Από το Άρδην τ. 91, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2013

Έ χουμε επαναλάβει αναρίθμητες φορές ότι τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων επιδιώκουν τη μεταβολή της Ελλάδας σε μια «ειρηνευμένη» περιοχή χωρίς ισχυρή ταυτότητα, έτσι ώστε να λειτουργεί απρόσκοπτα ως ένας χώρος μετάβασης μεταξύ Ανατολής και Δύσης και ταυτόχρονα ως ανάχωμα στη Ρωσία και γενικότερα τον ορθόδοξο κόσμο. Αυτή η στρατηγική επιλογή έχει μια ιστορία αιώνων και η μόνη στιγμή που αμφισβητήθηκε ήταν στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η Αγγλία και η Γαλλία επεδίωκαν τη διάλυση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχε συνταχθεί με το γερμανικό στρατόπεδο. Σε ολόκληρη την υπόλοιπη ιστορική μας διαδρομή, κατ’ εξοχήν η Αγγλία επεδίωκε τη συρρίκνωση της Ελλάδας σε ένα μικρό ελέγξιμο κρατίδιο, σε έναν αποφασιστικό γεωπολιτικό χώρο, ενώ την ίδια πολιτική ακολούθησαν και οι Αμερικανοί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η στρατηγική της συρρίκνωσης του ελληνισμού προϋπέθετε την αποσύνδεση του μικρού σε έκταση ελληνικού ελλαδικού κράτους και της Κύπρου από τη χιλιόχρονη ιστορία τους και την ισχυρή τους ταυτότητα. Γι’ αυτό και η επιμονή της αγγλοσαξονικής σχολής στην αποδόμηση της ελληνικής ιστορίας και τη μεταβολή των σύγχρονων Ελλήνων όχι στους συνεχιστές, έστω και συρρικνωμένους, μιας μεγάλης ιστορικής παράδοσης αλλά σε σύγχρονους Βαλκάνιους, που απλώς «τυχαίνει» να κατοικούν στον ίδιο χώρο με τους αρχαίους και τους βυζαντινούς Έλληνες. Γι’ αυτό, από τη δεκαετία του 1960, με επικεφαλής τον Ρόμιλυ Τζέκινς και τον Σύριλ Μάνγκο, οι Αγγλοσάξονες «νεοελληνιστές» κηρύττουν την αποδόμηση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Στα χνάρια τους θα ακολουθήσουν και άλλοι, όπως ο Χομπσμπάουμ και, εσχάτως, ο Μαζάουερ.

Όταν όμως κάτι ανάλογο είχε επιχειρηθεί στα 1830, από τον Φαλμεράιερ, που διεκήρυσσε ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους και τους βυζαντινούς, τότε οι Έλληνες ιστορικοί, με επικεφαλής τον Παπαρρηγόπουλο, κατέδειξαν τον αστήρικτο και υποβολιμαίο χαρακτήρα αυτών των τοποθετήσεων και θεμελίωσαν τη νεώτερη ελληνική ιστοριογραφία, που απέδειξε την τριμερή συγκρότηση της ελληνικής ιστορίας: αρχαιότητα, Βυζάντιο, νεώτερος ελληνισμός. Σήμερα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Σε μια στιγμή κρίσης του ελληνισμού, πληθαίνουν οι φωνές και τα συμφέροντα που υποστηρίζουν πως είναι καιρός πλέον να εγκαταλείψουμε την ιδιαίτερη ελληνική μας ταυτότητα και να αποδεχτούμε την εκ νέου υποταγή μας στη Δύση και τον νεοθωμανισμό ταυτόχρονα. Αυτό μαρτυρούν τα τουρκικά σήριαλ στις τηλεοράσεις μας, η πώληση των ελληνικών τουριστικών λιμένων σε τουρκικές εταιρείες και η παράλληλη υποταγή στο γερμανικό Ράιχ.

Έτσι αναπτύσσεται, εδώ και τριάντα χρόνια, ένα ισχυρό εθνοαποδομητικό ρεύμα στον χώρο των ακαδημαϊκών, των ΜΜΕ και της πολιτικής, που κυριαρχεί μέχρι σήμερα στον δημόσιο λόγο της χώρας. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στον χώρο της Β. Ελλάδας και της Θεσσαλονίκης, που απειλείται όχι μόνο από τα Σκόπια αλλά κυρίως από τη νεοθωμανική Τουρκία, η οποία διεισδύει στη Θράκη και τη Μακεδονία πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά. Η Θεσσαλονίκη αποτελεί έναν βασικό στόχο αυτής της διεκδίκησης. Προσφάτως, μάλιστα, εξελέγη και μια δημοτική αρχή η οποία βλέπει το μέλλον της πόλης συνδεδεμένο με τη νεοθωμανική Τουρκία και την οικονομική της επέκταση και είχε φτάσει να προτείνει οι δρόμοι της πόλης, παράλληλα με την ελληνική τους ονομασία, να έχουν και την τουρκική!
Σε αυτά τα πλαίσια, η έκδοση, πριν από μερικά χρόνια, του βιβλίου του Μαρκ Μαζάουερ, Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων, αποτέλεσε ένα γεγονός στρατηγικής σημασίας από ιδεολογική άποψη. Όχι λόγω της επιστημονικής σημασίας του βιβλίου αλλά γιατί έγινε αποδεκτό, από τον ελληνικό ακαδημαϊκό κόσμο και από τα ΜΜΕ, με τέτοιους διθυράμβους που μεταβλήθηκε σε μπεστ σέλλερ στον χώρο της ιστορίας και της ιδεολογίας γενικότερα. Και ενώ αυτό το βιβλίο πάσχει εμφανώς σε ό,τι αφορά την επιστημονική του επάρκεια, κανένας δεν είχε τολμήσει, εκτός από μία ή δύο αναφορές, να καταδείξει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός. Μόλις το 2012, ο Γιάννης Ταχόπουλος, πρώτος αυτός, με το βιβλίο του, Ο Μαζάουερ, η Θεσσαλονίκη και τα φαντάσματα του νεοθωμανισμού, άρθρωσε μία πρώτη σοβαρή κριτική στην ανύπαρκτη επιστημονικότητα αυτού του βιβλίου.

Τον Ιανουάριο του 2013, το βιβλίο του Ταχόπουλου παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη πρώτα, και συνάντησε μεγάλη απήχηση, τρομάζοντας όλο αυτό το ιδεολογικοπολιτικό συγκρότημα που είχε μεταβάλει τον Μαζάουερ σε πολιορκητικό κριό ενάντια στην ελληνική ταυτότητα της Θεσσαλονίκης. Και αποφάσισε να αντιδράσει με το μόνο τρόπο που γνωρίζει: την παραποίηση των γεγονότων και την προσπάθεια να αποδείξει ότι ένας από τους ομιλητές στην εκδήλωση της Θεσσαλονίκης, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ήταν –αν είναι δυνατόν– υπερασπιστής του Μαζάουερ! Εδώ, στο Άρδην λοιπόν, παρουσιάζουμε τα κείμενα τεσσάρων ομιλητών στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, καθώς και την απάντηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου και των Εναλλακτικών Εκδόσεων στην απόπειρα διαστροφής της πραγματικότητας από τον δημοσιογράφο του Έθνους, Απόστολο Λυκεσά.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek