του Edgar Morin* απόσπασμα από το βιβλίο του, Η ανθρώπινη φύση – Το χαμένο παράδειγμα (Εναλλακτικές Εκδόσεις).
H ανάπτυξη της κοινωνικής πολυπλοκότητας απαιτεί, από την πλευρά του ατομικού εγκεφάλου, μια γνώση όλο και πιο εκτεταμένη και επακριβή του εξωτερικού (περιβάλλον) και του εσωτερικού κόσμου (κοινωνία), μια μνήμη όλο και πιο μεγάλη, πολλαπλές δυνατότητες συνειρμών, ικανότητες λήψης αποφάσεων και εξεύρεσης λύσεων μέσα σ’ ένα πολύ μεγάλο αριθμό διαφορετικών και απροβλέπτων καταστάσεων. Μπορεί κανείς να κάνει μια πρώτη υπόθεση: έρχεται μια στιγμή κατά την οποία ο μικρός εγκέφαλος των πρώτων ανθρωπιδών, και εν συνεχεία του homo erectus, πραγματώνουν στον ανώτατο βαθμό τις δυνατότητές τους και η πίεση για άνοδο της πολυπλοκότητας θα τείνει να ευνοεί κάθε γενετική μετάλλαξη που αυξάνει τις δυνατότητες του εγκεφάλου: αυτή η ανάπτυξη δεν είναι μόνο η αύξηση του αριθμού των νευρώνων του ανώτερου φλοιού, αλλά και η αποκατάσταση συνάψεων ανάμεσα σε περιοχές του εγκεφάλου ανεξάρτητες μέχρι τότε˙ είναι η ανάδυση νέων κέντρων συσχέτισης και οργάνωσης˙ είναι, συνολικά, μια πιο σύνθετη συστημική αναδιοργάνωση, στην οποία συμβάλλει ακριβώς η αύξηση του αριθμού των νευρώνων.
Μπορούμε επί πλέον να υποθέσουμε ότι, η ανάπτυξη του εγκεφάλου των ανθρωπιδών (μέσω γενετικών μεταλλάξεων) μπορεί, όχι μόνο να ανταποκριθεί σε μια «ζήτηση» κοινωνικής πολυπλοκότητας αλλά και να προσφέρει μια επί πλέον πολυπλοκότητα. H αντίληψή μας για την ανάπτυξη της πολυπλοκότητας οφείλει να είναι η ίδια πολύπλοκη, επιτρέποντάς μας να διακρίνουμε και να βλέπουμε τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην πίεση για πολυπλοκότητα και την ενίσχυσή της. Με τον όρο ότι υπάρχει ήδη ένα πλαίσιο, κατ’ αρχάς οικολογικό και, εν συνεχεία, όλο και περισσότερο κοινωνικο-πολιτισμικό, ικανό να υποδεχτεί κάθε καινούργια επέκταση της εγκεφαλικής πολυπλοκότητας, μπορεί να πει κανείς ότι η οποιαδήποτε αύξησή της δεν μπορεί παρά να είναι αποδοτική και να προσφέρει στην μεταλλασσόμενη ομάδα ένα πλεονέκτημα τεχνικής, κοινωνικής, πολιτισμικής και, προφανώς, οικολογικής ανωτερότητας. Επί πλέον, πολιτισμικές και τεχνικές κατακτήσεις όπως το μαγείρευμα της τροφής, επέτρεψαν την άρση καταναγκασμών, άρση που δημιούργησε ευνοϊκούς όρους για τη μεγέθυνση της κρανιακής κάψας, η οποία, όπως υποθέτουμε, επέτρεψε μια αναδιοργάνωση του εγκεφάλου που να ταιριάζει στο κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντασσόταν, και τη δημιουργία ενός «πλεονάσματος», ταυτόχρονα «επίδομα» ανωτερότητας και δεξαμενή μιας εν δυνάμει πολυπλοκότητας. Μέσα λοιπόν από την ανάπτυξη του εγκεφάλου μπορεί να συσσωρευτεί ένας δυνητικός πλούτος, που δεν εγκαλείται αναγκαστικά από τις υπάρχουσες συνθήκες, αλλά ενισχύεται αναπόφευκτα από αυτές και εκφράζεται όλο και περισσότερο από τις μεταγενέστερες αναπτύξεις.
Πρέπει, παράλληλα, να συλλάβουμε έναν μηχανισμό αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις απαιτήσεις πολυπλοκότητας αφ’ ενός, τις οποίες μπορεί να απευθύνει στον εγκέφαλο η κοινωνικοπολιτισμική ανάπτυξη, και σε μια εγκεφαλική «πηγή» πολυπλοκότητας αφ’ ετέρου, που διαθέτει αποθέματα τα οποία δεν έχουν εξαντληθεί, ή δεν έχουν χρησιμοποιηθεί από κοινωνικο-πολιτισμική άποψη, πηγή η οποία μπορεί να εμπλουτίζεται αδιάκοπα, σχεδόν προκαταβολικώς, από κάποιες επιτυχείς μεταλλάξεις. Κάτι τέτοιο ίσχυε ήδη για τον χιμπαντζή, του οποίου οι εγκεφαλικές δυνατότητες ξεπερνούσαν κατά πολύ τις κοινωνικές του ανάγκες. Το ίδιο ισχύει επίσης και για τον homo sapiens, του οποίου οι πιο σπουδαίες δυνατότητες όχι μόνο δεν έχουν εξαντληθεί, αλλά, ενίοτε ούτε καν έχουν ενεργοποιηθεί.
Όσον αφορά την ανθρωπογένεση, φαίνεται ότι ο εγκέφαλος πάντοτε προηγούνταν (λόγω των ανεκμετάλλευτων ικανοτήτων του) και ταυτόχρονα πάντοτε καθυστερούσε (λόγω της απουσίας μηχανισμών όλο και πιο χρήσιμων ή αναγκαίων), πάντοτε πηγή/δεξαμενή μιας εν δυνάμει πολυπλοκότητας και ταυτόχρονα περιορισμένος/υπερφορτωμένος σε κάποια άλλη πλευρά του. Και μέσα από αυτή τη διαλεκτική αναδύονται οι γενετικές μεταλλάξεις που αναπτύσσουν τον εγκέφαλο, οι οποίες ενισχύουν την πηγή πολύ περισσότερο από τις ανάγκες του συγκεκριμένου εξελικτικού σταδίου, και ταυτοχρόνως εγκαθιστούν μηχανισμούς που αντιστοιχούν σ’ αυτές τις ανάγκες.
Εν πάση περιπτώσει, η διαλεκτική αυτής της ανάπτυξης ανάμεσα στη γενετική εγκεφαλοποιητική μετάλλαξη και την πολιτισμική πολυπλοκοποίηση παραμένει ακόμα σκοτεινή, όχι μόνο με την έννοια της εξαιρετικής σπανιότητας δεδομένων που να επιτρέπουν την εξαγωγή συμπερασμάτων, αλλά και γιατί η γενετική μετάλλαξη ως δημιουργικό φαινόμενο, παραμένει ένα βαθύ μυστήριο. Όλα όμως μας υποδεικνύουν ότι αυτή η διαλεκτική έπαιξε τον ρόλο της. Ενώ η «φυσική» εξέλιξη του εγκεφάλου των ανθρωπιδών παρήγαγε και ανέπτυξε τον πολιτισμό, στη συνέχεια, είναι η πολιτισμική ανάπτυξη που ωθεί ή διεγείρει τους ανθρωπίδες να αναπτύξουν τον εγκέφαλό τους, δηλαδή να μεταμορφωθούν σε ανθρώπους. Έτσι, ο εγκέφαλος πέρασε από τα 500 cm³ (ανθρωποειδή) στα 600 με 800 cm³ (πρώτοι ανθρωπίδες), εν συνεχεία στα 1100 cm³ (homo erectus) για να φτάσει στα 1500 cm³ (homo sapiens neandertalensis και homo sapiens sapiens).
Η διαδικασία εγκεφαλοποίησης είναι οντογενετική (δηλαδή, η κοινωνικοπολιτισμική πολυπλοκοποίηση ωθεί στην πλήρη απασχόληση των εγκεφαλικών δυνατοτήτων) και φυλογενετική (δηλαδή, μέσω των μεταλλάξεων αναπτύσσουν καινούργιες ικανότητες, οι οποίες θα τεθούν στην υπηρεσία της κοινωνικοπολιτισμικής πολυπλοκοποίησης).
Αυτό σημαίνει ότι, εάν η ανάπτυξη του παλαιο-πολιτισμού ασκεί εξαιρετικά μεγάλη πίεση στην κατεύθυνση της εγκεφαλοποίησης (οντογενετικής και φυλογενετικής), αντιστρόφως και η εγκεφαλοποίηση ενισχύει με τη σειρά της την ανάπτυξη της κοινωνικοπολιτισμικής πολυπλοκοποίησης.
Οι πρόοδοι της εγκεφαλοποίησης δεν μπορούν να διαχωριστούν από εκείνες της εκνεάνισης. H εκνεάνιση αντιστοιχεί σε μια οντογενετική επιβράδυνση, δηλαδή σε μια επιμήκυνση της βιολογικής περιόδου της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας, και μάλιστα σε μια οντογενετική μη ολοκλήρωση, δηλαδή στη μη ολοκλήρωση της διαδικασίας υποκατάστασης των νεανικών χαρακτηριστικών από εκείνα των ενηλίκων. H παράταση της παιδικής ηλικίας επιτρέπει την συνέχιση της οργανωτικής ανάπτυξης του εγκεφάλου σε στενή και συμπληρωματική σχέση με τα stimuli του εξωτερικού κόσμου και με τα πολιτισμικά ερεθίσματα˙ η βραδύτητα της οντογενετικής ανάπτυξης ευνοεί την ικανότητα μάθησης, τη διανοητική ανάπτυξη, τον διαποτισμό και κατά συνέπεια τη διάδοση του πολιτισμού (Dobzhansky, 1966, σελ 229). H εκμάθηση της γλώσσας από το παιδί του sapiens δεν μπορεί να γίνει παρά κατά τη διάρκεια μιας περιόδου πλαστικότητας που ολοκληρώνεται στην ηλικία των επτά ετών, κάτι που υποδεικνύει ότι η κοινωνικοπολιτισμική πολυπλοκότητα έχει απόλυτη ανάγκη από μια παρατεταμένη παιδική ηλικία. Αυτή, από την άλλη πλευρά, επιτρέπει να ριζώσουν μέσα στη ζωή του ενηλίκου όχι μόνο ο πρώτος πυρήνας της οικογένειας (σχέσεις αδελφών με αδελφές, παιδιού και μητέρας), αλλά και ο συναισθηματικός κόσμος της παιδικής ηλικίας, ο οποίος, καθώς μεταφέρεται στους καινούργιους συντρόφους, θα πάρει τη μορφή φιλίας, στοργής και έρωτα.
Έτσι, η παράταση της παιδικής ηλικίας είναι συνδεδεμένη κατά τρόπο πολυδιάστατο με την κοινωνία: επιτρέπει την ενσωμάτωση των θεμελιωδών κοινωνικοπολιτισμικών δομών μέσα στον εγκέφαλο και των θεμελιωδών εγκεφαλικών δομών μέσα στις κοινωνικοπολιτισμικές δομές˙ επιτρέπει τόσο τη διανοητική όσο και τη συναισθηματική ανάπτυξη του ατόμου.
H παράταση της παιδικής ηλικίας, η οποία ενισχύει την κοινωνική πολυπλοκότητα, ευνοείται παράλληλα από αυτήν. H μητέρα, που εξατομικοποιεί όλο και περισσότερο το παιδί της, θέλει να το «κρατήσει παιδί» όσο το δυνατόν περισσότερο˙ η παρατεταμένη δε επιμονή σε μια διατροφή “μωρού” και η περιβολή με τον μανδύα της μητρικής προστασίας και των χαδιών καθυστερεί ψυχολογικά, ίσως και ορμονικά, την οντογενετική ανάπτυξη.
Έτσι, κατά τρόπο διάχυτο και συγκεκριμένο, έμμεσο και άμεσο, η κοινωνικοπολιτισμική πολυπλοκότητα ασκεί πίεση υπέρ κάθε γενετικής μετάλλαξης που θα καθυστερούσε την οντογενετική ανάπτυξη του παιδιού (η οποία, στον sapiens, θα χρειαστεί δεκατρία χρόνια για να ολοκληρωθεί). Με τον ίδιο τρόπο που κάθε πρόοδος στην εγκεφαλοποίηση μεταφράζεται με μια παράταση της παιδικής ηλικίας, έτσι, πιθανώς, και κάθε γενετική μετάλλαξη προς την κατεύθυνση της καθυστέρησης της ανάπτυξης, δηλαδή προς την κατεύθυνση της παράτασης της παιδικής ηλικίας, συνιστά επίσης και μια εγκεφαλοποιητική μετάλλαξη, υπό την έννοια της αύξησης του μεγέθους του εγκεφάλου. Πράγματι, όσο μεγαλώνει ο εγκέφαλος, τόσο περισσότερο αυτή η αύξηση, όχι μόνο ποιοτικά αλλά και ποσοτικά, πραγματοποιείται μετά τη γέννηση. O εγκέφαλος του νεογέννητου χιμπαντζή διαθέτει ήδη το 70% των διαστάσεων του ενηλίκου, ενώ δεν φτάνει παρά το 23% των διαστάσεων στο νεογέννητο sapiens˙ (άλλωστε, η μετεμβρυακή ανάπτυξη του εγκεφάλου, δεν θα πρόσφερε παρά πλεονεκτήματα για τη μητρότητα, ενώ η διεύρυνση της λεκάνης της γυναίκας δεν μπορεί παρά να επιβαρύνει τα χαρακτηριστικά της θηλυκότητας).
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η διαδικασία της βιολογικής εξέλιξης των ανθρωπιδών έχει χαρακτήρα νεοτενικό[1], δηλαδή η καθυστέρηση της οντογενετικής ανάπτυξης διατηρεί στον ενήλικα χαρακτηριστικά παιδικής ή νεανικής ηλικίας, ή ακόμα και αφήνει τη διαδικασία ανολοκλήρωτη, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με την αποκάλυψη του πέους και την τριχοφυΐα. Μια τέτοια εκνεάνιση που προσδίδει στον ενήλικα ορισμένα χαρακτηριστικά εμβρύου και νεαρού ζώου, υπήρξε συχνά γόνιμη για τη βιολογική εξέλιξη, δεδομένου ότι απελευθερώνει το καινούργιο είδος από εξειδικευμένα χαρακτηριστικά τα οποία συνδέονται με μια ιδιαίτερη προσαρμογή σ’ ένα ιδιαίτερο περιβάλλον και, εάν αντιστοιχεί σε μια ανάλογη εγκεφαλική ανάπτυξη, επιτρέπει την ενίσχυση γενικευμένων ικανοτήτων και πολυπροσαρμοστικών ιδιοτήτων. Στην πραγματικότητα, ο άνθρωπος, από σωματική άποψη, είναι ένα έμβρυο πρωτεύοντος που έφτασε στη σεξουαλική ωριμότητα (Bolk, 1960, σελ. 5) και, «με τα πενταδάκτυλα μέλη του, την πληρέστατη οδοντοφυΐα του, τους τετραφυείς τραπεζίτες και το μη εξειδικευμένο πεπτικό του σύστημα, αντιπροσωπεύει, από ορισμένες πλευρές, έναν τύπο πρωτόγονο, με γενικευμένα χαρακτηριστικά που αντιστοιχεί σε μια δομή πολύ πιο απλή από εκείνη των περισσοτέρων θηλαστικών. Μόνο ο εγκέφαλος και ο πλακούντας του είναι εξελιγμένα σε σημαντικό βαθμό» (Vandel, 1968, σελ. 232). Σίγουρα αυτή η διαδικασία ήταν ήδη ενεργός στα ανθρωποειδή, αλλά κάτω από την κοινωνικοπολιτισμική πίεση συνεχίστηκε και κατά τη διαδικασία της ανθρωπογένεσης.
Καταδεικνύεται λοιπόν με ενάργεια το γεγονός ότι η ανθρωπογένεση συνεπάγεται αυτή την έλλειψη ολοκλήρωσης που δεν εντοπίζεται τόσο στα δευτερεύοντα ανατομικά ή φυσιολογικά χαρακτηριστικά, αλλά στο ανολοκλήρωτο δυναμικό του εγκεφάλου. O ενήλικας είναι ανολοκλήρωτος εγκεφαλικά, με την έννοια ότι ο εγκέφαλος μπορεί να συνεχίσει να μαθαίνει, να προσφέρει νέες προσαρμοστικές ικανότητες, να αποκτά καινούργιες στρατηγικές και τεχνογνωσίες, και μετά την περίοδο της παιδικής και νεανικής ηλικίας. H εκνεάνιση του είδους είναι μια εκνεάνιση εγκεφαλική˙ είναι, δηλαδή, η δυνατότητα να παραμένει νεανική η ευφυΐα και η ευαισθησία στον ενήλικα, ακόμα και στον ηλικιωμένο.
H νεανικότητα είναι οπωσδήποτε χαρακτηριστικό των εφήβων, αλλά οι ιδιότητές της δεν είναι πια αυστηρά περιορισμένες σε μια «τάξη εφήβων»: η εφηβεία στην πρώτη περίοδό της είναι ακόμα βυθισμένη μέσα στον κόσμο της παιδικής ηλικίας, και κατά τη δεύτερη περίοδο είναι κατά το ήμισυ ενσωματωμένη στον κόσμο των ενηλίκων. Για να το πούμε διαφορετικά, η εκνεάνιση συμβάλλει, σε μια πρώτη φάση, στην παράταση της παιδικής ηλικίας και, σε μια δεύτερη, επιτρέπει στον κόσμο των ενηλίκων να διεισδύσει στην εφηβεία (εκμάθηση των τεχνικών, του κυνηγιού, των κοινωνικών κανόνων) αλλά, ταυτοχρόνως, επιτρέπει και στη νεανικότητα να διεισδύσει στον κόσμο των ενηλίκων. Οι νέοι άνδρες, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, φέρνουν στην τάξη των ανδρών, την αίσθηση του παιχνιδιού, τον συναισθηματισμό τους, τα πολλαπλά ερωτηματικά και την ακόρεστη περιέργειά τους, χαρακτηριστικά που μπορούν να ενσωματωθούν σ’ αυτή συλλογικά (χοροί, γιορτές, παιχνίδια) και να επιβιώσουν ατομικά, γεγονός που επιτρέπει στον ώριμο άνδρα να παραμένει, με μία έννοια, νέος, όχι πια από την άποψη της φυσιολογίας αλλά του πνεύματος. H τάξη των ανδρών, από εκείνη τη στιγμή, δεν είναι πια, κατά κυριολεξία, η τάξη των ενηλίκων˙ είναι η αρσενική τάξη των νέων ανδρών, των ώριμων ανδρών και των ηλικιωμένων, όπου οι ενήλικες λογίζονται νέοι σε σχέση με τους ηλικιωμένους, αυτούς που ξέρουν, αυτούς που έχουν αληθινά κεφαλαιοποιήσει τον πολιτισμό και οι οποίοι, μέσα σε συνθήκες αβέβαιες ή αμφίβολες, είναι ικανοί να ανασύρουν από τη μνήμη τους τις σωστές λύσεις που έχουν ήδη δοκιμαστεί και να οραματιστούν καινούργιες.
Τέλος, επισημαίνουμε εδώ, στο επίπεδο της ανθρώπινης ατομικότητας, μια συνέπεια της εκνεάνισης που θα γίνει κεφαλαιώδης στον sapiens. H εκνεάνιση ανταποκρίνεται επίσης, όπως ήδη τονίσαμε, στη διατήρηση ενός παιδικού συναισθηματισμού, αρχικά στον έφηβο και μετά στον ενήλικα. Χωρίς αμφιβολία δε, ήδη πριν από τον sapiens, τα άτομα εμφανίζουν μια διαρκώς εντονότερη συγκινησιακή διάθεση και ευαισθησία, μια αυξημένη ικανότητα να πάσχουν, όπως και να καταλαμβάνονται από φοβίες, απωθήσεις και αποστροφές που οδηγούν στο μίσος και, τέλος, την ικανότητα να αγαπούν, πηγή αδελφοσύνης, ενθουσιασμών, λατρείας, αφοσίωσης, οίκτου και ευσέβειας.
Έτσι, η εκνεάνιση είναι μια διαδικασία γενική και πολλαπλή συνάμα, συνυφασμένη σε κάθε μια από τις όψεις της με την εγκεφαλοποίηση, και αφορά τη γενετική φύση του είδους, την κοινωνική φύση του πολιτισμού και τη συναισθηματική και διανοητική φύση του ατόμου, εξασφαλίζοντας τις καλύτερες συνθήκες για την κοινωνικοπολιτισμική αυτο-αναπαραγωγή και αυτο-ανάπτυξη, καθώς και για την ανάπτυξη των ατομικών, συναισθηματικών, διανοητικών και επινοητικών δυνατοτήτων, και αυτό, από τη γέννηση μέχρι, ενίοτε, και τα βαθιά γεράματα.

*Γάλλος στοχαστής, από τα πιο οξυδερκή πνεύματα της εποχής μας, το έργο του καλύπτει ένα τεράστιο εύρος και συνδέει διάφορους τομείς της πνευματικής δραστηριότητας, (κοινωνιολογία, πολιτική, ανθρωπολογία, οικολογία, αισθητική).
Διετέλεσε διευθυντής σπουδών στο CNRS (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών) και διευθυντής του Κέντρου Διεπιστημονικών Σπουδών της École des hautes études.
Σημαντικότερα έργα του είναι τα L’ Homme et la Mort (1951), Les Stars (1957), Αυτοκριτική (1959), Μάης 1968: Το ρήγμα (μαζί με τον Claude Lefort και τον Κορνήλιο Καστοριάδη), Το χαμένο Παράδειγμα: η ανθρώπινη φύση (1973), La Méthode (3 τόμοι, 1977-1986), Αφήνοντας τον 20ο αιώνα, 1981, Να σκεφθούμε την Ευρώπη, 1987. Απεβίσωσε τις 29 Μαΐου 2026 σε ηλικία 105 ετών.
[1] Neoténique=τάση παραμονής στην εμβρυακή κατάσταση (σ. τ. μ.).
