Από το Άρδην τ. 84, Φεβρουάριος-Μάρτιος 2011

Εἶ­ναι ὑ­πο­χρέ­ω­ση, ἀλ­λά καί δι­καί­ω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, νά ἐ­νη­με­ρώ­νει τό ποί­μνιό Της γιά ὁ­ρι­σμέ­να σο­βα­ρά ζη­τή­μα­τα· πνευ­μα­τι­κά, κοι­νω­νι­κά, ἐ­θνι­κά, ἐκ­παι­δευ­τι­κά. Ὁ λα­ός μας δέν πρέ­πει νά πα­ρα­πλη­ρο­φο­ρεῖ­ται ἤ νά πέ­φτει θύ­μα ἰ­δε­ο­λο­γι­κῶν προ­πα­γαν­δῶν καί μο­νο­με­ρῶν θε­ω­ρή­σε­ων τῆς Ἱ­στο­ρί­ας μας, στήν ὁ­ποί­α ἡ προ­σφο­ρά τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὑ­πῆρ­ξε ση­μαν­τι­κή. Γι’ αὐ­τό καί ἡ Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος ἐκ­φρά­ζει τήν ἔν­το­νη ἀ­νη­συ­χί­α Της γιά τήν ἐ­πι­χει­ρού­με­νη προ­σπά­θεια δι­α­στρε­βλώ­σε­ως τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους.[ ]

Αὐ­τό δέν ὑ­λο­ποι­ή­θη­κε παν­τοῦ καί ἀ­μέ­σως. Ἐν­τού­τοις καί πέ­ρα ἀ­πό τήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη δη­μι­ουρ­γή­θη­καν νέ­α σχο­λεῖ­α, για­τί ἡ παι­δευ­τι­κή στάθ­μη εἶ­χε προ­η­γου­μέ­νως ση­μει­ώ­σει πτώ­ση. Ἔ­τσι, στά τέ­λη τοῦ 16ου αἰ., ση­μει­ώ­νε­ται στή Μα­κε­δο­νί­α, τήν Ἤ­πει­ρο, τόν Μο­ριά καί τά νη­σιά τοῦ Αἰ­γαί­ου ἀ­ξι­ό­λο­γη ἀ­νά­πτυ­ξη ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν κέν­τρων. Οἱ μο­να­στι­κές κοι­νό­τη­τες τοῦ Ἅ­γιου Ὅ­ρους καί τῶν Με­τε­ώ­ρων, καί γε­νι­κά τά μο­να­στή­ρια, ἀ­πέ­βη­σαν πνευ­μα­τι­κές ἑ­στί­ες, ὅ­που γνώ­ρι­σε ἀκ­μή ἡ ἁ­γι­ο­γρα­φί­α, λει­τούρ­γη­σαν βι­βλι­ο­γρα­φι­κά ἐρ­γα­στή­ρια, φα­νε­ρά καί «κρυ­φά σχο­λειά», ὅ­που οἱ συν­θῆ­κες δέν ἦ­ταν πρό­σφο­ρες, καί πλῆ­θος κοι­νω­φε­λῶν ἱ­δρυ­μά­των. Ὁ κα­θη­γη­τής Ν. Γ. Σβο­ρῶ­νος στό ἔρ­γο τοῦ «Ἐ­πι­σκό­πη­ση τῆς Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας» πα­ρα­τη­ρεῖ:

«Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­ταν πέ­ρα­σε τό πρῶ­το χτύ­πη­μα τῆς κα­τά­κτη­σης, θά συ­νε­χί­σει τό ἔρ­γο τῆς ἀ­να­συγ­κρό­τη­σης τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῶν Ἑλ­λή­νων. Σ’ ὅ­λη τήν πε­ρί­ο­δο ἀ­πό τόν 15ο-17ο αἰ. ὑ­πῆρ­ξε ἡ κα­τευ­θυν­τή­ρια δύ­να­μη τοῦ ἔ­θνους. Ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῆς ἐ­θνι­κῆς ἀν­τί­στα­σης σέ ὅ­λες τίς μορ­φές της, ἐρ­γα­ζό­με­νη γιά τό στα­μά­τη­μα τῶν ἐ­ξισ­λα­μι­σμῶν, συμ­με­τέ­χον­τας σ’ ὅ­λες τίς ἐ­ξε­γέρ­σεις, ἀ­κό­μη καί δι­ευ­θύ­νον­τάς τές (ἔ­χει δεί­ξει με­γά­λο ἀ­ριθ­μό νε­ο­μαρ­τύ­ρων, πού εἶ­ναι σύγ­χρο­να καί ἥ­ρω­ες τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς πί­στης καί τῆς ἐ­θνι­κῆς ἀν­τί­στα­σης), ρυθ­μί­ζει ἐ­πί­σης τήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή».

Ὅ­που δέν ὑ­πῆρ­χε συγ­κρο­τη­μέ­νο σχο­λεῖ­ο, ὅ­ταν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε κά­ποι­ος νά μορ­φώ­σει τό παι­δί του, τό ἔ­στελ­νε κον­τά σ’ ἕ­να πα­πά ἤ μο­να­χό, γιά νά δι­δα­χθεῖ τό ἀλ­φα­βη­τά­ρι καί τά πρῶ­τα γράμ­μα­τα (αὐ­τά πού ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν πε­ρι­φρο­νη­τι­κά οἱ λό­γιοι «κολ­λυ­βο­γράμ­μα­τα», ἀλ­λά πα­ρεῖ­χαν τίς πρῶ­τες βά­σεις γιά τήν ἀ­νά­γνω­ση καί τή γρα­φή).

Τά μι­κρο­κι­νή­μα­τα πού προ­η­γή­θη­καν

Εὔ­στο­χα ὁ ἀ­εί­μνη­στος κα­θη­γη­τής-ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός Ι. Ν. Θε­ο­δω­ρα­κό­που­λος ἔ­χει πα­ρα­τη­ρή­σει ὅ­τι τήν ἑ­πο­μέ­νη κι­ό­λας τῆς Ἅ­λω­σης, ἡ ἀν­τί­στα­ση τῶν Ἑλ­λή­νων ἔ­γι­νε πνευ­μα­τι­κή, γιά νά ἐ­ξε­λι­χθεῖ καί πά­λι σέ ἔ­νο­πλη καί νά λά­βει τό Εἰ­κο­σι­έ­να τή μορ­φή τοῦ με­γά­λου Ση­κω­μοῦ. Ὥς τό­τε ση­μει­ώ­θη­καν πολ­λά μι­κρο­κι­νή­μα­τα. Ἤ­δη στόν 16ο αἰ. (1585) πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἐ­ξέ­γερ­ση τῶν ἀρ­μα­το­λῶν τῆς Βό­νι­τσας Θε­ό­δω­ρου Γρί­βα καί τῆς Ἠ­πεί­ρου Πού­λιου Δρά­κου καί Μα­λά­μου, πού ξε­ση­κώ­θη­καν κα­τά τῶν Τούρ­κων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ὅ­μως κα­τέ­στει­λαν τήν ἐ­ξέ­γερ­σή τους. Ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν κι­νη­μά­των αὐ­τῶν ἦ­ταν συ­νή­θως κλη­ρι­κοί καί ἐ­πί­σκο­ποι.

Στόν 17ο αἰ. (1611) ἔ­γι­νε στά Γι­άν­νε­να ξε­ση­κω­μός ἀ­γρο­τῶν, πού ὑ­πο­κι­νή­θη­κε ἀ­πό ἕ­ναν ἐ­πί­σκο­πο της Ἐκ­κλη­σί­ας, τόν πρώ­ην Λα­ρί­σης Δι­ο­νύ­σιο τόν Φι­λό­σο­φο, πού προ­η­γού­με­νο ἐ­πα­να­στα­τι­κό ἐγ­χεί­ρη­μά του κα­τά τῶν Τούρ­κων (1600) τοῦ στοί­χι­σε τόν θρό­νο. Ἡ ἐ­ξέ­γερ­ση τή φο­ρά αὐ­τή (Σάβ­βα­το 10 Σε­πτεμ­βρί­ου 1611) ἀ­πεί­λη­σε τά Γι­άν­νε­να, γε­γο­νός πού ἐ­ξόρ­γι­σε τούς Τούρ­κους. Συ­νέ­λα­βαν τόν Δι­ο­νύ­σιο σέ ἕ­να σπή­λαι­ο, ὅ­που εἶ­χε κα­τα­φύ­γει, καί τόν ἔ­γδα­ραν ζων­τα­νό. Πα­ρα­γέ­μι­σαν τό δέρ­μα του μέ ἄ­χυ­ρα καί τόν δι­α­πόμ­πευ­σαν ντυ­μέ­νο μέ τά ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κά του ἄμ­φια στήν πό­λη, γιά νά τό στεί­λουν με­τά στήν Ὑ­ψη­λή Πύ­λη μα­ζί μέ 85 κε­φά­λια ἄλ­λων ἐ­πα­να­στα­τῶν. [ ]
Ἡ προσ­δο­κί­α τῶν ὑ­πό­δου­λων Ἑλ­λή­νων νά ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θοῦν δέν τούς ἐγ­κα­τέ­λει­ψε πο­τέ. Τά βλέμ­μα­τά τους στρέ­φον­ταν πρός τήν ὁ­μό­δο­ξη Ρω­σί­α, τό «ξαν­θόν γέ­νος», γιά τό ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σαν οἱ λα­ϊ­κές προ­φη­τεῖ­ες, ὅ­πως ἡ ἀ­πο­δι­δό­με­νη στόν Ἀ­γα­θάγ­γε­λο, πε­ρι­μέ­νον­τας βο­ή­θεια. Στόν Μο­ριά, ὁ μη­τρο­πο­λί­της Λα­κε­δαι­μο­νί­ας Ἀ­να­νί­ας Λαμ­πάρ­δης ἀ­πό τή Δη­μη­τσά­να ἡ­γή­θη­κε ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ κι­νή­μα­τος, πού ἀ­πέ­βλε­πε στήν ἀ­πο­τί­να­ξη τοῦ τουρ­κι­κοῦ ζυ­γοῦ ἀ­πό τήν Πε­λο­πόν­νη­σο. Ἄλ­λοι ἀρ­χι­ε­ρεῖς, ὅ­πως ὁ Π. Πα­τρών, ὁ Κο­ρίν­θου καί ὁ Κερ­νί­τσης, συ­νερ­γά­σθη­καν μα­ζί του. Προ­δό­θη­καν ὅ­μως στούς Τούρ­κους, οἱ ὁ­ποῖ­οι, τό 1764 ἤ 1767, συ­νέ­λα­βαν τόν ἐ­πί­σκο­πο Ἀ­να­νί­α καί τόν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν.

Ἁ­γι­ο­ρεί­της μο­να­χός, κου­ρά τῆς μο­νῆς Φι­λο­θέ­ου, ὁ θρυ­λι­κός Πα­τρο­κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός (1714-1779), ὁ «ἅ­γιος τῶν σκλά­βων», ἀ­φοῦ πῆ­ρε τήν εὐ­χή τοῦ Πα­τριά­ρχη, ὄρ­γω­σε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά τήν Ἑλ­λά­δα ἀ­πό τή μί­α ἄ­κρη ὥς τήν ἄλ­λη, ξυ­πνών­τας συ­νει­δή­σεις καί φω­τί­ζον­τας τούς Ἕλ­λη­νες καί δι­α­κι­νού­με­νος μέ κα­τα­πλη­κτι­κή τα­χύ­τη­τα ἀ­νά­με­σα σέ πε­διά­δες καί βου­νά. [ ] Ὁ φλο­γε­ρός ἐ­κεῖ­νος λα­ϊ­κός δι­δά­χος, πού ἀ­κρι­βο­δί­και­α ὀ­νο­μά­στη­κε «ἐ­θνα­πό­στο­λος», πλή­ρω­σε μέ μαρ­τυ­ρι­κό τέ­λος τήν ἀ­νυ­πο­λό­γι­στης ἀ­ξί­ας καί ση­μα­σί­ας προ­σφο­ρά του στό ἑλ­λη­νορ­θό­δο­ξο Γέ­νος του.

Τό 1770, στά γνω­στά Ὀρ­λω­φι­κά, καί πά­λι κλη­ρι­κός, ὁ ἐ­πί­σκο­πος Μαυ­ρο­βου­νί­ου, μέ τόν Σταυ­ρό στό χέ­ρι, πή­γαι­νε ἀ­πό χω­ριό σέ χω­ριό κα­λών­τας ὅ­λους σέ «ἱ­ε­ρό πό­λε­μο» κα­τά τῶν κα­τα­κτη­τῶν. Στούς ἀ­δελ­φούς Ὀρ­λώφ πού ἦλ­θαν ἀ­πό τή Ρω­σί­α συμ­πα­ρα­στά­θη­καν ὅ­λοι οἱ το­πι­κοί ἐ­πί­σκο­ποι, ὅ­πως ὁ Πα­τρῶν Παρ­θέ­νιος, πού ἐ­πι­τέ­θη­κε κα­τά τῶν Κα­λα­βρύ­των, ὁ Κο­ρίν­θου Μα­κά­ριος πού κα­τέ­λα­βε τόν Ἰ­σθμό, ὁ Κο­ρώ­νης, ὁ Με­θώ­νης, τῆς Κα­λα­μά­τας.

Μέ τό αἷ­μα τοῦ πρω­το­μάρ­τυ­ρα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, ἁ­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου τοῦ Ε΄, Πα­τριά­ρχη Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, βά­φτη­κε στίς 10 Ἀ­πρι­λί­ου 1821 ἡ πα­νε­θνι­κή ἐ­ξέ­γερ­ση τοῦ Γέ­νους. [ ]

Δρα­στή­ριο μέ­λος τῆς Φι­λι­κῆς Ἑ­ται­ρεί­ας, με­τα­ξύ ἄλ­λων κλη­ρι­κῶν, ἦ­ταν ὁ Πα­τριά­ρχης Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Θε­ό­φι­λος ὁ Παγ­κώ­στας ἀ­πό τήν Πά­τμο. Στίς 29 Ἀ­πρι­λί­ου 1821, οἱ κά­τοι­κοι τῆς Σύ­μης ἔ­στει­λαν στόν Δω­δε­κα­νή­σιο ἱ­ε­ράρ­χη τόν Νι­κή­τα Χα­τζη­ϊ­ω­άν­νου ζη­τών­τας ὁ­δη­γί­ες γιά τόν Ἀ­γώ­να. Ἰ­δού ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ ἐ­θνε­γέρ­τη Πα­τριά­ρχη:

«Κά­τοι­κοι τῶν νή­σων, ὅ­σοι μέ­νε­τε ἀ­κό­μη ὑ­πό τόν τουρ­κι­κόν ζυ­γόν, ἐ­γέρ­θη­τε, λά­βε­τε τά ὅ­πλα ὑ­πέρ τῆς κοι­νῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, οἱ ἔ­χον­τες κα­ρά­βια μι­κρά ἤ με­γά­λα ὁ­πλί­σα­τε αὐ­τά καί ἑ­νω­θῆ­τε μέ τόν ἑλ­λη­νι­κόν στό­λον συγ­κρο­τού­με­νον ἀ­πό τάς ναυ­τι­κάς δυ­νά­μεις τῶν Ὑ­δρι­ω­τῶν καί Σπε­τζι­ω­τῶν καί Ψα­ρια­νῶν, καί ὑ­πο­σχό­με­νοι ἐ­λευ­θε­ρί­αν ὅ­λου του Αἰ­γαί­ου πε­λά­γους».

Ἡ πί­στη τῶν Ἀ­γω­νι­στῶν τοῦ 1821

Ὁ Ἀ­γώ­νας δέν ἔ­γι­νε μό­νο γιά τήν πα­τρί­δα, ἀλ­λά καί γιά τή θρη­σκεί­α. Στήν Προ­κή­ρυ­ξή του, ὁ Γε­ωρ­γά­κης Ὀ­λύμ­πιος τό­νι­ζε: «Ἐμ­πρός ἀ­δέλ­φια. Ἄς πε­θά­νου­με κοι­τά­ζον­τας ἄ­φο­βα τόν θά­να­το στά μά­τια. Ζή­τω ἡ θρη­σκεί­α καί ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς Ἑλ­λά­δος. Θά­να­τος στούς βαρ­βά­ρους». Τά μο­να­στή­ρια τρο­φο­δο­τοῦ­σαν τούς ἁρ­μα­το­λούς καί πα­ρεῖ­χαν κα­τα­φύ­γιο στούς δι­ω­κό­με­νους. Συ­χνά γί­νον­ταν ἑ­στί­ες ἀν­τί­στα­σης (μο­νή Σέ­κου, μο­νή Ἀρ­κα­δί­ου κ.λπ.). Ὁ στρα­τη­γός Μα­κρυ­γιά­ννης μέ τόν αὐ­θεν­τι­κό λό­γο του ἔ­χει γρά­ψει: «…αὐ­τά τά μο­να­στή­ρια ἦ­ταν τά πρῶ­τα προ­πύρ­για τῆς ἐ­πα­νά­στα­σής μας. Ὅ­τι ἐ­κεῖ ἦ­ταν καί οἱ τζεμ­πι­χα­νέ­δες (πυ­ρι­τι­δα­πο­θῆ­κες) μας καί ὅ­λα τ’ ἀ­ναγ­καῖ­α τοῦ πο­λέ­μου∙ ὅ­τ’ ἦ­ταν πα­ρά­με­ρον καί μυ­στή­ριον ἀ­πό τούς Τούρ­κους».

Οἱ ἁ­πλοί κλη­ρι­κοί συγ­κρό­τη­σαν στίς ἐ­νο­ρί­ες τους ἔ­νο­πλα σώ­μα­τα, τέ­θη­καν ἐ­πι­κε­φα­λῆς τους καί ἔ­λα­βαν ἐ­νερ­γό μέ­ρος στήν ἐ­ξέ­γερ­ση. Ἄλ­λοι ἀ­πό αὐ­τούς ἄ­φη­σαν τήν τε­λευ­ταί­α τους πνο­ή στό πε­δί­ο τῆς τι­μῆς καί ἄλ­λοι μαρ­τύ­ρη­σαν στά χέ­ρια τῶν Τούρ­κων. Κι ὅ­σοι ἐ­πι­βί­ω­σαν πέ­νον­ταν, ἔ­χον­τας δώ­σει ὅ­λη τήν πε­ρι­ου­σί­α τους στήν Ἐ­πα­νά­στα­ση. Στό Ἀρ­χεῖ­ο Ἀ­γω­νι­στῶν τῆς Ἐ­θνι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης, σώ­ζον­ται πολ­λά ἔρ­γα πού μαρ­τυ­ροῦν τή συμ­βο­λή τοῦ Ὀρ­θό­δο­ξου κλή­ρου καί μο­να­χι­σμοῦ στό Εἰ­κο­σι­έ­να καί ὑ­πο­γρά­φον­ται ἀ­πό κο­ρυ­φαί­ους καί ἄλ­λους ὁ­πλαρ­χη­γούς. Σέ 14 ἀ­ριθ­μεῖ ὁ Μη­τρο­πο­λί­της πρώ­ην Λή­μνου Βα­σί­λει­ος Γ. Ἀ­τέ­σης τούς ἐ­θνο­μάρ­τυ­ρες ἀρ­χι­ε­ρεῖς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος ἀ­πό τό 1821-1869.

Καί ποι­ός μπο­ρεῖ νά λη­σμο­νή­σει τά πρω­το­πα­λί­κα­ρα τῆς λευ­τε­ριᾶς μας, τόν Ἀ­θα­νά­σιο Διά­κο (Ἀ­λα­μά­να), τόν Γρη­γό­ριο Δι­καῖ­ο-Πα­πα­φλέσ­σα (Μα­νιά­κι), τόν κα­λό­γε­ρο Σα­μου­ήλ (Κούγ­κι). Καί ἀ­κό­μη πλῆ­θος ἱ­ε­ρω­μέ­νων πού ἔ­δρα­σαν στόν Ἱ­ε­ρό Ἀ­γώ­να τοῦ ἔ­θνους μας, ὅ­πως ὁ Βρε­σθέ­νης Θε­ο­δώ­ρη­τος, ὁ Ἄρ­της Πορ­φύ­ριος, ὁ Ἀ­θη­νῶν Θε­ό­φι­λος, ὁ Ἕ­λους Ἄν­θι­μος, ὁ Σα­λώ­νων Ἠ­σα­ΐ­ας, ὁ Ρω­γῶν Ἰ­ω­σήφ κ.α., οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­λα­βαν μέ­ρος στίς δι­ά­φο­ρες φά­σεις τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης. Τούς ὁ­πλαρ­χη­γούς τῆς Ἀ­χα­ΐ­ας ὅρ­κι­σε ὁ Πα­λαι­ῶν Πα­τρῶν Γερ­μα­νός. Στήν πρώ­τη ὁ­μά­δα ἐ­θνο­μαρ­τύ­ρων ἀρ­χι­ε­ρέ­ων ἀ­νή­κουν ὁ πρώ­ην Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Κύ­ριλ­λος, ὁ Δέρ­κων Γρη­γό­ριος, ὁ Ἀγ­χιά­λου Εὐ­γέ­νιος, ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Κύ­πρου Κυ­πρια­νός, οἱ ἐ­πί­σκο­ποι Πά­φου, Κι­τί­ου, Κυ­ρη­νεί­ας. Συ­νή­θως οἱ Τοῦρ­κοι τούς ἀ­πο­κε­φά­λι­ζαν ἤ τούς κρε­μοῦ­σαν.

Ἡ εὐ­ό­δω­ση τῆς Ἐ­θνε­γερ­σί­ας τοῦ 1821 εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κό θαῦ­μα. [ ] Ὁ Μα­κρυ­γιά­ννης γρά­φει σέ ἄλ­λο ση­μεῖ­ο τῶν «Ἀ­πο­μνη­μο­νευ­μά­των» του: «Τοῦ λέ­γω· Κο­πί­α­σε ἡ γεν­ναι­ό­τη σου καί σ’ αὐ­τή­νε τήν μπα­τά­για τήν ση­με­ρι­νή θά γέ­νει ὁ Θε­ός ἀρ­χη­γός, καί μέ τήν δύ­να­μή του θά λυ­πη­θεῖ ἐ­μᾶς καί τήν πα­τρί­δα μας… Τί θά κά­νεις, μοῦ λέ­γει, σέ τό­σο πλῆ­θος Τούρ­κων; Εἶ­ναι ὁ Θε­ός τοῦ λέ­γω, καί κά­νει ὁ ἴ­διος!».

[ ] Στά «Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά» του ὁ ἡ­ρω­ι­κός Γέ­ρος τοῦ Μο­ριᾶ, ὁ Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης, ση­μει­ώ­νει: «…Ἔ­κα­τσα ἕ­ως πού ἐ­σκα­πέ­τι­σαν μέ τά μπα­ϊ­ρά­κια τους, ὀ­πέ ἐ­κα­τέ­βη­κα κά­του, ἦ­ταν μιά ἐκ­κλη­σιά εἰς τόν δρό­μον (ἡ Πα­να­γιά εἰς τό Χρυ­σο­βί­τζι) καί τό κα­θη­σιό μου ἦ­τον ὁ­πού ἔ­κλαι­γα τήν Ἑλ­λάς∙ Πα­να­γί­α μου, βο­ή­θη­σε καί τού­την τήν φο­ράν τούς Ἕλ­λη­νας νά ἐμ­ψυ­χω­θοῦν· καί ἐ­πῆ­ρα ἕ­να δρό­μο κα­τά τήν Πιά­να…». Πα­ρα­κά­τω ὁ ἴ­διος γρά­φει: «23 ὧ­ρες ἐ­βά­στα­ξε ὁ πό­λε­μος. Ἐ­κεί­νην τήν ἡ­μέ­ρα ἦ­τον Πα­ρα­σκευ­ή, καί ἔ­βγα­λα λό­γον ὅ­τι∙ Πρέ­πει νά νη­στεύ­ω­με ὅ­λοι διά δο­ξο­λο­γί­αν ἐ­κεί­νης τῆς ἡ­μέ­ρας, καί νά δο­ξά­ζε­ται αἰ­ῶ­νας αἰ­ώ­νων ὥς οὗ στέ­κει τό ἔ­θνος, δια­τί ἦ­τον ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς πα­τρί­δος…».

[ ]Ὅ­πως ὁ λι­ον­τα­ρό­ψυ­χος Κα­ρα­ϊ­σκά­κης, πού κα­τέ­φυ­γε στή βο­ή­θεια τῶν Ἁ­γί­ων, σάν τό­τε πού βρέ­θη­κε στό μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Σε­ρα­φείμ, πά­νω ἀ­πό τή Λι­βα­διά, κι ἔ­πε­σε στά πό­δια μα­ζί μέ τούς ἄν­τρες του καί τοῦ ἔ­τα­ζε· «Βο­ή­θη­σέ μας, Ἅ­γι­ε Σε­ρα­φείμ, νά δι­ώ­ξου­με τόν Κι­ού­τα­γα ἀ­πό τήν Ἀ­θή­να, νά γλι­τώ­σου­με τούς κλει­σμέ­νους Χρι­στια­νούς καί νά κά­νου­με τούς Τούρ­κους δεύ­τε­ρη Ἀ­ρά­χω­βα, καί νά σοῦ φέ­ρω χρυ­σό καν­τή­λι στόν τά­φο σου καί λαμ­πά­δες ἑ­κα­τό ἴ­σα μέ τό κορ­μί μου καί νά στο­λί­σω σάν πα­λά­τι τό μο­να­στή­ρι σου…».
Στό ὄ­νο­μα τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ ἐ­πι­χει­ροῦ­σε κά­θε ἐ­ξόρ­μη­σή του ὁ γεν­ναῖ­ος ναυ­μά­χος τῆς Ὕ­δρας Ἀν­δρέ­ας Μι­α­ού­λης. Στόν «Ἄ­ρη» του εἶ­χε το­πο­θε­τή­σει ἕ­να με­γά­λο ξύ­λι­νο Σταυ­ρό, ὅ­που ἔ­βα­λε νά χα­ρά­ξουν κά­θε­τα: «Σταυ­ροῦ τύ­πος, ἐ­χθροῖς τρό­μος» καί ὁ­ρι­ζόν­τια∙ «Σταυ­ρός πι­στῶν στή­ριγ­μα». [ ]

Ὅ­πως ἔ­γρα­φε ὁ ἀ­εί­μνη­στος Φώ­της Κόν­το­γλου· «Σ’ αὐ­τό τόν τό­πο Ὀρ­θο­δο­ξί­α καί Ἑλ­λά­δα πᾶ­νε μα­ζί».

Ἡ Δια­ρκής Ἱ­ε­ρά Σύ­νο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας
τῆς Ἑλ­λά­δος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek