Η μεγαλύτερη πολιτική οικογένεια της ΕΕ καταγγέλλει «διπλό λόγο» που υποκρίνεται συμβατότητα με τη δημοκρατία, κατονομάζει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και ζητά χαρτογράφηση δικτύων, έλεγχο ξένης χρηματοδότησης και τέλος στη στήριξη της ΕΕ προς «ριζοσπαστικοποιημένα κινήματα».
του Δημοσθένη Γκαβέα από την huffingtonpost.gr
Την «ισλαμιστική διείσδυση» σε θεσμούς, κόμματα, ενώσεις και διοικήσεις της Ευρώπης στοχοποιεί το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, με ψήφισμα που ενέκρινε η Πολιτική Συνέλευσή του στη Βιέννη στις 29-30 Ιουνίου 2026, ζητώντας χαρτογράφηση των ισλαμιστικών δικτύων, έλεγχο της ξένης χρηματοδότησης και τερματισμό κάθε στήριξης της ΕΕ προς «ριζοσπαστικοποιημένα κινήματα». Το ψήφισμα, με τίτλο «Παρέμβαση του Πολιτικού Ισλάμ στις ευρωπαϊκές δημοκρατικές διαδικασίες», ήταν ένα από τα κείμενα που ενέκρινε η Συνέλευση, μαζί με ψήφισμα για το μεταναστευτικό υπό τον τίτλο «Αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο ευρωπαϊκό σύστημα μετανάστευσης».
Σημειώνεται ότι το ΕΛΚ είναι το κεντροδεξιό ευρωπαϊκό κόμμα στο οποίο ανήκουν 82 κόμματα και εταίροι από 44 χώρες. Στις τάξεις του βρίσκονται η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν -ex officio αντιπρόεδρος του κόμματος-, η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ρομπέρτα Μέτσολα, 13 αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ και 14 μέλη της Κομισιόν, ενώ συνδέεται πολιτικά με τη μεγαλύτερη ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την Ομάδα του ΕΛΚ, της οποίας προεδρεύει ο πρόεδρος του κόμματος, Γερμανός Μάνφρεντ Βέμπερ. Στο ΕΛΚ ανήκει και η Νέα Δημοκρατία, τακτικό μέλος από το 1983, και εκπροσωπείται σήμερα από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.
Κάνουν τους δημοκράτες
Στην καρδιά του ψηφίσματος βρίσκεται η καταγγελία ότι η «ισλαμιστική διείσδυση» δεν λειτουργεί μετωπικά, αλλά μέσω σταδιακής εισχώρησης και «διπλού λόγου». Όπως αναφέρει το ΕΛΚ, «αντιλαμβανόμαστε τη διείσδυση ως στρατηγική σταδιακής εισχώρησης σε θεσμούς, κόμματα, ενώσεις και διοικήσεις, με σκοπό την προώθηση μιας φονταμενταλιστικής ερμηνείας μιας θρησκείας, που αποβλέπει στη διαμόρφωση της δημόσιας και πολιτικής ζωής σύμφωνα με μια αυστηρή, δογματική αντίληψη».
Η στρατηγική αυτή, συνεχίζει το κόμμα, «χειραγωγεί τις δημοκρατικές έννοιες υιοθετώντας έναν διπλό λόγο, ώστε να εμφανίζεται συμβατή με τις κοινώς αποδεκτές δημοκρατικές αρχές, ενώ η πραγματική της ατζέντα αντιστρατεύεται αυτές τις αξίες με πολλούς τρόπους». Ως «χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής», το ΕΛΚ κατονομάζει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα «καθώς και τις συνδεδεμένες με αυτήν οργανώσεις».
«Ύπουλη στρατηγική» ξένης παρέμβασης εις βάρος της Ευρώπης όμοια με τη Ρωσική και Κινεζική
Στο κείμενο, το ΕΛΚ εκφράζει την ανησυχία του «για την ισλαμιστική διείσδυση ως δομημένη πολιτική στρατηγική που προωθεί ένα ιδεολογικό σχέδιο στο οποίο το θρησκευτικό, το κοινωνικό, το νομικό και το πολιτικό στοιχείο νοούνται ως αδιαχώριστα».
