, είτε πολεμώντας τους Ιταλούς στο μέτωπο, είτε αγωνιστής με το ΕΑΜ στην αντίσταση κατά των Γερμανών.
Πέρα από τη μόνιμη αναζήτησή του για ένα καλύτερο κόσμο, που την αποτυπώνει μέσα στην ποίησή του, ένα στοιχείο που τον βοηθάει είναι η γλώσσα. Ο Βρεττάκος δεν αποσπάστηκε από μια κλασική μορφή λαϊκής γλώσσας, δεν νεωτέρησε:
Και αν προσέξουμε οι λέξεις του έχουν μεγάλη ένταση και στερεότητα και προπαντός τα ρήματά του. Ο Βρεττάκος γράφει με τα ρήματα. Τους κρουνούς και τα ποτάμια της ποίησής του τα οδηγούν τα ρήματα. Πίστευε πως η λαϊκή γλώσσα ανακρατάει μέσα της τις ρίζες της γλώσσας αλώβητες, γι’ αυτό και έχει τεράστια σημασία για τον Έλληνα να μη χάνει και να μην αλλοιώνει τη γλώσσα του, όπως έρχεται χιλιοδουλεμένη μέσα από τους αιώνες.
(ό.π., στο προαναφερθέν βιβλίο, σ. 98).
Θέλησε ή ζήτησε να συμφιλιώσει τον έξω κόσμο με τον μέσα χωρίς ιδιαίτερους ερμητισμούς και χωρίς ρεαλιστικές αναπαραστάσεις. Δεν χάνει την πραγματικότητα, αλλά φροντίζει να την υψώνει περιλαμβάνοντας στην ύψωσή της την ομορφιά της δημιουργίας του κόσμου, φωτισμένου από ένα εσωτερικό φως.
Αφουγκράζεται το μέσα του. Δανείζεται στοιχεία από τον αρχαίο κόσμο (φαίνεται αυτό στην ομιλία του στην Ακαδημία) γιατί, καθώς λέει, «μέσα στους ποιητές λειτουργεί ο ίδιος κόσμος και η φωνή τους είναι φωνή του κόσμου αυτού». Αυτή η διατύπωση θα μπορούσε να έρχεται από τον Ηράκλειτο. Παραπέμπει σε θεία ενότητα ως ενότητα των πάντων. Οι ρήσεις του Ηράκλειτου για τον Λόγο έρχονται και πέφτουν μέσα στη σύλληψη του Νικηφόρου. Και έχει ξεχωριστή σημασία η φράση του: «Άλλωστε, το γνωρίζουμε πως και ο λόγος του Θεού όλων των θρησκειών, επενδύεται με λέξεις και αναδύεται μέσα από τον άνθρωπο, διαμέσου των ποιητών του. Πράγμα που σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι το ιερό του Θεού».
Ο Βρεττάκος έρχεται να μας θυμίσει λησμονημένες αλήθειες και σημασίες. Μέσα στην ποίησή του περνάει ο αρχαιοελληνικός και ο χριστιανικός λόγος, χωρίς να χάνονται οι ποιητικές στιγμές και όψεις Ευρωπαίων ποιητών και σοφών. Έχει διαβάσει ακόμη και την Σιμόνη Βέιλ που στην Ελλάδα την ξέρουν ελάχιστοι. Είναι προσηλωμένος στην ειρήνη, στη «δύναμη του Καλού», και έχει τρόπο να συλλαμβάνει μια εσώτερη πραγματικότητα και φωνή που του επιτρέπει να μένει προσανατολισμένος στο αρχαίο μέτρο και την αρμονία, στη συμπαντική τάξη που στη συνάρμοσή τους με τις χριστιανικές αλήθειες καθιερώνουν τον άνθρωπο ως ένα ξεχωριστό είδος.
Τα παραπάνω τον ωθούν να διακρίνει ότι «η παρακμή είναι δυστυχώς φανερή – γίναμε υπήκοοι των αδυναμιών του καιρού μας και χάνουμε τη δική μας υπηκοότητα. Πάψαμε να ακούμε την εσωτερική μας φωνή, την ομιλία του δικού μας αίματος» (Ομιλία στην Ακαδημία, 1988). Πώς εννοεί την παρακμή ο Βρεττάκος;
α) Διάσπαση εθνικής ενότητας.
β) Διάσπαση του Εμείς σε πολλά Εγώ που δεν τα ενώνει ούτε η ιστορία, ούτε το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο.
γ) Διάσπαση ακόμη και στο πεδίο των πνευματικών ανθρώπων όπου έπρεπε να επικρατεί διαλογική τάξη.
δ) Διαπίστωση ότι θεωρούμε απαράδεκτο στη ζωή μας να μείνουμε δίχως να έχουμε κανένα εχθρό.
ε) Κινδυνεύουμε να καταποντιστούμε μέσα στην ευρωπαϊκή χοάνη.
στ) Αν κατεδαφιστεί η γλώσσα μας θα κατεδαφιστούμε και ως έθνος.
Όλα ζητήματα που απασχολούν έναν ορισμένο αριθμό διανοητών και ποιητών στην Ελλάδα και πολλών άλλων, αλλά που δεν απασχολούν ούτε ενδιαφέρουν το κυρίαρχο πνεύμα. Αυτό, πέφτοντας θύμα των παγκοσμιοποιήσεων και των ψηφιοποιήσεων, περιμένει από μια φούχτα δισεκατομμυριούχων να κυβερνηθεί ο πλανήτης!
Το πώς αντιλαμβάνεται τον αγώνα για την πατρίδα και τον τόπο το δείχνει στο παρακάτω ποίημα:
(σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουν στα ρυάκια
Της πατρίδας μου
Δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο)
Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
Δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
Γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ’ το χέρι του Θεού
Να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.
Ο Βρεττάκος έχει ολότελα αφομοιώσει την Ελλάδα, ως πνευματική ιστορία, ως τόπο, ως ομορφιά και ως ξεχωριστό πολιτισμό.
Και ποιος είναι ο χριστιανισμός του; Ο Βρεττάκος δεν έχει έναν θεολογικό χριστιανισμό, έχει έναν ευαγγελικό. Τον ενδιαφέρει το πρόσωπο του Χριστού, και της Παναγίας γιατί είναι πρόσωπα υπέρτατης Αγάπης. Άλλωστε, ο ίδιος είναι κήρυκας της Αγάπης, ειδικά από τότε που αναπτύχθηκε στενή φιλία με τον Σικελιανό και καταδιώχτηκαν και οι δύο ως «νέο-χριστιανοί». Μίλησαν για γενική συμφιλίωση σ’ έναν τόπο που είχε κοπεί στα δύο και που σχεδόν μέχρι σήμερα αυτή η συμφιλίωση ακόμη περιμένει.
Παραθέτω ένα ακόμη δείγμα της ποίησής του, απόσπασμα από το σπουδαίο ποίημα «Τα δεκατέσσερα παιδιά» γραμμένο το 1957 και ενταγμένο στην ενότητα Ο χρόνος και το ποτάμι και αφιερωμένο στη γυναίκα του, που ήταν δασκάλα στο Καλέντζι:
[…] Οι σπουργίτες σου χτυπούν τα φτερά τους.
Το μολύβι πεθαίνει ανάμεσα στα κοκαλιασμένα τους δάχτυλα.
η καρδιά σου είναι τώρα μια στάμνα σπασμένη.
Τα λόγια σου βγαίνουν αργά, σαν μια βρύση που στέρεψε:
ο μέγας Αλέξανδρος…ο μέγας Αλέξανδρος… Ο μέγας / Αλέξανδρος…»
Τα δάχτυλά σου είναι πέντε. Τα μέτρησες δέκα φορές.
Τα δάχτυλά σου είναι πέντε. Μετράς το ένα χέρι σου.
–τ’ άλλο σου βρίσκεται τυλιγμένο σε συννεφιά– / τα δάχτυλά σου είναι πέντε
[…]
γυρίζεις το κεφάλι σου αλλού
δεν μπορείς άλλο παρά να κλάψεις
[…]
Τα σύννεφα έχουν μπει μες στην τάξη.
Αντίκρυ σου κι ο Χριστός παραδέρνει σ’ αμηχανία.
Θαρρείς και σηκώνει στ’ αλήθεια τα χέρια του
ενωμένα στο φως που πέφτει από πάνω του.
Νιώθει στενόχωρα όπως τα μεσάνυχτα στη Γεθσημανή
και δεν είμαι εκεί να σου χτυπήσω τον ώμο
και δεν είμαι εκεί να σου ειπώ: Δώσ’ του θάρρος,
βοήθησέ τον να βγεί απ’ τη δύσκολη θέση
[…]
δώσ’ του ένα βιβλίο να κάνει πως συλλαβίζει
δώσ’ του ένα βιβλίο να κρύψει τα μάτια του.
Δανείζομαι ένα σχόλιο από το βιβλίο γι’ αυτό το ποίημα:
Τα παιδιά είναι σταυρωμένα μας λέει πλαγίως ο Βρεττάκος, η δασκάλα το ίδιο και κάπου ο ίδιος ο Χριστός στέκει ανήμπορος, παρότι, ήδη στο παρελθόν σταυρώθηκε κι Αυτός. Ούτε ο Χριστός μπορεί να κάνει κάτι, λέει ο ποιητής, για τα δεκατέσσερα αυτά παιδιά που, πόσα άραγε παιδιά ακόμα, συμβολίζουν τους άγριους εκείνους καιρούς και γιατί όχι και τους σημερινούς… (ό.π., σ.83).
Στο επίμετρο του βιβλίου θέλησα να προσθέσω αναφορές και αποσπάσματα και από το συγκλονιστικό «αυτοβιογραφικό χρονικό του» Οδύνη (εξαντλημένο σήμερα), που συμπληρώνει την ποιητική του πορεία και διευκρινίζει πλείστα όσα όχι μονάχα για τη ζωή του αλλά και για την κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα τον καιρό της κατοχής και του εμφυλίου, καθώς και κρίσεις για τον ρόλο των «προστατών» μας ένθεν και ένθεν των ιδεολογικών στρατοπέδων.

Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