Στα πέντε του δοκίμασε να εικονογραφήσει τους «Αθλίους» του Ουγκώ. Εκτοτε ζωγραφίζει συνέχεια. Πώς βλέπει σήμερα τους νέους ομοτέχνους του;
Συνέντευξη στην Καθημερινή και τον Δημήτρη Ρηγόπουλο
Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης με πάνω από δύο δεκαετίες διδασκαλίας στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών έχει επαφή με τη νέα γενιά. «Βλέπω πολύ ταλέντο, αλλά λίγες προσωπικότητες. Το ζητούμενο είναι σήμερα όχι αυτό που θα κάνεις, αλλά αυτό που δεν θα πρέπει να κάνεις. Ο καθένας κάνει ό,τι του έρθει στο κεφάλι χωρίς να κρίνεται», λέει. [ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ]
Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης είναι ένας άνθρωπος γεμάτος ιστορίες. Τις διηγείται στον ανυποψίαστο συνομιλητή του αβίαστα και μακάρια, χωρίς να έχει επίγνωση και ο ίδιος του αφηγηματικού πλούτου και βάθους, των ασύλληπτων ιστορικών και κοινωνικών τους συμπυκνώσεων ή της πρωτοτυπίας τους.
Εχουμε δώσει ραντεβού στο καφέ-εστιατόριο του Μουσείου του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή στο Παγκράτι, εκεί όπου φιλοξενείται η τελευταία του ατομική έκθεση με 70 έργα, τα οποία αυτός ο στιβαρός εικαστικός της ελληνικής γενιάς του ’60 αποφάσισε να μην αποχωριστεί ποτέ και να τα κρατήσει ως κομμάτια μιας ανεπίσημης προσωπικής συλλογής («Τοπία της Μνήμης», έως 4/10).
Οσο κι αν θέλω να διατηρήσω μια στοιχειώδη συνοχή στη συζήτησή μας, ο αφηγηματικός οίστρος του Γιάννη Ψυχοπαίδη αποδεικνύεται αξεπέραστο εμπόδιο μπροστά σε κάθε απόπειρα «ποδηγέτησης» της συνέντευξης. Για παράδειγμα, η αυτονόητη ερώτηση για τα έργα που μοιράζονται για πρώτη φορά το ημίφως μιας αίθουσας μουσείου, καταλήγει στην εξιστόρηση ενός καλλιτεχνικού θρίλερ.
Πλειοδοσία για το όνειρο
Οταν ακόμη ήταν φοιτητής, καταφθάνει συστημένη στον χώρο του μια εύπορη Αμερικανίδα συλλέκτρια. Το βλέμμα της πέφτει αμέσως και κολλάει σε έναν πολύ συγκεκριμένο πίνακα. Παθαίνει εμμονή με το έργο, θέλει να το αγοράσει οπωσδήποτε. Ο νεαρός ζωγράφος αρνείται ευγενικά. Εξηγεί ότι συνδέεται με μια πολύ προσωπική του στιγμή – «ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που εικονογράφησα σχεδόν αυτοστιγμεί ένα έντονο όνειρο και μετά έπεσα ξανά και κοιμήθηκα».
Από το ξενοδοχείο της τον βομβαρδίζει με αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα. Ανεβάζει διαρκώς το ποσό που είναι διατεθειμένη να διαθέσει. Στο τέλος, σε παραληρηματική κατάσταση, του λέει ότι το επόμενο πρωί ταξιδεύει για τις ΗΠΑ και ότι δεν πρόκειται να φύγει αν δεν έχει μαζί της το συγκεκριμένο έργο. «Αγαπητέ μου, σας στέλνω τον οδηγό μου με μια ανοικτή επιταγή. Συμπληρώστε όποιο ποσό θέλετε, σας εκλιπαρώ». Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης θα επιμείνει μέχρι τέλους.
«Ωριμάζοντας καταλαβαίνεις ότι τα έργα πρέπει να κυκλοφορούν, να τα βλέπουν οι άνθρωποι… Τα έργα τυπικά έχουν πάψει να ανήκουν σε εσένα. Ανήκουν όμως σε κάτι που σε υπερβαίνει».
«Ωριμάζοντας καταλαβαίνεις ότι τα έργα πρέπει να μοιράζονται, να κυκλοφορούν, να τα βλέπουν οι άνθρωποι, να βγαίνουν στο φως», λέει σήμερα, με τη σοφία του χρόνου. «Και το φως είναι το βλέμμα των άλλων, ανθρώπων που δεν μπορούσες να φανταστείς ότι θα τα αντικρίσουν ποτέ. Τα έργα τυπικά έχουν πάψει να ανήκουν σε εσένα. Ανήκουν όμως σε κάτι που σε υπερβαίνει».
Οι βάσεις της καλλιτεχνικής του ιδιοσυγκρασίας τέθηκαν σε ένα νεοκλασικό σπίτι της οδού Υψηλάντου στο Κολωνάκι που δεν υπάρχει σήμερα. Γεμάτο σκοτεινές γωνιές, κρυφούς χώρους, μια κιβωτός φαντασίας με πολλές βιβλιοθήκες. «Βιβλία τα οποία ποτέ δεν μας επέβαλε κάποιος να διαβάσουμε, απλώς υπήρχαν εκεί, και ήταν στο ενδιαφέρον το δικό μας να ξεχωρίσουμε κάτι κάποια στιγμή και να αρχίσουμε να ψάχνουμε όλο αυτό το θαυμάσιο χάος του θησαυρού των βιβλίων».
Εκεί ο πεντάχρονος Γιάννης δοκίμασε να εικονογραφήσει για πρώτη φορά αυτό που θα γινόταν στην πορεία της ζωής ένα από τα πιο αγαπημένα του αναγνώσματα, τους «Αθλίους» του Βίκτωρος Ουγκώ. Εκεί, με θέα στον κήπο της βρετανικής πρεσβείας, κατάλαβε τι θα ήθελε να κάνει στη ζωή του. «Οταν μεγαλώσαμε αρκετά και δεν χρειαζόταν να έχουμε στο σπίτι μια κοπέλα για να μας προσέχει, άδειασε ένα δωμάτιο που σύντομα έγινε το πρώτο μου ατελιέ. Μπορούσα να κλείνομαι για ώρες και να αυτοσχεδιάζω χωρίς να με ενοχλεί κανένας».

Και μετά είναι αυτή η απίθανη ιστορία με τον επίσημο πορτρετίστα του… Χίτλερ, στον οποίο ο Γιάννης Ψυχοπαίδης σκοντάφτει όταν κερδίζει την Ανώτατη Υποτροφία της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Αρχές δεκαετίας του 1970 και ο Ψυχοπαίδης έχει μόλις ξεμπερδέψει με τη στρατιωτική του θητεία. Καταμεσής της χούντας, με ανεπτυγμένο πολιτικό αισθητήριο, νιώθει σαν λιοντάρι στο κλουβί. Θέλει διακαώς να φύγει στο εξωτερικό και αφήνει ένα ντοσιέ με παλαιότερα έργα του –γυμνά κυρίως– στη γραμματεία της πρεσβείας της Δυτικής Γερμανίας.
«Παίρνω την υποτροφία, μου βγάζουν διαβατήριο θέλουν δεν θέλουν και βρίσκομαι μόλις δύο μέρες μετά στο Μόναχο, στο εργαστήριο της μεγάλης αυτής μορφής, της οποίας όμως εγώ αγνοώ παντελώς το παρελθόν, για να παρουσιάσω τη δουλειά μου». Αυτός αρχικά είναι ενθουσιασμένος και τρομερά φιλικός – έχει εξάλλου πρωτοστατήσει για να δώσουν στον φέρελπι Ελληνα καλλιτέχνη την υποτροφία. Αλλά μόλις αρχίζει και παρατηρεί καλύτερα τα έργα, έργα έντονου κριτικού ρεαλισμού σαφώς επηρεασμένα από την κατάσταση στην Ελλάδα, το κλίμα αλλάζει αμέσως.
