του Γ. Χασιώτη, Ομότ. Καθηγητή Νεότ. Ιστορίας ΑΠΘ, από το Άρδην τ. 96, Μάρτιος-Μάιος 2014

Τ ο βασικό και θεμελιώδες ερώτημα: Γιατί η ελληνική οικονομία –και μαζί της, αναγκαστικά– και η ελληνική κοινωνία και η ελληνική πολιτική ανεξαρτησία και, βέβαια, ο νεοελληνικός πολιτισμός– παραμένουν σε κατάσταση χρόνιας εξάρτησης από τη Δύση;

Αναζήτηση των παραγόντων στην Τουρκοκρατία: συνηθισμένη καταφυγή των εύκολων αναλύσεων («φταίνε τα 400 τόσα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας»), συχνά άλλοθι. Αλλά απαραίτητη, γιατί εκεί διαμορφώθηκαν οι προϋποθέσεις της μετέπειτα πορείας του Έθνους μας. Αλλά δεν επαρκεί…

Ο Καραμπελιάς, χωρίς να αφήνει, όπως θα δούμε, στο απυρόβλητο την οθωμανική κυριαρχία (αναμφισβήτητα υπεύθυνη σε μεγάλο βαθμό για την υπανάπτυξή μας, αφού ανάλογα φαινόμενα παρουσιάζονται και σε άλλους λαούς που έζησαν κάτω από τον ίδιο ζυγό: στους Σέρβους, τους Βουλγάρους και τους Αρμενίους, για να μείνω στα πιο συγγενικά μας παραδείγματα), ρίχνει το βάρος στον δυτικό παράγοντα: αυτόν που ευθύνεται κατά κύριο λόγο για την αποικιοποίηση της ελληνικής οικονομίας, από τον όψιμο Μεσαίωνα ως την απελευθέρωση και, μετά από αυτήν, με τις αναπόφευκτες εκβλαστήσεις (εθνικά δάνεια κλπ., για να μείνω μόνο στα οικονομοκεντρικά).

Τα θέματα που θίγει είναι πάρα πολλά. Εξάλλου, ο συγγραφέας εντυπωσιάζει με την άνεσή του σε ποικίλα ζητήματα τόσο της ελληνικής, όσο και της ευρωπαϊκής ιστορίας. Για το καθένα από τα βασικά θιγόμενα ζητήματα θα μπορούσε κανείς να γράψει χωριστή μονογραφία. Για το καθένα θα μπορούσε κανείς να συσσωρεύει τεράστιο υλικό από τα ευρωπαϊκά (δυστυχώς τα ελληνικά είναι ισχνότατα) και (αν μπορούσε) και από τα προβληματικά οθωμανικά αρχεία. Τέλος, για το καθένα θα μπορούσε κανείς να στήσει μια ακαδημαϊκή διαμάχη, χρωματισμένη βέβαια και με μπόλικη ιδεολογία ή ιδεοληψία (διαλέξτε όποιον όρο θέλετε). Και στις διαμάχες αυτές ο κ. Καραμπελιάς έχει εξασκηθεί εδώ και χρόνια, με ακατάβλητη τη νεανική επιθετικότητά του ή την επιθετική νεανικότητά του (αν θέλετε).

Μετά από αυτά ας έρθουμε στο ζουμί: Τι προσφέρει λοιπόν το βιβλίο που παρουσιάζουμε απόψε;

Καταρχήν, μια αφορμή για αναστοχασμό στα διαχρονικά μας, θα’ λεγα, τα κατεξοχήν ιστορικά μας προβλήματα, τόσο στον τομέα της οικονομίας (που για μένα είναι δυσπρόσιτος) όσο και της εθνικής μας ανεξαρτησίας και της εθνικής μας ιδιοπροσωπίας.

Κατά δεύτερο λόγο το βιβλίο αυτό, όπως και άλλα έργα του ίδιου συγγραφέα, έχουν έναν χαρακτήρα που δεν τον έχουν τα έργα των καθαυτό ακαδημαϊκών ιστορικών, όπως ο υποφαινόμενος και, ας μου επιτραπεί, και ο εξ ευωνύμων ομότεχνός μου κ. Μιχαηλίδης. Το γλωσσικό στυλ (ας πούμε), αλλά κυρίως ό τρόπος με τον οποίο πραγματοποιούνται οι αξιολογήσεις αιτίων και αιτιατών, οι επιλογές των παραδειγμάτων διαχρονικά, αλλά μερικές φορές και ο «πολεμικός» τρόπος που αξιοποιούνται τα πορίσματα της σχετικής ιστοριογραφίας, όλα αυτά και πολλά άλλα χαρακτηριστικά της γραφής του κ. Καραμπελιά, δεν συναντώνται στον δικό μας, κάπως περιχαρακωμένο μεθοδολογικά και ερμηνευτικά (και μάλλον και κοινωνικά) χώρο. Εκεί άλλωστε εστιάζονται και οι ασυμφωνίες μας. Από την άποψη λοιπόν αυτή, το βιβλίο του κ. Καραμπελιά συνιστά ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για την ευρύτερη –και πέραν του ακαδημαϊσμού– διάδοση της ιστορικής γνώσης και, κυρίως, την πρόκληση ερεθισμάτων στον απλό πολίτη για έναν χρήσιμο ιστορικό προβληματισμό· θα μπορούσα ακόμα να πω και για την τεκμηριωμένη εκλαΐκευση (ο όρος δεν είναι καθόλου υποτιμητικός) σημαντικών κεφαλαίων της ιστορίας μας, με βαρύνουσα σημασία για την ιστορική μας αυτοσυνειδησία (τόσο καθυστερημένη στη χώρα μας, παρά τον πληθωρικό ρητορικό ιστορικισμό μας).

Είπα ότι τα θιγόμενα θέματα στο βιβλίο είναι πάρα πολλά, άλλα γενικά και άλλα εξειδικευμένα (τα τελευταία ως παραδειγματικές αποδείξεις των ευρύτερων αναλύσεων). Γι’ αυτό, ακόμα και μια περίληψη του περιεχομένου του καθίσταται προβληματική (εκτός αν επαναλάβω τον πίνακα των περιεχομένων). Συνεπώς απόψε μόνο δειγματοληπτικές αναφορές μπορούμε να κάνουμε.

Από την πλευρά μου, και λόγω χρόνου και λόγω ειδικότητας, δεν μπορώ παρά να περιοριστώ σε μερικά ζητήματα κυρίως της πρώιμης Τουρκοκρατίας, αφήνοντας στον κ. Μιχαηλίδη τις περισσότερο οικείες σ’ αυτόν μεταγενέστερες περιόδους και στον κ. Τοζίδη το δυσκολότερο τοπίο των οικονομικών αναλύσεων.

Λοιπόν: Ο κ. Καραμπελιάς ξεκινά (ορθά) από το Βυζάντιο, ουσιαστικά από τα χρόνια που άρχισαν να αναπτύσσονται στη βυζαντινή επικράτεια οι βενετικές και γενουατικές αρχικά και στη συνέχεια και άλλες δυτικές εμπορικές εστίες, οι οποίες σταδιακά θα αρχίσουν να μετατρέπουν το δικό τους παθητικό εμπορικό ισοζύγιο σε ενεργετικό (εις βάρος τώρα της βυζαντινής οικονομίας). Η συνέχεια είναι γνωστή, με τη συνεχή υποθήκευση της οικονομικής και σταδιακά και της πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης του Βυζαντίου υπέρ των δυτικών αποικιοκρατικών δυνάμεων της εποχής (Βενετία, Γένουα, ιταλικά κρατίδια, Αγία Έδρα, Γαλλία, Αγγλία, Κάτω Χώρες κλπ.). Εδώ θα μπορούσε κανείς να προσθέσει κάτι που δεν το βρήκα στο βιβλίο: και τη σταδιακή υποχώρηση της ναυτικής δυνάμης (στρατιωτικής αρχικά και ειρηνικής στη συνέχεια) των Βυζαντινών, η οποία όμως προηγείται, ως δυσοίωνο φαινόμενο, του 11ου και 12ου αιώνα και, φυσικά, της μοιραίας 4ης Σταυροφορίας. Η παρακμή λοιπόν αυτή άρχισε ήδη από την εποχή των αραβικών επιδρομών (αυτών που είναι γενικά γνωστές ως επιδρομές Σαρακηνών, τόσο από την ανατολική, όσο και από τη δυτική Μεσόγειο). Έτσι, ενώ στον αρχόμενο 7ο αιώνα ο στόλος της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας παρέμενε ακόμα ο μόνος κυρίαρχος στις ανοιχτές θάλασσες (εννοώ τη Μεσόγειο και τον Εύξεινο), με ισχυρές βάσεις στην Αλεξάνδρεια, την Κυρηναϊκή (Καρχηδόνα), τη Θέουτα (Σέπτεμ), τις Βαλεαρίδες, τη Σαρδηνία, τη Σικελία, τις ιταλικές ακτές της Ακηλυίας και, από την άλλη μεριά, στη Χερσώνα, την Κριμαία και τον Πόντο, στη συνέχεια άρχισε να καταρρέει. Μαζί έχουμε και την κατάρρευση της πατροπαράδοτης βυζαντινής ηγεμονίας στη ναυπηγική. Σύγχρονες μελέτες της ναυπηγικής ιστορίας των ιταλικών κρατιδίων, αλλά και τα ευρήματα-ναυάγια, που έφερε στο φως η αναπτυσσό­μενη κατά τα τελευταία χρόνια ναυτική αρχαιολογία (και στην Κωνσταντινούπολη), δείχνουν ότι οι τεχνικές ή και τα πρότυπα πολλών από τα πολεμικά κυρίως σκάφη της Δύσης του τέλους του Μεσαίωνα (κυρίως τα κωπήλατα και σε μικρότερο βαθμό και τα ιστιοφόρα) ήταν βυζαντινής προέλευσης (όπως π.χ. η γαλέρα σε σχέση με τον βυζαντινό δρόμωνα, το κωπήλατο πλοίο μάχης με εμβολοφόρα πλώρη). Όλα αυτά αρχίζουν να παρακμάζουν με τη δράση των αραβικών κυρίως στόλων στη Μεσόγειο και ιδιαίτερα στο Αιγαίο, ένα γεγονός που εμπόδιζε τις επαφές της ανατολικής Μεσογείου με τη δυτική, υπονόμευε το διεθνές εμπόριο και έστρεφε για ασφάλεια, ήδη από τον 7ο αιώνα, τους πληθυσμούς της βυζαντινής αυτοκρατορίας προς την ενδοχώρα και, συνακόλουθα, προς τον αγροτικό τομέα, εις βάρος του ναυτικού. Είναι, νομίζω, ενδεικτικό για τη ναυτική αδυναμία του καταρρέοντος Βυζαντίου το γεγονός ότι ο τελευταίος του αυτοκράτορας, Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, για να διαπεραιωθεί με τη συνοδεία του στα 1449 από την Πελοπόννησο στην Κωνσταντινούπολη και να αναλάβει τον θρόνο του, θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσει καταλανικά καράβια.

Γενικά, λοιπόν, στο κεφάλαιο για τις βυζαντινές προϋποθέσεις της οικονομικής κακοδαιμονίας του νεότερου ελληνικού κόσμου, βρίσκω υπερτονισμένη τη σημασία του «επιθετικού» δυτικού αποικιοκρατικού παράγοντα, σε σχέση με τα εσωτερικά προβλήματα –τη στρατιωτική και τη διοικητική π.χ. αποδιοργάνωση– του Βυζαντίου, που, βέβαια, οφείλεται σε μέγιστο βαθμό σε αυτά που τονίζει και ο συγγραφέας: Από τη μια μεριά την προώθηση των Τούρκων από τα ανατολικά (το «ξίφος») και πάνω από όλα την περιβόητη Partitio Romaniae, που ακολούθησε την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους στα 1204, πρόδρομο και της άλωσης του 1453 και όσων ακολούθησαν. Αλλά ας μην ξεχνούμε και τον σταδιακό «εκφεουδαλισμό» (ανατολικού τύπου πάντοτε) της μικρασιατικής ενδοχώρας, με τις γαίες των στρατιωτικών κ.λπ. Ή τις θρησκευτικές και εθνοτικές αντιπαραθέσεις (που από τα ανατολικά και νότια σύνορα, έφτασε ως την καρδιά της Ανατολίας). Και άλλα (και πάντως όχι όσα προσάπτουν στο Βυζάντιο ο Gibbon και οι ιδεολογικοί επίγονοί του).

Με βρίσκουν σύμφωνο όσα γράφει ο συγγραφέας για τη σταδιακή υποκατάσταση της ανθούσας βυζαντινής βιοτεχνίας (βιομηχανίας) με τη δυτικοευρωπαϊκή βιομηχανική επιδρομή. Προφανώς, σ’ αυτήν καταρχήν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό (πέραν των όσων προανέφερα για τα εσωτερικά προβλήματα του Βυζαντίου) και η παρακμή των τοπικών εστιών βιοτεχνικής και πρωτοβιομηχανικής ανάπτυξης (τόσο στην ύστερη βυζαντινή περίοδο, όσο και στη νεότερη, π.χ. στα Αμπελάκια ή ακόμα και στον Τύρναβο). Αλλά αυτοί είναι οι νόμοι της «παγκοσμιοποίησης», θα λέγαμε σήμερα, της ανοιχτής οικονομίας. Και η σκληρή αυτή πραγματικότητα μπορεί να αποφευχθεί ή να αμβλυνθεί μόνο με την κρατική προστασία. Δεν είναι τυχαίο ότι η δυτική χώρα που αναδύθηκε σταδιακά, ήδη από τα τέλη του 15ου και τις αρχές του 16ου αιώνα, στην κατεξοχήν αποικιοκρατική δύναμη, ήταν η Αγγλία των Τυδώρ. Αλλά οι Τυδώρ, πριν ακόμα από την Ελισάβετ Α΄, είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν αυστηρή εθνική οικονομική πολιτική, για να ενδυναμώσουν τα μονοπώλια εκείνα (την East Indian, Moscow, West Indian, Levant Companies κλπ.) με τα οποία όχι μόνο απομύζησαν τον πλούτο των εθνών, αλλά και τα κατέκτησαν (στις Ινδίες τουλάχιστον). Δεν ξεχνώ όμως και τις συνέπειες για τον ίδιο τον πληθυσμό των βρετανικών νησιών, που προλεταριοποιήθηκε με τις «περιφράξεις» (προϋπόθεση για την ανάπτυξη της εριουργίας, την ανάπτυξη της αγγλικής και τη σταδιακή εκμηδένιση της φλωρεντινής υφαντουργίας). Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο κόσμος (και ο μικρός ελληνικός βέβαια) ήταν δυνατόν να ξεφύγει από αυτή την εξέλιξη. Είναι ένα ερώτημα που δεν απαντήθηκε ακόμα πειστικά ούτε από τον Maxime Rodinson ούτε από τον Immanuel Wallerstein (για να μείνω σε δυο αρκετά ενημερωμένους μαρξιστές ιστορικούς και να αποφύγω πολλούς άλλους, ακόμα και τον Eric Hobsbawm).

Το άλλο ερώτημα που απορρέει από τα νησιωτικά κυρίως παραδείγματα του κ. Καραμπελιά, με κυριότερο τη Χίο, την Κρήτη και τα Επτάνησα. Γιατί εκεί, από την αρχική υποταγή του γηγενούς στοιχείου στους αποικιοκράτες (Γενουάτες, Βενετούς, Άγγλους), οδηγήθηκε ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού στην ακμή, την οικονομική τουλάχιστον. Οφειλόταν μόνο στις δυνατότητες της αυτοδιοίκησης (που είχαν και άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου, που επίσης πρόκοψαν), ή μήπως και στο γεγονός της παραγωγικής σύζευξης των δυο πλευρών, του ελληνορθόδοξου με το φράγκικο (μετά την πρώτη περίοδο της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης), μιας σύζευξης που έδωσε, εκτός από τα εντυπωσιακά οικονομικά και εμπορικά δίκτυα, και άφθονα πολιτιστικά (ας θυμηθούμε τον Βιτσένζο Κορνάρο, τον Θεοτοκόπουλο, τον Σολωμό και τον Καποδίστρια).

Αλλά από τη δυτική ας περάσουμε και στην άλλη πλευρά, την ανατολική: Σε αντίθεση με την κρατική προστασία (ας πούμε, την εθνικοποίηση της οικονομίας τους) της Δύσης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία –και σ’ αυτό ταυτίζομαι απόλυτα με τον συγγραφέα– όχι μόνο δεν την πρόσφερε ουσιαστικά (και όχι θεσμικά, όπως διατείνονται μερικοί οθωμανολόγοι μας), αλλά και την υπονόμευσε. Στην τουρκοκρατούμενη Ανατολή, λοιπόν, η κρατική προστασία ή ήταν περιστασιακή (ανάλογα και με τις επιρροές στην Πόλη και τα πεσκέσια), ή ήταν ανύπαρκτη. Και αυτό αφορά και χριστιανούς και μουσουλμάνους. Το φαινόμενο (γιατί περί διαχρονικού φαινομένου πρόκειται, όχι περί γεγονότος) δεν υπήρχε εξαιτίας πολλών επίσης παραγόντων. Σε ό,τι αφορά την οικονομία, ένα σημαντικό δεδομένο ήταν οι περιβόητες «διομολογήσεις» που υπέγραψε ο Σουλεϊμάν με τους Γάλλους το 1535 και που μέσα σε έναν αιώνα επεκτάθηκαν στις κατεξοχήν αποικιακές δυνάμεις: Αγγλία, Ολλανδία, Βενετία κλπ. Οι διομολογήσεις λοιπόν προστάτευαν τους ξένους εμπόρους εις βάρος των ντόπιων (το δείχνει με ενάργεια ο Νίκος Σβορώνος, στον οποίο παραπέμπει ο συγγραφέας στην υποσημείωση 43, για τους δασμούς των ντόπιων και των ξένων εμπόρων ή των ντόπιων προστατευόμενών τους). Είναι ενδεικτικό ότι, μόλις προς τα τέλη του 18ου αιώνα και τις αρχές του επόμενου, ισχυρές ομάδες Ελλήνων και Αρμενίων εμπόρων της Πόλης θα κατορθώσουν να εξασφαλίσουν από τον σουλτάνο Σελίμ Γ΄ φιρμάνια που επέκτειναν και στους οθωμανούς υπηκόους το σύστημα της προστασίας και την αντίστροφη μείωση και στους ντόπιους εμπόρους των τελωνειακών απαλλαγών που απολάμβαναν οι ξένοι έμποροι και οι «μπερατλήδες». Σημειώνω εδώ ότι ως τότε (αλλά και αργότερα) εκδίδονταν «μπεράτια» (σουλτανικές άδειες σε ντόπιους εμπόρους να εμπορεύονται στην αυτοκρατορία), αλλά μόνο με την «προστασία» των ξένων δυνάμεων, με ξένα, δηλαδή, διαβατήρια, ως «προστατευόμενοί» τους (protegés). Και, για να κλείσω αυτό το θέμα, ουκ ολίγοι από τους προστατευόμενους μπερατλήδες και ποικιλώνυμους ατζέντηδες, με το να υπηρετούν τα ξένα (και τα δικά τους ατομικά) οικονομικά (και πολιτικά) συμφέροντα, μετατράπηκαν σε θερμοκήπια ενός εθνικού αμοραλισμού (κάτι ανάλογο που συνέβη και στην Κύπρο της αποικιακής περιόδου, με μερικούς αποφοίτους των «English Schools»). Εκείνο λοιπόν στο οποίο οφείλονταν οι περισσότερες από αυτές τις παθογένειες (οικονομικές, πολιτικές, ηθικές) ήταν κυρίως η παρακμή, πρώτα η βυζαντινή (για τους λόγους που εξηγούνται αναλυτικά στο βιβλίο) και στη συνέχεια η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως διοικητικής μηχανής. Δεν είναι τυχαίο (το υπογραμμίζει άλλωστε και ο συγγραφέας) ότι η σταδιακή αντικατάσταση των κρατικών (ας πούμε) τιμαρίων από τα ιδιωτικά (ας πούμε) τσιφλίκια είναι το γεγονός που προκάλεσε την καθίζηση της αγροτικής παραγωγής (αρχικά στα χέρια των χριστιανών, στη συνέχεια και των μουσουλμάνων). Δεν ξέρω όμως αν αυτό ήταν και το μόνο αίτιο στις μετοικεσίες των χριστιανών από τα πεδινά στα ορεινά (η πάγια αυτή ερμηνεία, την οποία αποδέχτηκα και εγώ, αμφισβητείται σήμερα, τουλάχιστον ως μοναδική: Βασίλης Παναγιωτόπουλος).

Ερχόμαστε τώρα στις νησίδες της παραγωγικής δραστηριότητας του Ελληνισμού στα Αμπελάκια, τη Χίο κ.λπ. Γιατί αναπτύχθηκαν; Επειδή, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μια, διέθετε σχετική αυτονομία από την οθωμανική διοίκηση. Φυσικά, επιδρούν και οι ιστορικές συγκυρίες. Π.χ. τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, δεν μπορούσαν να έχουν ναυτική ανάπτυξη πριν από την είσοδο στον 18ο αιώνα, όταν δηλαδή οι ιστορικές συνθήκες στη Μεσόγειο ευνόησαν (με το κανονικό ή το λαθρεμπόριο σιτηρών) την άνοδο της ναυτιλίας και του εμπορίου μέσα και έξω από αυτήν. Πριν από την περίοδο αυτήν άλλη νησίδα ναυτιλίας (συνδυασμένης με τη ναυπηγική) ήταν η Πάτμος. Γιατί; Επειδή και αυτή εξασφάλισε σχετική ελευθερία (λόγω της μονής) όχι μόνο για εμπορική δραστηριότητα, αλλά και για ρευστοποίηση της λείας των κουρσάρων και πειρατών του Αιγαίου.

Αλλά, παρά τα όσα είπα για την κατάρρευση της ελληνικής ναυτοσύνης στην πρώιμη Τουρκοκρατία, έχουμε και άλλα παραδείγματα, όπως αυτό της Πάτμου, που εμφανίζουν μερικές παράλιες περιοχές και τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου με ακμαίο διαμετακομιστικό εμπόριο, ήδη από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα. Αρκεί κανείς να ξεφυλλίσει τα ασφαλιστικά έγγραφα (εναντίον της πειρατείας, αλλά και των συχνών ναυαγίων), για να διαπιστώσει το μέγεθος των ελληνικών σκαφών που κινούνταν από την ανατολική στην κεντρική Μεσόγειο. Υπάρχουν επίσης και άλλα προκλητικά φαινόμενα, σαν την απότομη αύξηση των μεταφορών δημητριακών από την Αίγυπτο στην Πόλη και προσκυνητών αντίστροφα, μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου, ιδιαίτερα στις αρχές του 17ου αιώνα. Τι συμβαίνει εδώ; Έχουμε αυτονομία ή εξάρτηση;

Αλλά τα ερωτήματα αυτά θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν. Και μόνο γι’ αυτό το βιβλίο του κ. Καραμπελιά αξίζει να το διαβάσεις.

 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek