Αρχική » Ευάγγελος Παπανούτσος – «Αλλοτρίωση»

Ευάγγελος Παπανούτσος – «Αλλοτρίωση»

από Άρδην - Ρήξη

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Πέμπτη 23 Ιουλίου 1959)

Από το 1950 που εορτάσθηκαν τα διακόσια χρόνια από τη δημοσίευση της πρώτης, της πολύκροτης πραγματείας του «Λόγος περί των επιστημών και των τεχνών », του Ζαν-Ζακ Ρουσώ, έως σήμερα γράφηκαν και εξακολουθούν να γράφωνται σε όλες τις γλώσσες του κόσμου μελέτες για τον συγγραφέα και για την επιρροή του έργου του στις κοινωνικές και πνευματικές εξελίξεις της εποχής μας. Όλες ή περίπου όλες τονίζουν ότι αυτός ο μεγαλοφυής αυτοδίδακτος, με τη λαμπρή και οξύτατη σκέψη και με τις τόσες ηθικές αδυναμίες, άφησε βαθιά τα ίχνη των ιδεών του στην ιστορία των χρόνων μας. Επί δύο αιώνες παλεύομε με τα προβλήματα που ο ίδιος πρώτος έθεσε, τόσο ριζοσπαστικά και με τόσον εξαίσιο φραστικό ύφος.

Η πρώτη εμφάνισή του, σωστή κατάκτηση της δόξας με το πρώτο κιόλας βήμα, γίνεται με αφορμή το διαγωνισμό της Ακαδημίας Ντιζόν για συγγραφή μιας πραγματείας που θ’ απαντούσε στο ερώτημα: αν η αναγέννηση των Επιστημών και της Τέχνης συμβάλλη στη βελτίωση των ηθών. Βραβεύθηκε η δική του, που έδινε στο ζήτημα μια σαφή και κατηγορηματικήν απόκριση: Όχι! Αλλά ταυτόχρονα πήγαινε πιο μακριά, κάθιζε στο σκαμνί τον Πολιτισμό και την Παιδεία, τα είδωλα του 18ου αιώνα, του αιώνα του, και με μιαν επίμονη, πειστικήν ανάλυση έδειχνε ότι ο λεγόμενος πολιτισμός (όχι η α ή β ιστορική μορφή του, αλλά ο «πολιτισμός» εν γένει) έχει κάμει και πάντα θα κάνη τον άνθρωπο όχι μόνο δυστυχή, αλλά και κακό:

«Πριν η Τέχνη διαμορφώση τη συμπεριφορά μας και διδάξη τα πάθη μας να μιλούν μια τεχνητή γλώσσα, τα ήθη μας είχαν τραχύτητα αλλά ήσαν φυσικά, και οι διαφορές του φερσίματος εξωτερίκευαν στο πρώτο κιόλας βλέμμα τις διαφορές του χαρακτήρα. Στο βάθος της βέβαια η ανθρώπινη φύση δεν ήταν καλύτερη· αλλά οι άνθρωποι βρίσκανε την ασφάλειά τους στην ευκολία με την οποία ο καθένας διάβαζε μέσα στην ψυχή του άλλου, και το πλεονέκτημα τούτο, που την αξία του δεν την αισθανότανε πια, τους έσωζε από πολλές κακίες. Σήμερα που λεπτότερες έρευνες και ένα πολύ καλλιεργημένο γούστο έχουν αναγάγει σε γενικούς κανόνες την τέχνη να γίνεται κανείς στους άλλους ευχάριστος, κυριαρχεί στα ήθη μας μια ελεεινή, απατηλή ομοιομορφία. Και όλα τα πνεύματα δίνουν την εντύπωση ότι έχουν διαπλαστή σύμφωνα μ’ ένα και μόνο πρότυπο· δεσπόζει η ευγένεια, επιβάλλεται η άνεση. Όλοι χωρίς εξαίρεση ακολουθούν τις συνήθειες, κανένας ποτέ τη φύση του. Κανείς πια δεν τολμά να φανή τέτοιος που είναι, και κάτω απ’ αυτή την αδιάκοπη πίεση, οι άνθρωποι που αποτελούν την αγέλη που ονομάζομε κοινωνία, υποταγμένοι στους ίδιους όρους κάνουν τα ίδια πράγματα, εκτός αν ισχυρότερα κίνητρα τούς δώσουν άλλη κατεύθυνση».

Αυτή είναι κατά τον Ρουσώ η βαρειά, η αθεράπευτη νόσος του πολιτισμένου ανθρώπου: αγελαία ύπαρξη, αφόρητη ομοιομορφία, προσποίηση και υποκρισία, καμιά φυσικότητα, καμιά γνήσια έκφραση, καμιά «αλήθεια», δηλαδή καμιά αντιστοιχία της εξωτερικής συμπεριφοράς προς τις εσωτερικές διαθέσεις, αλλά παντού και πάντοτε η συνήθεια, ο τύπος, η μάσκα, το ψεύδος. Είναι το φαινόμενο της aliénation, της «αλλοτρίωσης» του ανθρώπου, του ψευτίσματος του ψυχικού του εαυτού: από το να φαίνεσαι διαρκώς όχι αυτός που είσαι, αλλά αλλιώτικος, τέτοιος που μια εξελιγμένη κοινωνία ζητεί από σένα να είσαι — γίνεσαι «αλλότριος», ξένος προς τη φυσική, την αυθεντική σου ύπαρξη.

Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο ο θάνατος της αρετής (ηθική, θα πη αργότερα ένας βαθύτατα επηρεασμένος από τον Ρουσώ Γερμανός φιλόσοφος, ο Καντ, είναι πάντοτε η αυτόνομη και ποτέ η ετερόνομη υπόσταση) αλλά και η δυστυχία. Ο πολιτισμένος άνθρωπος, αφήνοντας το ψεύδος να κυριαρχήση στην ύπαρξή του, δίνοντας στη βούληση της αγέλης τη δύναμη και το δικαίωμα να πνίγη τη βούληση τη δική του, βυθίζεται στη δυστυχία. Στον περίφημο τρίτο διάλογο Rousseau juge de Jean-Jacques, γέρος πια, πικραμένος και έρημος, γράφει ο συγγραφέας του Émile: «Όλοι ζητούν την ευτυχία τους στην εμφάνιση, κανείς δεν νοιάζεται για την πραγματικότητα. Όλοι τοποθετούν το είναι τους στο φαίνεσθαι, όλοι, σκλάβοι και θύματα του εγωισμού, δεν ζουν για να ζουν, αλλά για να κάνουν τους άλλους να πιστέψουν πως έχουν ζήσει». Ιδού η βαρειά, η ανίατη νόσος του πολιτισμού: η αλλοτρίωση του ανθρώπου, η απάρνηση του γνήσιου εαυτού μας. Και αναπότρεπτη, μοιραία απόληξη αυτού του ψεύδους: η ηθική έκπτωση, η απαθλίωση: Honneur sans vertu, raison sans sagesse, plaisir sans bonheur («υπόληψη χωρίς αρετή, λογική χωρίς σοφία, απόλαυση χωρίς ευτυχία»).

Το απόφθεγμα είναι από τη δεύτερη πραγματεία του Ρουσώ, που πάλι βραβεύτηκε από την Ακαδημία της Ντιζόν, γιατί απαντούσε με πρωτότυπο και καυστικό τρόπο στο νέο ερώτημά της: ποια είναι η προέλευση και οι βάσεις της ανισότητας των ανθρώπων; (1753). Εδώ η κριτική του πολιτισμού πάει ακόμη πιο βαθιά και φέρνει στο φως νέες όψεις του προβλήματος. Ο κεντρικός όμως πυρήνας της φιλοσοφίας του Ρουσώ παραμένει ο ίδιος. Οι άνθρωποι από τη Φύση είναι πλασμένοι καλοί· η κοινωνική οργάνωση με τους θεσμούς της τούς κάνει κακούς. Στη φυσική τους κατάσταση είναι ίσοι μεταξύ τους· ο καθένας έχει όσο χρειάζεται για να συντηρηθή και οι μεταξύ τους σωματικές, ψυχικές και πνευματικές διαφορές δεν απολήγουν σε νομικές, κοινωνικά καθιερωμένες και επιβεβλημένες «ανισότητες».

Το τέλος της φυσικής ισότητας έρχεται με την αστική κοινωνία, με τον πολιτισμό. Μαζί της χάνεται η αυτοτέλεια, η αλήθεια, η ευτυχία του φυσικού ανθρώπου και στη θέση τους μπαίνουν η σκλαβιά του ατόμου, το ψεύδος της κοινωνικής υποκρισίας, η δυστυχία. Όλα συμπτώματα και συνέπειες του ίδιου φαινομένου: της «αλλοτρίωσης» που φέρνει ο πολιτισμός. Ο homme sauvage, αντίθετα προς τον homme policé, γράφει ο Ρουσώ, «ζη μέσα στον εαυτό του, ο άλλος πάντοτε έξω από τον εαυτό του, ζη μόνο μέσα στη γνώμη των άλλων, και σα να πούμε, από τη δική τους κρίση αντλεί το αίσθημα της ύπαρξής του».

Και αλλού: «Ο homme naturel είναι ένα όλον για τον εαυτό του, η αριθμητική μονάδα, ο απόλυτα ακέραιος αριθμός, που δεν σχετίζεται παρά μόνο με τον εαυτό του και με τον όμοιό του. Ο homme civil είναι μια κλασματική μονάδα που εξαρτάται από τον παρονομαστή της και η αξία της βρίσκεται μέσα στη σχέση που έχει προς τον ακέραιο, δηλαδή προς το κοινωνικό σώμα. Οι καλοί κοινωνικοί θεσμοί είναι εκείνοι που ξέρουν καλύτερα να βγάζουν από τη φύση του τον άνθρωπο, να του αφαιρούν την απόλυτη ύπαρξη, για να του δώσουν ως αντάλλαγμα μιαν ύπαρξη σχετική και να μεταθέσουν το εγώ του μέσα στην κοινή μονάδα, έτσι ώστε το κάθε άτομο να μην πιστεύη πια τον εαυτό του μονάδα ακέραια, αλλά κλάσμα της ακέραιας μονάδας και να τον αισθάνεται μόνο μέσα στο σύνολο».

Ανεξάρτητα από την άλλη της αξία (τη βέβαιη ή την αμφίβολη), οι σκέψεις αυτές του Ρουσώ διατηρούν και σήμερα ακόμη όλη την επικαιρότητα και τη λάμψη τους. Ένας από τους σημαντικώτερους Άγγλους ιστορικούς του περασμένου αιώνα, ο λόρδος Άκτον, έγραψε κάποτε στη Μαίρη Γλάδστον: «Ο Ρουσώ έφέρε με την πένα του μεγαλύτερα ιστορικά αποτελέσματα απ’ όσα ο Αριστοτέλης, ο Κικέρων, ο άγιος Αυγουστίνος, ο Θωμάς ο Ακινάτης ή οποιοσδήποτε απ’ όσους έζησαν ποτέ». Θα εννοούσε προφανώς τις κοινωνικές ζυμώσεις και τις πολιτικές εξελίξεις που προκάλεσαν τα συγγράμματά του.

Αλλά και στον κόσμο των ιδεών η επίδραση του επιφανή πολίτη της Γενεύης υπήρξε και εξακολουθεί να είναι βαθύτατη. Μόνο τον αντίλαλο να παρακολουθήση κανείς της «αλλοτρίωσης», όπως προσπάθησα να τη σκιαγραφήσω στο σύντομο τούτο σημείωμα, μέσα στη σκέψη των σοφών του 18ου, του 19ου και του 20ού αιώνα, θα μείνη κατάπληκτος από το πλήθος και την ποικιλία των ονομάτων και των σχολών που επεξεργάσθηκαν περισσότερο το περιεχόμενο αυτής της πλούσιας έννοιας: Kant, Schiller, Hegel, Marx και σήμερα Freud και Heidegger. Ιδεαλισμός και μαρξισμός, ψυχανάλυση και υπαρξισμός έχουν πολλά και βαριά χρέη στο γόνιμο πνεύμα του ανθρώπου που δοξάστηκε, αλλά και δυστύχησε όσο λίγοι στην Ευρώπη των χρόνων του. Αξίζει λοιπόν να τον θυμούμαστε από καιρό σε καιρό.


  • Η γραφή είναι η δημοτική που ο ίδιος χρησιμοποιούσε.
  • Λίγα λόγια για τον Ευάγγελο Παπανούτσο:

Ο Ευάγγελος Παπανούτσος (1900–1982) ήταν ένας από τους κορυφαίους Έλληνες φιλοσόφους, παιδαγωγούς, δοκιμιογράφους και αναμορφωτές της εκπαίδευσης του 20ού αιώνα. Το όνομά του έχει συνδεθεί άρρηκτα με τους αγώνες για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού σχολείου και την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας.

Τα κυριότερα σημεία της ζωής και της πορείας του περιλαμβάνουν:

🎓 Σπουδές και Ακαδημαϊκό Υπόβαθρο

  • Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1900, με καταγωγή από το Σοπωτό (Αροανία) Αχαΐας.
  • Σπούδασε αρχικά Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
  • Συνέχισε τις σπουδές του στο εξωτερικό, μελετώντας Φιλοσοφία και Παιδαγωγικά στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου, της Τυβίγγης και των Παρισίων. Αναγορεύτηκε διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης.

🏫 Εκπαιδευτική Προσφορά & Μεταρρύθμιση

  • Υπηρέτησε την εκπαίδευση από το 1920, περνώντας από όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας (δάσκαλος, καθηγητής, διευθυντής Διδασκαλείων).
  • Διετέλεσε Γενικός Διευθυντής και αργότερα Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας (το 1950 και το 1963).
  • Υπήρξε ο «αρχιτέκτονας» της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης του 1964 (επί κυβερνήσεως Γεωργίου Πανανδρέου), η οποία άλλαξε ριζικά το ελληνικό σχολείο, καθιερώνοντας τη δημοτική γλώσσα, τη δωρεάν παιδεία, το θεσμό του Ακαδημαϊκού Απολυτηρίου και τον διαχωρισμό του Γυμνασίου από το Λύκειο.
  • Κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας (1967-1974) απομακρύνθηκε από τις θέσεις του, καθώς το έργο του πολεμήθηκε από τους συντηρητικούς κύκλους της εποχής.

✍️ Συγγραφικό και Κοινωνικό Έργο

  • Υπήρξε πολυγραφότατος. Στο έργο του ξεχωρίζει η περίφημη τριλογία του («Γνωσιολογία», «Αισθητική», «Ηθική»), καθώς και τα βιβλία του «Λογική» και «Ψυχολογία».
  • Έγραψε εκατοντάδες δοκίμια και επιφυλλίδες (όπως αυτή για την «Αλλοτρίωση» που διαβάσατε), εκλαϊκεύοντας δύσκολες φιλοσοφικές έννοιες για το ευρύ κοινό μέσα από τον τύπο (κυρίως την εφημερίδα «Το Βήμα»).
  • Το 1980 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
  • Μετά τη μεταπολίτευση, εξελέγη και Βουλευτής Επικρατείας (1974-1977) με την Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις, συνεχίζοντας να προσφέρει τις γνώσεις του για τα εκπαιδευτικά ζητήματα της χώρας.

Πέθανε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 1982, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια πνευματική κληρονομιά που επηρεάζει μέχρι και σήμερα τη δομή της ελληνικής παιδείας.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