Όπως σημειώνει, πρόκειται για μια «δογματική ερμηνεία μιας θρησκείας», η οποία φιλοδοξεί να καθορίζει «όχι μόνο την ιδιωτική ζωή αλλά και τη δημόσια πολιτική και την πολιτική τάξη». Σύμφωνα με το ΕΛΚ, η στρατηγική αυτή προωθείται «με ύπουλο τρόπο», εις βάρος των μουσουλμανικών κοινοτήτων «που ασκούν την πίστη τους σε αρμονία με τις δημοκρατικές αρχές».
Το κόμμα τοποθετεί το φαινόμενο στο ίδιο ευρύτερο πλαίσιο με άλλες μορφές ξένης παρέμβασης που έχουν απασχολήσει την ΕΕ. «Όπως και με άλλες ξένες παρεμβάσεις που έχουν αναλυθεί εκτενώς από τους Ευρωπαίους φορείς χάραξης πολιτικής, όπως η ρωσική και η κινεζική ανάμειξη σε δημοκρατικές διαδικασίες, αναγνωρίζουμε την πολιτικοθρησκευτική παρέμβαση στις ευρωπαϊκές δημοκρατικές διαδικασίες ως εξωτερική και αθέμιτη ανάμειξη», σημειώνει.
Διάκριση πολιτικού Ισλάμ και ισλαμικής πίστης
Το ΕΛΚ επιχειρεί, την ίδια ώρα, να προλάβει τις κατηγορίες περί στοχοποίησης των μουσουλμάνων. «Η αντιμετώπιση του ζητήματος δεν έχει στόχο να αποτελέσει εγχείρημα διακρίσεων, αλλά τρόπο διαφύλαξης των δημοκρατικών συστημάτων και των ατομικών ελευθεριών», αναφέρει.
Στο ίδιο πλαίσιο, τονίζει ότι προσεγγίζει το ζήτημα «με πραγματιστικό τρόπο», κάνοντας «σαφή διάκριση ανάμεσα στο πολιτικό Ισλάμ ως ιδεολογία και την ισλαμική πίστη».
«Υπογραμμίζουμε ότι η διείσδυση διαφέρει ριζικά από τη νόμιμη έκφραση πολιτικών πεποιθήσεων που προέρχονται από θρησκευτικές κοινότητες», προσθέτει το κόμμα, δηλώνοντας προσηλωμένο στην ενότητα των Ευρωπαίων, τη συνοχή τους και την προσωπική ελευθερία, ιδίως την ελευθερία συνείδησης και θρησκείας.
Οι αρχές αυτές, σύμφωνα με το ΕΛΚ, μπορούν να προστατευθούν «με την προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων και τη διασφάλιση της ισότητας μεταξύ των πολιτών, και όχι μέσω συλλογικών αξιώσεων».
Χαρτογράφηση δικτύων και «στοπ» στα κονδύλια
Σε επίπεδο μέτρων, το ΕΛΚ ζητά «χαρτογράφηση των δικτύων ισλαμιστικών οργανώσεων, εκπαίδευση αιρετών και διοικήσεων, προστασία της ανεξάρτητης έρευνας και βελτίωση των μηχανισμών δέουσας επιμέλειας».
Οι μηχανισμοί αυτοί, σημειώνει, πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στην «ανεπιθύμητη ξένη χρηματοδότηση», η οποία μπορεί να προέρχεται από τρίτες χώρες «που προωθούν την ίδια ανελεύθερη ατζέντα».
Το πιο πολιτικά φορτισμένο σημείο του ψηφίσματος αφορά την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Το ΕΛΚ ζητά ευθέως τον τερματισμό της στήριξης της ΕΕ προς τα κινήματα που χαρακτηρίζει ριζοσπαστικοποιημένα.
«Ζητούμε τον τερματισμό της στήριξης της ΕΕ προς αυτά τα ριζοσπαστικοποιημένα κινήματα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει, ως εκ τούτου, να ενισχύσει τη διαφάνεια στην κατανομή των κονδυλίων, να διασφαλίσει ότι οι πόροι δεν καταλήγουν να ευνοούν εξτρεμιστικές οργανώσεις που προωθούν ανελεύθερη ατζέντα, να αποκλείσει φορείς που συνδέονται με ισλαμιστικά κινήματα, καθώς και να τερματίσει κάθε συνεργασία που εξακολουθεί να έχει με τέτοιες οργανώσεις», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, το ΕΛΚ τάσσεται υπέρ της ενισχυμένης συνεργασίας των κρατών-μελών για την αντιμετώπιση του φαινομένου, ιδίως μέσω ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ υπηρεσιών πληροφοριών, αλλά και μέσω δράσεων κατά της ισλαμιστικής ριζοσπαστικοποίησης τόσο στο διαδίκτυο όσο και εκτός διαδικτύου.
Το κόμμα ζητά επίσης τη διαμόρφωση, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, «κατάλληλου νομικού πλαισίου για τον εντοπισμό και την αποτελεσματική αντιμετώπιση σχημάτων διείσδυσης», στη βάση συγκεκριμένων μοτίβων αποδεικτικών στοιχείων.
Προτείνει ακόμη την ανάπτυξη «κοινού πλαισίου δεικτών για την ισλαμιστική διείσδυση, για παράδειγμα μέσω της Europol».
Πρόκειται για ένα οικοσύστημα και απαιτείται διεθνής συντονισμός
Το ψήφισμα δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα και στην ακαδημαϊκή έρευνα. «Η ΕΕ χρειάζεται να αυξήσει την ακαδημαϊκή της ικανότητα γύρω από την έννοια του “Πολιτικού Ισλάμ”, τη ριζοσπαστικοποίηση και την εκμετάλλευση των θρησκευτικών πεποιθήσεων», αναφέρει.
Η ενίσχυση αυτή, σύμφωνα με το ΕΛΚ, δεν αφορά μόνο τους ακαδημαϊκούς και τους θεσμούς, αλλά και την ενημέρωση της κοινής γνώμης και την ανάπτυξη μηχανισμών πρόληψης που θα αντιμετωπίζουν τις ρίζες και τις συνέπειες του φαινομένου.
«Η διαφύλαξη ενός περιβάλλοντος στο οποίο η έρευνα διεξάγεται ανεξάρτητα και χωρίς εκφοβισμό είναι επιτακτική», τονίζει.
Το κόμμα προτείνει επίσης η ΕΕ να στηρίξει προγράμματα κατάρτισης για εκπαιδευτικούς, μαθητές και φοιτητές, κοινωνικούς λειτουργούς και επαγγελματίες του πεδίου, με στόχο τον εντοπισμό διαδικασιών ριζοσπαστικοποίησης.
Κλείνοντας, το ΕΛΚ επισημαίνει ότι το φαινόμενο της ισλαμιστικής διείσδυσης «πρέπει να γίνει κατανοητό ως ευρύτερο οικοσύστημα που λειτουργεί ταυτόχρονα σε διάφορους τομείς και σφαίρες».
«Ως το κόμμα με τη μεγαλύτερη επιρροή στην ΕΕ, ζητούμε μια πραγματιστική προσέγγιση του θέματος, σε στενό συντονισμό με τα σχετικά κόμματα-εταίρους στην Ευρώπη και σε άλλα μέρη του κόσμου, όπως η περιοχή της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής και τα Δυτικά Βαλκάνια», καταλήγει το ψήφισμα.
Η πολιτική σημασία της παρέμβασης του ΕΛΚ
Η πολιτική σημασία της παρέμβασης έγκειται στο θεσμικό βάρος του ΕΛΚ. Αν και πρόκειται για ψήφισμα της Πολιτικής Συνέλευσης του κόμματος —χωρίς νομική ισχύ και διακριτό από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΕΛΚ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ωστόσο αυτή μπορεί και χαράσσει πολιτική κατεύθυνση για την κομματική οικογένεια που ελέγχει την προεδρία της Κομισιόν, την προεδρία του Ευρωκοινοβουλίου και 13 κυβερνήσεις κρατών-μελών.
Με αυτό τον τρόπο, το ΕΛΚ εντάσσει επισήμως το πολιτικό Ισλάμ στην ευρωπαϊκή ατζέντα ασφάλειας και θεσμικής ανθεκτικότητας, επιμένοντας παράλληλα στη διάκριση ανάμεσα στην ισλαμική πίστη και σε πολιτικές ή ριζοσπαστικές ιδεολογίες που χρησιμοποιούν τη θρησκεία ως όχημα πολιτικής επιρροής.
