Τίτλος του Άρδην. Αποσπάσματα από κείμενο του Μόγκενς Πελτ, «Το ελληνό-γερμανικό εμπόριο καπνού» στο Χάγκεν Φλάισερ, Η Ελλάδα ’36-’39 από τη δικτατορία στον εμφύλιο: Τομές και συνέχειες, σσ. 373-391

του Μόργκενς Πελτ, από το Άρδην τ. 94, Αύγουστος-Οκτώβριος 2013

Η γερμανική πολιτική στη Νοτιοανατολική Ευρώπη κατά τη δεκαετία του ’30 έχει γίνει αντικείμενο πολλών ερευνών και διαλόγου. Αποτελεί ακόμη αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ ιστορικών το αν η γερμανική ηγεμονία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη χτίστηκε μέσω της εμπορικής της πολιτικής, ή αν ολοκληρώθηκε πρωτίστως με τη χρήση πολιτικών εκβιασμών και στρατιωτικής βίας. Υπάρχει όμως ευρεία συναίνεση για το ότι η εμπορική πολιτική έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στη συνολική γερμανική στρατηγική. Αυτό πρέπει να θεωρηθεί συνέπεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης της περιόδου 1929-1933, η οποία έπληξε καίρια τη γερμανική οικονομία και το εμπόριο: Η συνολική αξία των γερμανικών εξαγωγών έπεσε από 13.500.000.000 μάρκα σε 4.900.000.000 κατά τη διάρκεια της παραπάνω περιόδου. Η Γερμανία δεν έχει υπερπόντιες κτήσεις, όπως η Γαλλία και η Βρετανία, ούτε και είχε μια εσωτερική αγορά του μεγέθους των ΗΠΑ. Ήταν ως εκ τούτου υποχρεωμένη να κατακτήσει νέες αγορές και να αναγάγει τις εξαγωγές σε στρατηγική της για την υπέρβαση της κρίσης.

Το αποκαλούμενο γερμανικό Νέο Πρόγραμμα (Neuer Plan), που χρονολογούνταν από το Σεπτέμβριο του 1934, τέθηκε σε εφαρμογή ως όργανο εξυπηρέτησης αυτής της στρατηγικής. Στόχος του, όπως τον έθεσε ο Χιάλμαρ Σαχτ (Hjalmar Schacht), διευθυντής της Ράιχσμπανκ και υπεύθυνος του Νέου Προγράμματος, ήταν να εξασφαλιστεί ότι η Γερμανία θα «προμηθεύεται αποκλειστικά από τους πελάτες της» και «μόνο εφόσον αυτοί είναι σε θέση να πληρώσουν». Παρείχε έτσι μια βάση για την προώθηση μιας αποτελεσματικής εμπορικής πολιτικής προς την κατεύθυνση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ένας εκ των πραγμάτων στόχος του προγράμματος ήταν η προώθηση των εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων έναντι πρώτων υλών και αγροτικών προϊόντων. Έτσι, το Νέο Πρόγραμμα αποκάλυψε τις προθέσεις της Γερμανίας για τη δημιουργία αυτού που κάποιος, χρησιμοποιώντας μια πιο πρόσφατη ορολογία, θα μπορούσε να αποκαλέσει σχέση εξάρτησης μεταξύ της Γερμανίας και των εμπορικών της εταίρων, με το Βερολίνο να εξελίσσεται στο βιομηχανικό πυρήνα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη στο ρόλο της περιφέρειας που παράγει πρωτογενή συνδεδεμένα άμεσα με τις γερμανικές ανάγκες. Ένας άλλος σημαντικός στόχος ήταν η εξάρτηση της γερμανικής οικονομίας από την «οικονομία του πολέμου» (Wehrwirtschaft), δηλαδή τη στρατιωτική και οικονομική προετοιμασία για μια ένοπλη σύγκρουση, η οποία θα υλοποιούσε τους τελικούς στόχους του Χίτλερ για απόκτηση ζωτικού χώρου (Lebensraum) προς Ανατολάς. Στην προσπάθεια αυτή, η έννοια της ευρείας έκτασης οικονομίας (Grossraumwirtschaft) έπαιξε ολοένα σημαντικότερο ρόλο. Σκοπός ήταν να μεταστραφεί το γερμανικό εμπόριο από τις υπερπόντιες χώρες στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ώστε να καταστεί η Γερμανία απυρόβλητη από έναν αποκλεισμό και να δημιουργηθεί μια ευρωπαϊκή οικονομική αυτάρκεια κάτω από τη γερμανική ηγεσία και τον έλεγχο.

Μια σημαντική προϋπόθεση για τη δημιουργία αυτής της εξαρτημένης περιφέρειας ήταν να περιβάλλεται η Γερμανία από έναν κύκλο φιλικών πολιτικά εμπορικών εταίρων, ένα αποκαλούμενο Cordon économique. Έτσι κατέστη αμέσως γερμανική προτεραιότητα η ενίσχυση των σχέσεων με τις από παλιά φιλικές χώρες και η δημιουργία νέων φιλικών σχέσεων. Για την προώθηση των συμφερόντων της στην περιοχή, η Γερμανία χρησιμοποίησε μεθόδους όπως το εμπόριο με κλίρινγκ, η παροχή τεχνογνωσίας και η δημιουργία καρτέλ.

Από το 1935 και μετά, ταυτόχρονα με την προώθηση του εντατικού προγράμματος επανεξοπλισμού της Γερμανίας, το Βερολίνο άρχισε να δείχνει αυξημένο ενδιαφέρον για το εμπόριο όπλων. Θεωρούνταν ένα μέσο χρηματοδότησης της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας. Όμως η μεταφορά πολεμικού υλικού δεν είναι μια απλή μεταφορά αγαθών, αλλά συναλλαγή ύψιστης πολιτικής σημασίας. Και δεν διέφευγε του Βερολίνου ότι το εμπόριο όπλων μπορούσε να γίνει ένα βήμα για τη σύναψη φιλικών σχέσεων με πρώην εχθρικές χώρες. Τελικά το εμπόριο όπλων θεωρούνταν ένας ακόμα τρόπος για να γίνει η αγοράστρια χώρα εξαρτώμενη από τη Γερμανία. Όπως κατέστησαν σαφές τα γεγονότα κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’30, η πιθανότητα ενός ευρείας κλίμακας εμπορίου όπλων με τη Γερμανία μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην εσωτερική πολιτική ισορροπία των αγοραστριών χωρών, όπως και στις διεθνείς τους σχέσεις, και αντιστρόφως, καθώς εσωτερικές πολιτικές αλλαγές μπορούσαν να προκαλέσουν ευρείας κλίμακας αγορές όπλων από τη Γερμανία. Αυτό ίσχυε πολύ περισσότερο για τις αποκαλούμενες χώρες του status quo στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, δηλαδή την Ελλάδα, τη Ρουμανία, τη Γιουγκοσλαβία, τις νικήτριες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, που εξαρτούνταν στις προμήθειες πολεμικού υλικού από τη Βρετανία και τη Γαλλία.

Ωστόσο, η προσάρτηση της Αυστρίας από το Μάρτιο του 1938 και οι επιπτώσεις της Συμφωνίας του Μονάχου τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς έγειραν στην Κεντρική Ευρώπη την πλάστιγγα των πολιτικών και οικονομικών συσχετισμών προς όφελος της Γερμανίας. Η διάλυση του γαλλικού συστήματος ασφαλείας και της μικρής Αντάντ (που περιελάμβανε την Τσεχοσλοβακία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία) και η ανάληψη από τη Γερμανία του ελέγχου της βαριάς βιομηχανίας της Τσεχοσλοβακίας –ιδιαίτερα της βιομηχανίας όπλων–, συμπεριλαμβανομένων των θυγατρικών της στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, που ελέγχονταν ως τότε οικονομικά από γαλλικά συμφέροντα, παραμέρισαν τα σοβαρά εμπόδια στην περαιτέρω διείσδυση της Γερμανίας στην περιοχή αυτή. Ιδιαίτερα η Γιουγκοσλαβία και η Ρουμανία βρέθηκαν σε δυσμενέστατη θέση λόγω της ξαφνικής και δραματικής αύξησης γερμανικής ισχύος. Αυτή η εξέλιξη συνέβαλε σημαντικά στην πραγματοποίηση εκ μέρους της Γερμανίας ενός άλματος προς τα εμπρός στο εμπόριο των όπλων.
Η Ελλάδα έμεινε έξω από αυτές τις εξελίξεις. Ήταν η πρώτη από τις νικήτριες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη της οποίας έγινε σημαντική προμηθεύτρια όπλων η Γερμανία. Οι βασικές προϋποθέσεις υπήρχαν από την περίοδο 1935-1936, δηλαδή δύο χρόνια πριν από την κατάκτηση της Κεντρικής Ευρώπης από τη Γερμανία το 1938. Ωστόσο, η ελληνική αγορά στα γερμανικά όπλα άνοιξε μετά τη συμμαχία της Ελλάδας με τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία, στα πλαίσια της βαλκανικής Αντάντ. Έτσι, μισό χρόνο πριν την προσάρτηση της Αυστρίας, η γερμανική εταιρεία παραγωγής οπλικών συστημάτων Rheinmetall-Borsig κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πουθενά στον κόσμο η θέση της δεν ήταν τόσο ισχυρή όσο στην Ελλάδα. […]

Καπνός και κλίρινγκ

Ο καπνός ήταν βασικό προϊόν του ελληνογερμανικού εξαγωγικού εμπορίου και αντιπροσώπευε το 40% έως 50% των ελληνικών εξαγωγών στη Γερμανία κατά τη δεκαετία του ’30. Η κατάσταση αυτή διαμορφώθηκε από την ενσωμάτωση στην Ελλάδα των καπνοπαραγωγών επαρχιών της Μακεδονίας και της δυτικής Θράκης μετά τους βαλκανικούς πολέμους (1912-1922). Ήταν αλληλένδετη με το προσφυγικό ζήτημα, που δημιουργήθηκε από την εγκατάσταση στην Ελλάδα περισσότερων του 1.000.000 ανθρώπων έπειτα από την καταστροφική ελληνική εκστρατεία στη Μικρά Ασία (1919-1922). Έτσι, περίπου 740.000, δηλαδή περισσότεροι από το 60% των προσφύγων, εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία και στη Θράκη, αποτελώντας αντίστοιχα το 45% και το 36% του συνολικού πληθυσμού αυτών των δύο κύριων καπνοπαραγωγικών επαρχιών. Τα γεγονότα αυτά συνιστούν επίσης μια μείζονος σημασίας αλλαγή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, καθώς μετέτρεψαν την Ελλάδα στη μεγαλύτερη παραγωγό και εξαγωγέα ανατολικού φύλλου καπνού, με τις εξαγωγές να κυμαίνονται μεταξύ του 40% και του 50% των συνολικών εξαγωγών της χώρας. Κατά συνέπεια άλλαξε και το κέντρο βάρους του ελληνικού εμπορίου –από τις σταφίδες και τη Βρετανία, στον καπνό και στη Γερμανία. Τελικά ο καπνός πρόσφερε τη βάση διαβίωσης για περίπου 1.000.000 ανθρώπους, περισσότερο από το 25% του συνολικού αγροτικού πληθυσμού. Έτσι, αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «ο μίσχος του καπνού», έφερε σταθερότητα στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας, καθώς και στο κοινωνικό και πολιτικό της εποικοδόμημα, όμως η ειρήνη και η ευημερία της «Νέας Ελλάδας» εξαρτούνταν σε σημαντικό βαθμό από το εμπόριο καπνού με τη Γερμανία.
Λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η συνολική πραγματική ζήτηση μειώθηκε και το παγκόσμιο εμπόριο παρήκμασε. Η συνολική αξία των εισαγωγών εβδομήντα πέντε χωρών έπεσε, από τα 2.900.000.000 χρυσά δολάρια το 1929, στα 1.100.000.000 το 1932, δηλαδή μόλις στο 38% του 1929. Το γεγονός αυτό προκάλεσε πολλές αντιφατικές αντιδράσεις: Ο διεθνής ανταγωνισμός εντάθηκε, ενώ αυξήθηκε η συγκέντρωση της βιομηχανίας, και στην παγκόσμια αγορά ευδοκίμησε ο προστατευτισμός. Επιπλέον, οι κύριες βιομηχανικές χώρες προστάτευσαν τις εγχώριες αγορές τους με προστατευτικούς δασμούς. Ο νόμος περί δασμών Smoot-Hawley του 1930 κατέστησε την αγορά των ΗΠΑ δυσπρόσιτη. Με τη Συμφωνία της Οτάβας, το Σεπτέμβριο του 1932, η Βρετανία όρθωσε προστατευτικό τείχος γύρω από τις αγορές του Ηνωμένου Βασιλείου, των αποικιών και των κτήσεών της. Η Γαλλία στράφηκε και αυτή προς την αυτοκρατορία της, και το 1938 το 70% του παγκόσμιου εμπορίου λάμβανε χώρα στο πλαίσιο διμερών συστημάτων.
Η εξέλιξη αυτή περιόρισε ουσιαστικά τις δυνατότητες των ελληνικών εξαγωγών. Επιπλέον, το 1931 κατέστη αδύνατη στην Ελλάδα η σύναψη εκείνων των εξωτερικών δανείων από τα οποία εξαρτούνταν σε σημαντικό βαθμό καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’20. Έτσι οι εξαγωγές και οι άδηλοι πόροι, κυρίως από ναυτιλιακό συνάλλαγμα και από εμβάσματα μεταναστών, κατέστησαν οι μόνες πηγές εισαγόμενων κεφαλαίων στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30, ο λόγος εξαγωγών-άδηλων πόρων μειώθηκε, από 87,5% το 1931, σε 44,4% το 1938, γεγονός που αποδεικνύει ότι η σχετική σημασία των εξαγωγών αυξήθηκε. Στα μέσα του 1932 το ελληνο-γερμανικό εμπόριο σχεδόν διακόπηκε εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών της Ελλάδας. Για την υπέρβαση αυτού του αδιεξόδου, η Τράπεζα της Ελλάδας και η γερμανική Ράιχσμπανκ υπέγραψαν, τον Αύγουστο του 1932, μια συμφωνία κλίρινγκ, γεγονός που σήμαινε ότι οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών έγιναν αντικείμενο εμπορίου της μετρητοίς. Η Τράπεζα της Ελλάδος πλήρωνε τους Έλληνες εξαγωγείς σε δραχμές έναντι των πωλήσεων, και η ελληνική κυβέρνηση εγγυόταν για τις πιστώσεις που άνοιγε η Τράπεζα της Ελλάδος στο Βερολίνο. Καθώς δε οι ελληνικές εξαγωγές στη Γερμανία δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν με τις γερμανικές εισαγωγές από την Ελλάδα, άρχισε να δημιουργείται ένα υψηλό, παγωμένο ενεργητικό υπέρ της Ελλάδας στο λογαριασμό κλίρινγκ του Βερολίνου. Έτσι στην πραγματικότητα η Ελλάδα χρηματοδοτούσε ένα σημαντικό και ολοένα αυξανόμενο μέρος των εξαγωγών της στη Γερμανία.

Κατά το 1934 και το 1935 η ελληνική κυβέρνηση κατέβαλε σειρά προσπαθειών να επεκτείνει τη ζήτηση των γερμανικών προϊόντων, καθιερώνοντας ποσοστώσεις για τα προϊόντα τρίτων χωρών και προσανατολίζοντας τις κρατικές παραγγελίες στη γερμανική βιομηχανία. Ενδεικτική της σημασίας που είχε η αύξηση των γερμανικών εισαγωγών για την ελληνική κυβέρνηση είναι ότι έφτασε σε σημείο να υποχρεώνει ιδιωτικές εταιρείες να δίνουν παραγγελίες για τη Γερμανία. Οι προσπάθειες αυτές απέδωσαν εμφανώς καρπούς το 1935 στην περίπτωση της Εταιρείας Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Η ελληνική κυβέρνηση πέτυχε να επιβάλει τη θέλησή της στην εταιρεία, παρά τις διαμαρτυρίες του κύριου επενδυτή της, της βρετανικής Χάμπρος Μπανκ, και παρά το γεγονός ότι οι τιμές των γερμανικών εταιρειών ήταν αισθητά υψηλότερες από αυτές των ανταγωνιστών τους. Ενθαρρυμένη από την εμπειρία αυτή, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε μια άλλη αντιπαράθεση στο ίδιο θέμα με το σημαντικότερο Βρετανό επενδυτή στην Ελλάδα, την Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών-Πειραιώς και την Εταιρεία Ηλεκτρικών Συγκοινωνιών, την επονομαζόμενη Πάουερ Γκρουπ. Έπειτα από μακρά αντιπαράθεση, τα δύο μέρη συμφώνησαν τελικά να δώσει η Πάουερ το ένα τρίτο των παραγγελιών της στη Γερμανία. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι το ύψος των εισαγωγών από τη Γερμανία είχε αυξηθεί, ήταν ακόμη ανεπαρκές για να ισοσκελίσει το σύνολο του εμπορίου μεταξύ Ελλάδας-Γερμανίας. […].

Διαπραγματεύσεις για τα οπλικά συστήματα

Σε αυτή την συγκυρία, διεθνή γεγονότα, και πρώτα απ’ όλα η κλιμακούμενη κρίση της Αβησσυνίας, που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1934 με το αποκαλούμενο επεισόδιο του Βαλ-Βαλ, μετέτρεψαν την Ανατολική Μεσόγειο σε μια περιοχή συσσωρευόμενων κρίσεων. Το φθινόπωρο του 1935 προκλήθηκε πανικός στον ελληνικό στρατό, καθώς έγινε αντιληπτό ότι ήταν ανέτοιμος για σύγχρονο πόλεμο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε μια σειρά πρωτοβουλιών προκειμένου να αποκατασταθούν τα οικονομικά και να αναδιοργανωθούν και να εκσυγχρονιστούν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. Σε αυτή τη βάση αποφασίστηκε η πραγματοποίηση ενός συνεκτικού και δαπανηρού προγράμματος επανεξοπλισμού ύψους 6.100.000.000 δραχμών.

Με δεδομένη αυτή την κατάσταση, καθώς και την ύπαρξη παγωμένων πιστώσεων στο Βερολίνο, η ελληνική κυβέρνηση άρχισε σοβαρές διαπραγματεύσεις με τις γερμανικές αρχές και τις γερμανικές εταιρείες οπλικών συστημάτων, προκειμένου να βασίσει ένα σημαντικό μέρους του προγράμματος επανεξοπλισμού σε γερμανικό πολεμικό υλικό και στρατιωτική τεχνολογία. (Το γεγονός ότι ήταν αδύνατο για την ελληνική κυβέρνηση να βρει πιστώσεις στη Βρετανία, σε συνδυασμό με το ότι τα γερμανικά όπλα ήταν πιο εξελιγμένα από τα αντίστοιχα βρετανικά ή γαλλικά, φαίνεται ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επιλογή αυτή).

Σε αυτήν τη συγκυρία, η ισορροπία μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών στον ελληνικό στρατό είχε πρόσφατα αλλάξει ριζικά προς όφελος των αντιβενιζελικών, μετά τις εκκαθαρίσεις των βενιζελικών αξιωματικών, που ακολούθησαν το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1935. […]

Η παλινόρθωση της μοναρχίας και η παραίτηση του Κονδύλη το Νοέμβριο του 1935 πάγωσαν προσωρινά τις ελληνογερμανικές διαπραγματεύσεις για την προμήθεια των οπλικών συστημάτων. Σε απάντηση, οι γερμανικές αρχές άρχισαν να ασκούν πιέσεις στη νέα ελληνική κυβέρνηση, για να την αναγκάσουν να αποφασίσει την αγορά γερμανικών οπλικών συστημάτων.

Στις 11 Δεκεμβρίου, το ζήτημα του επανεξοπλισμού της χώρας επρόκειτο να συζητηθεί σε μια συνάντηση του αποκαλούμενου Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας υπό την προεδρία του βασιλιά. Ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα, Ερνστ Άιζενλορ, δεν είχε κατορθώσει να συναντήσει το βασιλιά μέχρι τότε, φρόντισε όμως να επιτύχει μια ακρόαση λίγες ώρες πριν λάβει χώρα η συνεδρίαση αυτή. Κατά τη διάρκεια της δίωρης συνάντησής τους, ο Άιζενλορ φρόντισε να καταστήσει στο βασιλιά σαφή τη γερμανική θέση. Το μήνυμά του στον Γεώργιο Β΄ ήταν: «Η Ελλάδα δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς τους Γερμανούς πελάτες της, και ιδίως ότι η ενδεχόμενη μείωση, ή και η παύση, προμήθειας από μέρους της Γερμανίας του καπνού θα προκαλούσε την εξαθλίωση των χωρικών της Μακεδονίας και επομένως μεγάλες αναταραχές στην εσωτερική πολιτική. Κατά συνέπεια, η προσεκτική ανάπτυξη αυτών των οικονομικών σχέσεων ήταν στο εξής μια οικονομική και πολιτική επιταγή. […] Ήταν επομένως φυσικό να παραλάβει η Ελλάδα το απαιτούμενο πολεμικό υλικό από τη Γερμανία, για να μπορεί να πληρώσει το μεγαλύτερο μέρος του κόστους του, με τις δικές της εξαγωγές αγαθών».

Έτσι η ελληνική κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα ακανθώδες δίλημμα: Είτε έπρεπε να αποδεχτεί την αντιμετώπιση των πολιτικών και οικονομικών συνεπειών των αποφάσεων, οι οποίες θα εξέθεταν τις εξαγωγές του καπνού στη Γερμανία σε μια βέβαια –αν όχι καθοριστική– κάμψη, είτε να αυξήσει τις εισαγωγές από τη Γερμανία, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας οπλικών συστημάτων. Το τελευταίο ενδεχόμενο απαιτούσε καθοριστικές αλλαγές στη δομή των ελληνικών εισαγωγών και θα αύξανε την εξάρτηση της χώρας από τη Γερμανία. Μια τέτοια πολιτική θα ερχόταν σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, της Γαλλίας και της Βρετανίας, συμμάχων της Ελλάδας κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και κύριων προμηθευτών σε τεχνογνωσία και τεχνολογία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. […]

Στις αρχές του 1936, το ελληνικό ενεργητικό στο λογαριασμό κλίρινγκ στο Βερολίνο έφτασε σε ύψος ρεκόρ, ξεπερνώντας τα 30.000.000 γερμανικά μάρκα, ποσό που αντιστοιχούσε στην αξία των μισών περίπου εξαγωγών στη Γερμανία το 1935, και στο 60% περίπου των συνολικών εξαγωγών […]. Στις 20 Φεβρουαρίου, η ελληνική κυβέρνηση […] αποφάσισε να απεκδυθεί της ευθύνης κάθε περαιτέρω συσσώρευσης στο λογαριασμό κλίρινγκ.
Η απόφαση αυτή έμελλε να προκαλέσει πλήγμα στην καπνοβιομηχανία και προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις. Την ίδια μέρα ανεστάλη όλο το εμπόριο καπνού και η καπνοβιομηχανία αποφάσισε να στείλει μια αντιπροσωπεία στην Αθήνα για να μεταπείσει την ελληνική κυβέρνηση. Η καπνοβιομηχανία δέχτηκε την υποστήριξη της Τράπεζας της Ελλάδος. Η πίεση αποδείχτηκε αποτελεσματική, καθώς η κυβέρνηση υπαναχώρησε και αποφάσισε να συνεχίσει να εγγυάται τις πιστώσεις. […]

Στις 5 Μαρτίου 1936 ο Μεταξάς ορίστηκε υπουργός Πολέμου και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Η αυξανόμενη πολιτική επιρροή του Μεταξά συμπίπτει, κατά θεαματικό τρόπο, με την έναρξη των ελληνογερμανικών συνομιλιών για την προμήθεια οπλικών συστημάτων. […]. Δύο εβδομάδες μετά την ορκωμοσία του, στις 19 Μαρτίου, το Γενικό Επιτελείο συνήλθε σε έκτακτη σύσκεψη υπό την προεδρία του Μεταξά, με θέμα συζήτηση την προμήθεια οπλικών συστημάτων από τη Γερμανία. Μέσα στις επόμενες δύο βδομάδες, στις 31 Μαρτίου, ο Μεταξάς ενημέρωσε τη γερμανική πρεσβεία ότι προτίθετο να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερες παραγγελίες στρατιωτικού υλικού.[…]
Ταυτόχρονα λάμβαναν χώρα σοβαρές εργασιακές συγκρούσεις στη Βόρεια Ελλάδα, οι οποίες κορυφώθηκαν στις 9 Μαΐου, όταν απεργοί καπνεργάτες συγκρούστηκαν με τη χωροφυλακή. Στις 12 Μαΐου, το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών ζήτησε από τη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα να γνωστοποιήσει στην ελληνική κυβέρνηση ότι η γερμανική βιομηχανία ήθελε να λάβει γρήγορα τέλος η απεργία. Υπό την αυξανόμενη εσωτερική και εξωτερική πίεση για εξεύρεση τρόπων διασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης, η κυβέρνηση αποφάσισε να δεχτεί όλα τα αιτήματα των καπνεργατών. Μετά από αυτό, η ανάγκη ύπαρξης μιας σταθερής αγοράς για τις εξαγωγές των καπνών κατέστη ακόμα μεγαλύτερης σημασίας. Δύο μέρες αργότερα, στις 14 Μαΐου, ο Μεταξάς συναντήθηκε με εκπροσώπους της γερμανικής πολεμικής βιομηχανίας. Σύμφωνε με τη γερμανική διπλωματική αντιπροσωπεία, η συνάντηση συνέβαλε ουσιωδώς στην πρόοδο των διαπραγματεύσεων για την προμήθεια οπλικών συστημάτων. […]

Σύμφωνα με το διευθύνοντα σύμβουλο στην Αθήνα του γερμανικού κονσόρτσιουμ που επρόκειτο να παραδώσει τα οπλικά συστήματα στην Ελλάδα, ο Μεταξάς ήταν ακόμα πολύ ευαίσθητος στη δημόσια κριτική. Διακατεχόταν από την εμμονή να προφυλάξει τον εαυτό του από ενδεχόμενες δημόσιες επιθέσεις εις βάρος του, φοβούμενος ότι αυτές ενδεχομένως να προκαλούσαν την πτώση του, καθώς ανέμενε έντονη αντιπολίτευση όταν θα υπογραφόταν η συμφωνία. Είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη ότι, με μόλις επτά έδρες σε σύνολο τριακοσίων του Κοινοβουλίου, ο Μεταξάς ήταν αναμφίβολα σε ασθενή κοινοβουλευτική θέση, οπότε είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι επιδίωκε να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις για την προμήθεια των όπλων πριν τον Οκτώβριο, με σκοπό να θέσει την αντιπολίτευση, ιδιαίτερα τους βενιζελικούς, προ τετελεσμένου γεγονότος. […]

Είναι αλήθεια ότι η θέση του Μεταξά ήταν πολύ ασθενής εκείνη την εποχή. Έχει ωστόσο ενδιαφέρον το ότι, όπως φαίνεται, προσπάθησε να μεταστρέψει αυτή την αδυναμία προς όφελός του, δίνοντας στους Γερμανούς την εντύπωση ότι όχι μόνο η προσωπική πολιτική του επιβίωση, αλλά και το σύνολο των ελληνογερμανικών σχέσεων, εξαρτούνταν από το ταχύ και ασφαλές κλείσιμο μιας συμφωνίας στο θέμα των οπλικών συστημάτων. […]

Στις 22 Ιουλίου οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε συμφωνία, βάσει της οποίας η Ελλάδα θα προμηθευόταν από τη Γερμανία πολεμικό υλικό ύψους 60.000.000 μάρκων.

Αγοράζοντας γερμανικά όπλα 60.000.000 μάρκων, ο Μεταξάς μπορούσε να αρχίσει την υλοποίηση του προγράμματος επανεξοπλισμού και να ικανοποιήσει τις ένοπλες δυνάμεις. Ταυτόχρονα γινόταν εφικτή η ρευστοποίηση του ενεργητικού της Ελλάδας στο λογαριασμό κλίρινγκ στο Βερολίνο. Επίσης, οι προοπτικές των εξαγωγών καπνού στη Γερμανία γινόταν ευοίωνες για κάποιο χρονικό διάστημα. Έτσι φαίνεται ότι ο Μεταξάς είχε βρει λύσεις σε άλλα εκκρεμή προβλήματα της ελληνικής πολιτικής. Όμως, την ίδια μέρα, στις 22 Ιουλίου, οι αρχηγοί των δύο κύριων πολιτικών συνασπισμών, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης και ο Θεοτόκης, πληροφόρησαν το βασιλιά ότι βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί ήταν έτοιμοι να συγκροτήσουν κυβέρνηση από κοινού μόλις θα συγκαλούνταν και πάλι το Κοινοβούλιο, τον Οκτώβριο. Ο Γουότερλο περιέγραψε τη συμφωνία αυτή ως παρά φύσιν και τη θεώρησε ως προσπάθεια να μην επωφεληθεί ο Μεταξάς από την υλοποίηση των συμφωνιών με την Γερμανία. Η εξήγηση αυτή φαίνεται λογική. Την επόμενη μέρα, στις 23 Ιουλίου, ο Μεταξάς ανακοίνωσε στον Ιωάννη Διάκο και σε δύο άλλους στενούς συνεργάτες του ότι ο βασιλιάς του είχε δώσει εν λευκώ εξουσιοδότηση να επιβάλει δικτατορία μέσα στις ερχόμενες δύο εβδομάδες.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek