Διεθνή, Ευρώπη, Ρήξη φ. 105

Η Ε.Ε. και η ακροδεξιά πρόκληση

Απέναντι στους τραπεζίτες, ούτε η Μέρκελ, ούτε η Λεπέν προσφέρουν μια αξιόπιστη απάντηση

euro-elections-right

 Του Βασίλη Στοϊλόπουλου από τη Ρήξη φ. 105 

Η μακρόχρονη κρίση του ευρώ, που σε πολλές χώρες της Ευρώπης προκάλεσε παρατεταμένη ύφεση και οδήγησε την ανεργία σε ασυγκράτητα ύψη, μετεξελίσσεται πλέον σταθερά σε δομική κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η σταδιακή μετεξέλιξη της νομισματικής ένωσης από μια –έστω προβληματική– κοινότητα αξιών, αλληλεγγύης και ισοπολιτείας, σε ένα απάνθρωπο σύστημα δανειστών και οφειλετών, με τη Γερμανία να αναδεικνύεται σε μοναδικό κερδισμένο της κρίσης και τη Μέρκελ να μετατρέπεται σε καγκελάριο της Ευρώπης, προκαλούν πλέον αναταράξεις στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, γεγονός που έγινε φανερό όχι μόνο από τα πολύ χαμηλά ποσοστά συμμετοχής των Ευρωπαίων πολιτών στις πρόσφατες ευρωεκλογές, αλλά και από τη θεαματική άνοδο κάθε απόχρωσης και ιδεολογίας ευρωσκεπτικιστικών, ευρωφοβικών και αντιευρωπαϊκών κομμάτων1, ακόμα και στην «όαση της σταθερότητας», τη Γερμανία.
Έτσι, για τον ακραιφνώς ευρωπαϊστή φιλόσοφο Χάμπερμας, με το σοκαριστικό εκλογικό αποτέλεσμα –ιδιαίτερα τη θριαμβευτική νίκη του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία– «η Ευρώπη χτυπήθηκε κατευθείαν στην καρδιά»2. Αισθανόμενος ο ίδιος τρόμο από το εκλογικό αποτέλεσμα, προειδοποιεί για «δύο μεγάλους κινδύνους»: μεσοπρόθεσμα, την «αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης», λόγω των συνεπειών από τις οικονομικές ανισότητες στο εσωτερικό της Ευρωζώνης και, βραχυπρόθεσμα, την «αποσταθεροποίηση της Γαλλίας», της χώρας δηλαδή που βυθίζεται όλο και περισσότερο στη σκιά της Γερμανίας και αισθάνεται να τραυματίζεται η εθνική της περηφάνια και να αλλοιώνεται η εθνική της ταυτότητα.
Οι περισσότερες βέβαια φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις εξακολουθούν, μετά και τον σεισμό της 25ης Μαΐου, να επαναλαμβάνουν τη μόνιμη επωδό ότι η ακροδεξιά τρέφεται αποκλειστικά από τη μετανάστευση και την οικονομική κρίση . Η αποσπασματική αυτή εικόνα οδηγεί προφανώς σε εσφαλμένα συμπεράσματα περί ψήφου διαμαρτυρίας, παραπλανημένων ψηφοφόρων και δανεικής ψήφου, σε ψυχαναλυτικές ερμηνείες για «σύμπτωμα οργής και ανασφάλειας», αλλά και σε ελιτίστικη υποτίμηση των λαϊκών στρωμάτων, σε γενικευμένη ηθική υποβάθμιση των πολιτικών αντιπάλων (θέλουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα γόνατα και το κεφάλι της Κομισιόν στο πιάτο) ακόμη και σε ύβρεις («μέθυσοι», «τσαρλατάνοι»). Όμως, η ανάδειξη του ευροσκεπτικισμού σε αντίπαλο δέος του τεχνοκρατικού μοντέλου πολιτικής και στους ελιτίστικους μηχανισμούς των Βρυξελλών, όπου κυριαρχούν ασύδοτοι λομπίστες, αντιδημοκρατικές αντιλήψεις και γραφειοκράτες με νοοτροπία ταλιμπάν, υποχρεώνει ακόμη και τον Χάμπερμας να θεωρεί σωστό το ότι «οι εχθροί της Ευρώπης βρήκαν ένα φόρουμ όπου θα καταδεικνύουν στις πολιτικές ελίτ την αναγκαιότητα να συμμετέχουν στη διαδικασία της ενοποίησης και οι ίδιοι οι πληθυσμοί». Γιατί είναι σαφές ότι η ενισχυμένη παρουσία των ευρωσκεπτικιστών όχι μόνο θα εξαναγκάσει τη Μέρκελ και τους θιασώτες της «Ευρώπης του Βερολίνου» να επανεξετάσουν το μεγαλογερμανικό τους διακύβευμα και την αδιέξοδη συντηρητική τους ατζέντα της λιτότητας, αλλά θα προκαλέσει και έναν εντονότατο έως και βάναυσο διάλογο για το «ποια Ευρώπη θέλουμε» – πέρα από τους αποκρουστικούς κανόνες τις πολιτικής ορθότητας και του καθωσπρεπισμού, γι’ αυτό και ασυγκρίτως πιο ενδιαφέροντα και σίγουρα προς όφελος της πραγματικής δημοκρατίας και όχι αυτής των βρυξελλιώτικων προδιαγραφών.
Ο θορυβώδης ακροδεξιός, ευρωσκεπτικιστικός λόγος, χαρακτηρίζεται από τους πάσης φύσεως αντίπαλούς του –από τους συντηρητικούς και νεοφιλελευθέρους μέχρι τους σοσιαλιστές και τους Πράσινους, ως θεμελιωδώς «ανομοιογενής», «ποιοτικά άθλιος», «πολιτικά ακραίος» και «ξεδιάντροπα λαϊκιστικός». Ωστόσο, με υποτυπώδεις ευρωπαϊκούς θεσμούς και με μια ευρωβουλή, παρά την εκλογική νομιμοποίηση, σε έναν ιδιότυπο διακοσμητικό ρόλο, χωρίς πραγματική εξουσία, ούτε η ακροδεξιά πρόκληση αντιμετωπίζεται, αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση φαντάζει σε πολλούς όλο και περισσότερο ως φάρσα και το δίλημμα Γιουνγκέρ ή Σούλτς παράταιρο, αν όχι γελοίο.
Για τη Μαρίν Λεπέν πάντως είναι σαφές ότι «οι Γάλλοι συνειδητοποίησαν πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ταυτίζεται με τις ουτοπίες που τους πουλούσαν και ότι η Ένωση έχει απομακρυνθεί πολύ από τον δημοκρατικό τρόπο λειτουργίας της»4 . Επικαλούμενη τον κίνδυνο μιας ευρωπαϊκής έκρηξης, λόγω του δημοκρατικού ελλείμματος στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αναλαμβάνει να ηγηθεί της αντιγερμανικής σταυροφορίας, με όπλο τον τρωθέντα γαλλικό εθνικισμό και με τη βεβαιότητα ότι θα κερδίζει πόντους, ενόψει γαλλικής προεδρίας. Γι’ αυτό και η παρουσία του Εθνικού Μετώπου στον βάλτο των Βρυξελλών σίγουρα θα προκαλέσει και ισχυρότατους μετασεισμούς, ακόμη και μέσα στη Γαλλία – και όχι μόνο. Ο «λαϊκιστικός λόγος», όσο καταδικαστέος κι αν είναι για την ευρωπαϊκή ελίτ και τα δημοσιογραφικά της φερέφωνα, για πολλούς από τους ευρωσκεπτικιστές ισοδυναμεί με «αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση για ελευθερία» και μέσον αντιμετώπισης «του πολιτισμικού πολέμου που κήρυξε η ολιγαρχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενάντια σε ένα μεγάλο τμήμα της ευρωπαϊκής κοινωνίας», αλλά και «επιθυμία για αλληλεγγύη και για τα ιδανικά της εθνικής ανεξαρτησίας».
Ο καρολίγκειος ευρωπαϊκός πυρήνας (Γαλλία και Ολλανδία) δείχνει να εναντιώνεται στον γερμανικό ηγεμονισμό. Δεν αποκλείεται ν’ ακολουθήσει σύντομα και ο ευρωπαϊκός Νότος. Άλλωστε, ένας ρόλος Ευρωπαίου ηγεμόνα, είτε σε πολιτικό είτε σε οικονομικό επίπεδο, δεν ήταν ποτέ αποδεκτός στην Ευρώπη και κατά κανόνα οι ευρωπαϊκοί λαοί και τα ευρωπαϊκά έθνη δεν τον ανέχονταν για πολύ. Αυτό τουλάχιστον διδάσκει η ιστορία. Εκείνο όμως που δεν πρέπει να λησμονούμε είναι ότι απέναντι στην απεριόριστη δύναμη των τραπεζιτών και του παγκοσμοποιημένου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, ούτε ο γερμανικός οικονομικός εθνικισμός και το γερμανικό οικονομικό θαύμα της Μέρκελ, ούτε το «πρώτα η Γαλλία» της Λεπέν προσφέρουν μια αξιόπιστη απάντηση. Και αυτό το φαινόμενο δεν το έχουμε ξαναδεί στην ιστορία, τουλάχιστον με τις τις σημερινές του διαστάσεις.

One Comment

  1. Είναι σαφές ότι οι δυνάμεις του συγκεντρωτισμού, της ελιτίστικης γραφειοκρατίας και του κρατικού αυταρχισμού δεν είναι πλέον επιθυμητές κι υφίστανται τις συνέπειες των λαών και των πολιτών που καταδυναστεύουν. Κι όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στη Ρωσσία, την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή, τη Λατινική και τη Β. Αμερική ακόμα και την Αν. και ΝΑ Ασία μηδέ της Κίνας εξαιρουμένης. Η παγκοσμιοποίηση συνέβαλλε τα μάλα στη δημιουργία μίας παγκόσμιας «ηγεσίας» και κυβερνητικού συστήματος που φέρει πολλά αν όχι όλα από τα χαρακτηριστικά του συστήματος που περιέγραψε ο Όργουελ στο προφητικό «1984»: προσχηματική και μόνον ιδεολογική διαφοροποίηση, εξουσία ως αυτοσκοπός για την εξουσία, παρασκηνιακή συνεννόηση των ελίτ με διατήρηση ενός συγκρουσιακού προσκηνίου για να διατηρούν τους πληθυσμούς σε εγρήγορση (κατά το «ο πόλεμος είναι ειρήνη» στο έργο), διπλή γλώσσα και ασαφή μεγαλοσχήμονα οράματα κλπ.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*