«”Τι είναι αυτά τα πράγματα; Εσείς τα θεωρείτε τέχνη;”, με ρωτάει εκνευρισμένος. Εγώ του λέω κάπως ατάραχος “ναι, φυσικά, είναι η δουλειά μου”. Αυτός, έξαλλος πια, φωνάζει: “Ποια δουλειά σας μου λέτε, αυτά είναι προπαγάνδα, για πέταμα. Αν δεν τα αποκηρύξετε, σας διαγράφω από το εργαστήριό μου και σας ακυρώνω την υποτροφία”. Το είπε και το έκανε». Ευτυχώς, χάρη στην άμεση παρέμβαση της υφυπουργού Παιδείας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης που ανήκε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) ο Ψυχοπαίδης δεν έχασε ούτε την υποτροφία του ούτε τη θέση του στη φημισμένη Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Οσο για τον προσωπικό ζωγράφο του Φύρερ, είχε επιβιώσει του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και, ύστερα από μία σύντομη περίοδο «αυτοεξορίας» στην Ελβετία, που ήταν πολύ της μόδας τότε, είχε κατορθώσει σιγά σιγά να αναρριχηθεί και να αποκτήσει τα παλιά του αξιώματα στη Βαυαρία. «Αυτό μόνο στη Βαυαρία θα μπορούσε να συμβεί!», σχολιάζει σήμερα ο Γιάννης Ψυχοπαίδης.
Η δική του Ελλάδα
Ρωτάω τον εικαστικό ποια εκδοχή της Ελλάδας κρατάει μέσα του και ποια έχει αφήσει πίσω του. «Η δική μου γενιά είχε μία μοναδική τύχη: να προλάβει την αυθεντικότητα μιας παράδοσης που έκλεινε μέσα της ανθρώπινες αξίες και ταυτόχρονα ζήσαμε όλη αυτή την τεράστια αλλαγή προς ένα νέο, καινούργιο κόσμο. Να πλουτίσουμε την εμπειρία μας με εκείνα τα στοιχεία ενός παλαιότερου κόσμου που είχε να κάνει με τις ανθρώπινες σχέσεις, την αυθεντικότητα ενός φυσικού περιβάλλοντος, ένα αίσθημα αθωότητας και ασφάλειας· ενός κόσμου που είχε ακόμη κανόνες και αρχές. Που φυσικά τότε τις βιώναμε λίγο καταπιεστικά, αλλά που στο τέλος της ημέρας μάς βοήθησαν». Θεωρεί ότι πάντα ήταν κοντά και πολύ μέσα στους ανθρώπους.
«Ομως έχει σημασία να μπορείς να διαφυλάξεις έναν προσωπικό χώρο δικής σου εσωτερικής σιωπής», σημειώνει με νόημα. Συναναστρέφεται νέο κόσμο, ο απόηχος 20 χρόνων ακαδημαϊκής παρουσίας στην ΑΣΚΤ. «Βλέπω πολύ ταλέντο, αλλά λίγες προσωπικότητες. Το ζητούμενο είναι σήμερα όχι αυτό που θα κάνεις, αλλά αυτό που δεν θα πρέπει να κάνεις. Λείπει η έννοια του κανόνα, έχει χαθεί το μέτρο, ο ορθός λόγος. Ενας συνδυασμός απόλυτης αυθαιρεσίας κι ενός ασύλληπτου ατομικισμού που τα έχει σμπαραλιάσει όλα· ο καθένας κάνει ό,τι του έρθει στο κεφάλι χωρίς να κρίνεται. Αυτό δημιουργεί μια κατάσταση επιτρεπτικότητας των πιο ετερόκλητων πραγμάτων χωρίς να υπάρχει από κάτω ένα πλέγμα αναφοράς και κριτικής επεξεργασίας. Είναι μια ολόκληρη συνθήκη που κάνει τους ανθρώπους διαχειριστές του εαυτού τους και όχι βαθύτερους ανιχνευτές. Ετσι όμως εκλείπουν όλα τα μεγάλα ηθικά διλήμματα που αφορούν τις μεγάλες αποφάσεις της ζωής. Μέσα στη φτώχεια της δεκαετίας του ’60 υπήρχαν τρία περιοδικά, δύο στήλες, δέκα άνθρωποι που είχαν βαρύνοντα λόγο, ένα πλαίσιο που λάμβανες σοβαρά υπ’ όψιν. Σήμερα κανείς δεν αισθάνεται ότι λογοδοτεί κάπου. Οι μεγάλες συλλήψεις έχουν ατονήσει και παρατηρείς μόνο μικρόκοσμους, όπου αισθάνεσαι ότι εκεί γίνονται πράγματα, αλλά είναι μικρόκοσμοι που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους».
Μαθήματα ελευθερίας
Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης εξακολουθεί να ζωγραφίζει ακατάπαυστα. «Δουλεύω ακόμη πολύ, είναι η αλήθεια, αλλά πάντα με όρους ελευθερίας. Ποτέ δεν υποτάσσομαι σε ένα πρόγραμμα». Θυμάται ακόμη τον τρυφερό τρόπο που ο πατέρας του, δικηγόρος στο επάγγελμα, επιχείρησε να τον πείσει να ακολουθήσει νομικές σπουδές έχοντας πλήρη επίγνωση της ματαιότητας του εγχειρήματος.
«“Θα τελειώνεις στις 3 το μεσημέρι και μετά θα έχεις όλο τον χρόνο να κάνεις τα δικά σου”. Τον χάιδεψα στον ώμο και του είπα, “πατέρα, καταλαβαίνεις ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο πέρα από αυτό που έχω σκεφτεί και αποφασίσει”. Δεν είπε ποτέ ξανά τίποτα για το θέμα». Ανακαλεί τις εφηβικές πεζοπορίες στα γερμανικά δάση στο πλαίσιο θερινών προγραμμάτων ανταλλαγών μαθητών («ένα καλοκαίρι διασχίσαμε ολόκληρη τη Γερμανία από τον νότο στον βορρά πεζοπορώντας για περίπου δύο μήνες χωρίς να βγούμε ούτε ένα λεπτό στην άσφαλτο», θυμάται σήμερα) αλλά και τον «εκκεντρικό» πρώτο Γερμανό καθηγητή καλλιτεχνικών στην Α΄ Γυμνασίου που τον έκανε να σκεφτεί εντελώς διαφορετικά την έννοια της δημιουργίας. «Ενώ τον περιμέναμε είχαμε πάρει κάτι μολύβια, χαρτιά και τα συνήθη υλικά ζωγραφικής κι εκείνος μας αιφνιδίασε λέγοντας: “Αυτά ξεχάστε τα. Απλώς θα μου φέρετε αύριο δύο πράγματα που θα σας ζητήσω. Το ένα”, λέει, “είναι μια μυγοσκοτώστρα και το δεύτερο μία φθαρμένη οδοντόβουρτσα”».
Η συνάντηση
Είδαμε και πάθαμε να πείσουμε τον Γιάννη Ψυχοπαίδη να φάμε κάτι παρέα προκειμένου να δικαιώσουμε τον τίτλο της στήλης. «Μα δεν τρώω το μεσημέρι!», προσπάθησε να μας εξηγήσει ευγενικά. «Είναι το πιο δημιουργικό κομμάτι της μέρας μου από τις 12 το μεσημέρι μέχρι τις 6 το απόγευμα, αλίμονο αν έχω τον νου μου στο φαγητό». Αλλά είχαμε σχέδιο. Το ραντεβού δόθηκε στο καφέ-εστιατόριο του Μουσείου Γουλανδρή και οι αντιστάσεις όσο να ’ναι έπεσαν όταν στη λίστα με τα πιάτα ημέρας εμφανίστηκε ένας νοστιμότατος –όπως αποδείχθηκε– μουσακάς. Εγώ παρήγγειλα ένα λαβράκι, μοιραστήκαμε και μια χωριάτικη σαλάτα και λίγο αργότερα ο Γιάννης Ψυχοπαίδης φρόντισε να πάρει το αίμα του πίσω παραγγέλνοντας τον τρίτο καφέ της ημέρας. «Με τους καφέδες χάνω το μέτρημα. Αλλά δεν με πιάνουν, ευτυχώς!». Το ύψος του λογαριασμού δεν το μάθαμε ποτέ, γιατί η Διεύθυνση Επικοινωνίας του Μουσείου είχε φροντίσει για όλα.
