Περπατώντας στον Φραγκομαχαλά της Θεσσαλονίκης
«Δεν είχα ποτέ ιδιαίτερους στόχους, ούτε και όνειρα έφτιαχνα. Ζω την πραγματικότητα. Αγαπάω να δουλεύω. Τη δουλειά, άμα δεν την αγαπάς, δεν την κάνεις. Αλλά θα πάω και το σινεμά μου, το θέατρό μου. Θα διαβάσω. Θέλω να μάθω τη ζωή και να τη μάθω και στους άλλους.»
Λ.Σοφού-Ολύμπιος Στοά
Λ.Σοφού-Ολύμπιος Στοά

Η κάθοδος γίνεται πάντα από το αριστερό πεζοδρόμιο. Έτσι. Χωρίς λόγο και αιτία. Τα πόδια, που ξυπνούν πρώτα, τραβούν μπροστά και το υπόλοιπο σώμα και το μυαλό, κοιμισμένα ακόμα, ακολουθούν. Τα πόδια ξέρουν. Καλλιθέα – Β.Α.Ο.(Βυζαντινός Αθλητικός Ὀμιλος) – Παλιά Λαχαναγορά – Παπαζώλη – πλατεία Αντιγονιδών – Λέοντος Σοφού – Φράγκων – γραφείο. Είκοσι λεπτά διαδρομή. Δεκαπέντε αν και τα πόδια αργήσουν να ξυπνήσουν το πρωί και επιδοθούν μετά σ’ έναν αγώνα κατάκτησης χρόνων ρεκόρ.

Παλιά Λαχαναγορά
Παλιά Λαχαναγορά

Είκοσι πέντε με τριάντα λεπτά αν έχουν όρεξη για πρωινή περιπλάνηση στις μυρωδιές, τους ήχους και τα πρόσωπα των γειτονιών ∙ στους παράδρομους που ανήκουν σε αγουροξυπνημένους κατοίκους με μπουρνούζια και παντόφλες ή σε βιαστικούς με τσάντες, κινητά και κλειδιά ανά χείρας.

Ολιγόλεπτες παρακάμψεις από τις κύριες αρτηρίες κυκλοφορίας που οδηγούν στην καρδιά της πόλης. Εκεί, γύρω από τον Φραγκομαχαλά όπου πάλλεται η Θεσσαλονίκη. Ένας παλμός ζωτικός και προδότης προδίδει τις αλλαγές που συντελούνται. Αρκεί κάποιος να θελήσει να τον ακούσει. Ή κάποιος να σταθεί και να τον διαβάσει στ’ αριστερά, στη Λέοντος Σοφού, στο νούμερο 10.

ΛΕΩΝ Ο ΣΟΦΟΣ

Ο Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός ήταν βυζαντινός αυτοκράτορας από το 886 έως το 912. για τη συγγραφική του δραστηριότητα πήρε το προσωνύμιο «σοφός» .

." Ή ΑΡΚΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΣΤΑΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΝ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΣΤ`ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΣΤΗ ΛΕΟΝΤΟΣ ΣΟΦΟΥ, ΣΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 10."
” Ή ΑΡΚΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΣΤΑΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΝ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΣΤ`ΑΡΙΣΤΕΡΑ, ΣΤΗ ΛΕΟΝΤΟΣ ΣΟΦΟΥ, ΣΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 10.”
." ΣΤΑΘΗΚΕ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ, ΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ ΤΗΣ ΜΕ ΤΑ ΥΑΛΙΚΑ. "
.” ΣΤΑΘΗΚΕ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ, ΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ ΤΗΣ ΜΕ ΤΑ ΥΑΛΙΚΑ. “

Φραγκομαχαλάς

Η ονομασία οφείλεται στη δραστηριοποίηση ευρωπαϊκού πληθυσμού κατά τον 19ο αι. στην περιοχή και στον Ιερό Καθολικό Καθεδρικό Ναό της Αμιάντου Συλλήψεως της Παναγίας, που χτίστηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Vitaliano Poselli στη θέση παλαιότερου ναού, που βρίσκεται στη Φράγκων 19. Η πυρκαγιά του 1917 που κατέστρεφε επί τρεις μέρες το μεγαλύτερο μέρος του κέντρου της πόλης έκαψε και σχεδόν ολόκληρο τον Φραγκομαχαλά.

Η Φραγκοαναθρεμμένη

Ούτε φραγκικής καταγωγής, ούτε φραγκικής διαπαιδαγώγησης. Δεν μεγάλωσα με γαλλικά και πιάνο. Τα γαλλικά μου οριακά φτάνουν στο επονομαζόμενο «καλό» επίπεδο και οι γνώσεις μου στο πιάνο περιορίζονται σε δυο τρεις συγχορδίες κι αυτές ξεχασμένες. Μεγάλωσα, όμως, στον Φραγκομαχαλά της Θεσσαλονίκης, στον λαβύρινθο των παιδικών μου χρόνων.

Παιδί ανθρώπων του χώρου των υφασμάτων και της βιοτεχνίας του ρούχου – κλάδου που ήκμασε από τη δεκαετία του ’60 μέχρι και τις αρχές του ’90- δεν θα μπορούσα να είμαι παρά παιδί του κέντρου. Ήμουν παιδί μόνιμα αποπροσανατολισμένο μέσα στα στενά που αγκαλιάζουν οι οδοί Εγνατία, Πολυτεχνείου, Δραγούμη και Λέοντος Σοφού. Σήκωνα το κεφάλι και χανόμουν στη θέα των κτιρίων της Καθολικών.

Τα βιοτεχνικά καφέ-γκρι ορθογώνια κουτιά με παράθυρα και κρεμασμένα κλιματιστικά φάνταζαν πελώρια. Εγκλώβιζαν τη ματιά μου κι αυτή έτρεχε να ξεφύγει. Ανέβαινε στα κτίρια που ήταν πιο κοντά στο μπόι μου και από την κορυφή τους έπαιρνε φόρα και πετούσε ψηλά. Λάτρευα να απογειώνομαι προς άλλες εποχές κοιτάζοντας αυτά του μετρίου αναστήματος αρχιτεκτονικά κομψοτεχνήματα, που άρχισαν να κατασκευάζονται το 1929.

Οδός Φράγκων
Οδός Φράγκων

Οικοδομικά τετράγωνα ασύνδετα μεταξύ τους στο παιδικό μου μυαλουδάκι. Μοναδικά σημεία αναφοράς το Κρατικό Ωδείο, αυτή η όαση αρχιτεκτονικής και μουσικής ομορφιάς, και το πράσινο αδιάβροχο του Γιάννη. Το φορούσε χειμώνα καλοκαίρι και πουλούσε τα φυτά του, τα αραδιασμένα πάνω στη μαρμάρινη βάση της περίφραξης του ωδείου. Τι κι αν γύρω του επί της Φράγκων υπήρχε, όπως και τώρα, πλειάδα καταστημάτων πώλησης φυτών, σπόρων και γεωργικών προϊόντων; Ο Γιάννης είχε τη δική του πελατεία. Άλλοτε τη θωρούσε κατάματα κι άλλοτε κάτω από τη σκυφτή πράσινη κουκούλα του, που όλο και τη βάραιναν οι μέρες και η ζωή στον δρόμο.

Πέρασαν χρόνια που ο Γιάννης δεν είναι στη γωνία Τύπου με Φράγκων. Πέρασαν χρόνια που εγώ μεγάλωσα. Προσανατολίστηκα. Δεν χρειάζομαι σημεία αναφοράς για να βρω τους δρόμους. Τους περπατώ με κλειστά τα μάτια. Κόβω δρόμο από τις στοές. Αποφεύγω τις κουτσουλισμένες γωνίες – γιατί δεν θέλω ακόμα να με βρει η τύχη και να με κάνει πλούσια- μα συναντώ γνωστούς, δικούς μου, των γονιών μου, του αείμνηστου αντιπροσώπου παππού μου, του οποίου το όνομα και το σφύριγμα ακόμα αντηχούν στους δρόμους τριγύρω. Ξέρω πού και πότε να σταθώ για να ακούσω τις άριες από το ωδείο και τις φωνές του χορού του αρχαίου δράματος της σχολής θεάτρου δίπλα. Ἐμαθα καλά πια.

.
.

Βάζω ακόμα, όμως, σημάδια. Σημαδεύω εκείνα τα σημεία κι εκείνα τα πρόσωπα που κάνουν ξεχωριστό τον Φραγκομαχαλά μου.

Φραγκομαχαλάς κατά την πυρκαγιά του 1917.
Φραγκομαχαλάς κατά την πυρκαγιά του 1917.

Σημεία που έχουν ιστορίες να πουν. Έχουν ονόματα.

Σημέλα Πετροπούλου – Έμπορος

Πρώτη φορά την είχα δει ανεβασμένη στη σκάλα της. Ώρα πρωινή, λίγο πριν τις εννιά, πηγαίνοντας για τη δουλειά. Περιποιούταν το δέντρο της που δροσίζει την ανήσυχη φύση της. «Είναι δικό μου, εγώ το έβαλα» θα μου πει σχεδόν δυο χρόνια αργότερα. Τότε δεν είχα προλάβει να πω ούτε «καλημέρα». Μπήκε φουριόζα μέσα, έκλεισε την τζαμένια πόρτα του «παλιού αρχοντικού» της, τη στολισμένη με αποκόμματα εφημερίδων, κριτικές ταινιών, ποιήματα, κείμενα, χειρόγραφες σημειώσεις, φωτογραφίες, και στάθηκε πίσω από το γυάλινο κόσμο της, τη βιτρίνα της με τα υαλικά.

.«ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ, ΕΓΩ ΤΟ ΕΒΑΛΑ»
.«ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ, ΕΓΩ ΤΟ ΕΒΑΛΑ»
.
.

Η βιτρίνα της κας Πετροπούλου βρίσκεται μετά το διάσημο για τα «κουλούρια Θεσσαλονίκης» σε διάφορες γεύσεις φούρνο «Ουζουνιάν», που φιγουράρει τελευταία και σε ένθετα γευσιγνωσίας. Βρίσκεται μετά τη στοά Ολύμπου και τη στοά Αλαμάνη, όπου στεγάζεται και η Ανώτερη Δραματική Σχολή «Ανδρέας Βουτσινάς». Είναι πιο κάτω από τον «Τοίχο της Καλοσύνης» του ΚΕΘΕΑ και πιο κάτω από το Κρατικό Ωδείο. Πρέπει κανείς να περάσει και τη Φράγκων και το ιστορικό μπουγατσατζίδικο «Νέον» στη γωνία.

Συνεχίζει κι αν δεν τρέχει, θα σταματήσει έγκαιρα μετά τη Βεροίας, απέναντι από το «City College», και πριν την Ολυμπίου Διαμαντή. Και για όποιον δεν συγκρατεί ονομασίες οδών και λοιπά τοπόσημα, ας φροντίσει απλά να σταματήσει στα πλακάκια που φιλοξενούν μια σκούπα, ένα φαράσι και σακούλες σκουπιδιών. Εκεί θα ξεπροβάλλει η οικοδέσποινα και θα τον μαγνητίσει κι αυτόν αυτοστιγμεί.

Κρατικό Ωδείο

Εργασίες στο Κρατικό Ωδείο
Εργασίες στο Κρατικό Ωδείο

Χτίστηκε το 1826 από μία από τις πλουσιότερες και σημαντικότερες οικογένειες της Θεσσαλονίκης, τους Άμποτ (Άββοτ) με καταγωγή από την Σκωτία. Ένας απόγονος της οικογένειας κατάφερε να χάσει στα χαρτιά και στις γυναίκες την περιουσία που είχε αποκτηθεί κυρίως χάρη στο εμπόριο βδελλών. τότε το αρχοντικό πέρασε στα χέρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορικής Τράπεζας, ευρωπαϊκών συμφερόντων, που το κατέστησε έδρα της.

Η ανατίναξη της Οθωμανικής Τράπεζας το 1903 νυν Κρατικό Ωδείο
Η ανατίναξη της Οθωμανικής Τράπεζας το 1903 νυν Κρατικό Ωδείο

Στα «Απριλιανά του 1903» το κτίριο ανατινάχθηκε από Βούλγαρους «γεμιτζήδες» (βαρκάρηδες) και σώθηκε μόνο η πρόσοψη. Οι αρχιτέκτονες Μπαρούχ και Αμάρ ανέλαβαν την ανοικοδόμηση της Οθωμανικής Τράπεζας. Ακολούθησαν νεομπαρόκ στυλ με γαλλικές επιρροές. Το 1949 το κτίριο περιήλθε στο ΙΚΑ και από το 1983 παραχωρήθηκε στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης.

Ολύμπιος Στοά

.
.

Εδώ λειτουργούσε η Θ’ ΔΟΥ κι έτσι το σημείο ήταν ένα από τα πιο πολυσύχναστα του κέντρου. Θα αγνοούσα ακόμα την ύπαρξη του μαγαζιού της, αυτού του εκθετηρίου αντικειμένων και ιδεών, αν η ζωή δεν με είχε φέρει να δουλεύω στη Σαλαμίνος και να περνώ καθημερινά από εκείνο το πεζοδρόμιο.

Η οδός Σαλαμίνος ήταν κάθετος στην παραλία
Η οδός Σαλαμίνος ήταν κάθετος στην παραλία

Αν εκείνο το πρωινό η προσεγμένη και βγαλμένη από άλλες δεκαετίες περιβολή της κας Σημέλας μαζί με την αύρα της δεν με είχαν ταξιδέψει στον χρόνο και δεν με είχαν κάνει να νιώσω κομπάρσος σε κινηματογραφικό γύρισμα. Θυμάμαι φορούσε μαύρη φούστα, φαρδιά, μέχρι κάτω από το γόνατο, που τη συγκρατούσαν στη θέση της μαύρες τιράντες που αντιτίθενταν κιμπάρικα στο λευκό της πουκάμισο. Αν εκείνο το πρωινό δεν με είχε ξυπνήσει η φωνή της, με τα εκφραστικά κρεσέντα, σχολιαστικά, συμπερασματικά έως και επαναστατικά, θα έλεγα. Αν ακολουθώντας την καστανόξανθη φιγούρα της δεν έπεφτε το μάτι μου στην πόρτα του μαγαζιού της, που όμοιά της δεν υπάρχει. Για εφημερίδα τοίχου θα έχετε ακούσει. Για πολιτιστικό μαγκαζίνο πόρτας μαγαζιού και βιτρίνας έχετε ακούσει; Αν δεν με είχε ταρακουνήσει συθέμελα η σχέση της με τον κόσμο, η οποία θυμίζει σκηνή από την «Αυλή των Θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

.
.

«Ο Κος … δεν πέρασε ούτε το προηγούμενο Σάββατο. Δεν τον έχω δει εδώ και δύο μήνες περίπου. Θέλω να του ζητήσω την άδειά του να δημοσιεύσω δύο κείμενά του. Γράφει τόσο ωραία! Θα τον περιμένω. Αν ήταν καλά, σίγουρα θα ερχόταν. Φοβάμαι. Δουλεύει στο δικηγορικό γραφείο του μαζί με τα παιδιά του πια. Ξέρω πού. Δεν θέλω να πάω να ρωτήσω. Τρομάζω. Αύριο είναι Σάββατο. Το Σάββατο είναι η ημέρα του. Θα έρθει. Ίσως έρθει.»

Η καθημερινότητα εκτεθειμένη σε κοινή θέα. Γνωριμίες, συζητήσεις, αναλύσεις, φιλίες, αγάπες, τσακωμοί, ιδέες, δημιουργία, έμπνευση, αλληλεγγύη, απογοητεύσεις, χαρές. Όλα συμβαίνουν στην κοινή αυλή του Φραγκομαχαλά. «Οι Κυρίες της Αυλής» και οι Κύριοι θυμούνται τα περασμένα και οι νέοι, φτωχοί πλην τίμιοι, Πίπηδες ζωγράφοι, Νώντες οργανοπαίχτες, Νίτσες χορεύτριες, που μετακομίζουν στα φτηνά, άδεια κι εγκαταλελειμμένα πια, κτίρια φαντάσματα βιοτεχνικών και παραγωγικών μεγαλείων, συνθέτουν μέρος του παρόντος και δημιουργούν για το μέλλον.

Το «αρχοντικό» της Αυλής

Κρυφοκοίταξα για πολλοστή φορά από την πόρτα μέσα στο μαγαζί. Συνέλεξα μόνο σκισμένα αποκόμματα οπτικών αποτυπώσεων. Άλλο απεικόνιζε μερικά ράφια με μπουκάλια, άλλο γεμάτες σακούλες και βεντούζες τουαλέτας κρεμασμένες από το ταβάνι με σχοινιά, άλλο τη γωνία ενός παλιού ξύλινου γραφείου. Πώς να διακρίνω περισσότερα πίσω από τις επί θύρας αναρτήσεις της κας Πετροπούλου; Ένας χάρτινος φράχτης ηλεκτροφόρων λέξεων προφυλάσσει το εσωτερικό του αρχοντικού της από τις αδιάκριτες ματιές. Μετακινήθηκα δεξιότερα κι έκανα πως χάζευα τη βιτρίνα της. Από εκεί έβλεπα περισσότερα. Πολλές φορές είχα σταθεί μπροστά στο βαρύ, ξύλινο, μπαρόκ έπιπλο, που πίσω από το τζάμι της βιτρίνας σηκώνει το βάρος του «αλχημιστικού» εξοπλισμού. Σήμερα θα έμπαινα μέσα. Όσο κι αν είχα αναβάλει αυτήν την «επίσημη» συζήτηση, δεν μπορούσα να αργήσω άλλο. Με περίμενε. Κι ένιωθα σαν να με περίμενε καθισμένη στην αρχοντική της σάλα ή στο περίτεχνα διακοσμημένο σαλόνι της για ένα soirée ανάγνωσης. Ή στο δωμάτιο που φύλασσε τις μυστικές συνταγές κι έκανε τα ξόρκια της, εκείνα που μαγεύουν τους περαστικούς.

.
.

Ανοίγοντας σκόνταψα σε μια ψάθινη σκούπα. Αναμενόμενο, σκέφτηκα. Κάθε μάγισσα που σέβεται τον εαυτό της έχει και τη σκούπα της για να μετακινείται ιπτάμενη και να ανακατεύει τα καζάνια με τα φίλτρα της. Μέχρι να ισορροπήσω ξανά στα πόδια μου και στην πραγματικότητα, την τόσο απομακρυσμένη από τον τελευταίο αιώνα του Μεσαίωνα*, το βλέμμα μου είχε πέσει αριστερά, στα πινέλα πίσω από την πόρτα. Σαν να τα έχει εκεί τοποθετημένα για να ανακατεύει με αυτά τα μαγικά της χρώματα και ευθύς να ζωγραφίζει στον καμβά της που δίνει φωνή στον δρόμο της και έμπνευση στη μέρα μας. Δίπλα σε αυτά υπάρχουν φελλοί-πώματα μπουκαλιών και παραδίπλα, στα ράφια του αριστερού τοίχου, παρελαύνουν καμαρωτά τα ασορτί μπουκάλια, γυάλινα βάζα, αρμάδες γυάλινων τάπερ και από κάτω, χαμηλά στα χαρακώματα, παραφυλάνε φλιτζανάκια του καφέ, σερβίτσια, πιάτα. Η απέναντι στρατιά, που παρατάσσεται απ’ άκρη σ’ άκρη του δεξιού τοίχου, επανδρώνεται από γυάλινα βαζάκια διάφορων αναστημάτων με αστραφτερά μεταλλικά καπέλα-καπάκια, από δοχεία για αρώματα, γυάλινα μπουκάλια νερού, πλαστικά μπουκάλια, σφουγγαρίστρες, σκούπες, μανταλάκια, κρεμάστρες, φαράσια. Στο βάθος ένα μαύρο βελούδο σε χρυσό κάδρο σηματοδοτεί μια σκάλα που οδηγεί στο κρησφύγετο και αποθήκη προμηθειών του πάνω ορόφου.

.
.

Τελικά περίμενε καθισμένη στο ξύλινο γραφείο της, μπροστά από το ραδιόφωνο αντίκα που διακοσμούσε το παλιό ξύλινο σύνθετο και πίσω από τον εκτυπωτή της – από εκείνους τους τεράστιους, θορυβώδεις, υστεροαρχαΐκούς που εκτυπώνουν μόνο σε ειδικό χαρτί, διπλό, διάτρητο στο πλάι.

.
.

«Εγώ, εγώ, το ξεκίνησα το μαγαζί. Είχαμε -ο πατέρας μου δηλαδή είχε- εργοστάσιο που έβγαζε κάποια από τα αντικείμενα αυτά κι είπαμε να ανοίξουμε και μαγαζί κάτω για να πουλιούνται. Μόνη μου το λειτουργούσα. Είχα, βέβαια, τους γονείς μου, είχα τον σύντροφό μου. Άλλο που ήμουν μόνη εδώ. Ήμασταν ομάδα δουλειάς. Τους έχασα όλους κι έμεινα μόνη.»

Ψευτογέλασε και συνέχισε.

«Το μαγαζί όταν ξεκίνησε καμία σχέση δεν είχε με το σημερινό. Είχε σκούπες σίγουρα, δεν θυμάμαι τι άλλο. Δεν είχα γυαλιά. Μπήκαν μετά. Σιγά σιγά μπήκα και σε άλλα είδη. Μετά άνοιξα ακόμη ένα μαγαζί, στη Βεροίας. Έφτιαχνα εισαγωγές από Ιταλία εκεί. Αλλά τα τελευταία χρόνια, έχει μια δεκαετία, έκλεισαν και οι Ιταλοί. Τα εργοστάσια αυτά ήταν καταπληκτικά. Κλείσανε. Σκάλες, απλώστρες, σκαμπώ, δεν έχει μείνει τίποτα τώρα. Δυστυχώς, έχασα ανθρώπους, έμεινα μόνη και το έκλεισα.»

Χασμουρήθηκε, άκουσε τους στίχους του Ανδρέα Δημητρέλη από το ραδιόφωνο και συνέχισε.

«Όσα περάσαμε μαζί

χειμώνες, καλοκαίρια

είπαμε αντίο μια βραδιά

και χάθηκαν στ’ αστέρια»

«Κατά καιρούς κάνω αλλαγές στη διακόσμηση. Το πρωί είδα δύο σανίδες μεγάλες. Έχω στο νου μου να τις κάνω ράφια που να κρέμονται από πάνω με χοντρά σχοινιά. Δεν είναι τίποτα, θα το κάνω μόνη μου. Θα τα τρυπήσω, θα βάλω το σχοινί και θα τα κρεμάσω.

Στην πόρτα, εδώ και δέκα χρόνια, κρεμάω αυτά που μου αρέσουν. Τα αλλάζω όταν βρίσκω κάτι πιο φρέσκο. Τότε θα κατεβάσω αυτά, θα βάλω εκείνα. Τα παλιά τα κρατάω, γιατί μετά μπορεί να τα ξαναβάλω. Να, σε εκείνο το κάδρο, πίσω, έχει παλαιότερα κρατημένα. Αριστερά πάνω είναι το «Αλάτι της Γης». Το άλλο είναι ρώσικο. Όταν έπεσε ο κομμουνισμός, οι Ρώσοι ψάχνανε στα σκουπίδια να φάνε (χτυπά το στυλό στο γραφείο). Αυτό έδειχνε το έργο. Εμείς, μπορεί να είχαμε Χούντα κάποια χρόνια, αλλά τουλάχιστον δεν πεινάσαμε. Τώρα το ζούμε βέβαια.

Είχα πολλά από το Φεστιβάλ**. Όταν πήγαινα έβρισκα πάντα αφίσες, γιατί τις μοιράζανε δωρεάν. Έχει μια τριετία, παραπάνω ίσως, που αυτά σταμάτησαν. Η κάθε εταιρεία που έχει την ταινία βάζει μια αφίσα, την παίρνει και φεύγει. Δεν έβρισκα, λοιπόν, αφίσες κι άρχισα μετά να βάζω σελίδες από το «Πρώτο Πλάνο»***. Κάποτε έβγαινε κάθε μέρα κι είχε φοβερό περιεχόμενο. Τώρα είναι πολύ φτωχό συγκριτικά με τα παλιά. Τότε είχε άλλη πλάκα: με ρωτάγανε και τους έλεγα ποιο έργο να μη χάσουν, ποιο να πάνε να δουν».

.
.

«Πολύς κόσμος μπαίνει μέσα, μου δίνει και συγχαρητήρια. Κάποιοι τα ξέρουνε, κάποιοι δεν τα ξέρουνε, κάποιοι νομίζουν ότι τα αποσπάσματα είναι δικά μου. Σαν μωρό χαίρομαι που σταματούν και διαβάζουν! Ε, τι, να μη χαρώ; Δεν κοιτάν να αγοράσουν, καθηλώνονται εκεί. Τουλάχιστον έξι, εφτά άτομα μού έχουν ζητήσει φωτοτυπίες. Τραβάει κόσμο. Ήξερα ότι κάποιοι θα τα διαβάσουνε. Αυτό το «τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα» του Σουρή, αυτό, πραγματικά, ήθελα να το διαβάσει ο κόσμος. Ένας Σουρής, τότε, δες τι έγραφε! (χτυπάει το χέρι στο γραφείο.) Άρα και τώρα δεν άλλαξε η κατάσταση σε τίποτε. Γαϊδάρους και τότε, γαϊδάρους και σήμερα βγάζει η Ελλάδα. Μου αρέσει αυτό που διαβάζω να το διαβάζει και κάποιος άλλος. Όλα έχουν το περιεχόμενό τους. Όποιος τα καταλαβαίνει τα υιοθετεί. Όποιος δεν καταλαβαίνει δεν χάθηκε κι ο κόσμος. Είναι δικές μου ανησυχίες.»

-Σκεφτήκατε ποτέ να αλλάξετε γειτονιά;

– Όχι!

Η Αυλή

Λαδάδικα-Λουδία
Λαδάδικα-Λουδία

«Το μαγαζί ξεκίνησε το 1973. Τότε χτίστηκε και η οικοδομή αυτή. Είναι το νούμερο 10. Το 8 ήτανε χτισμένο, αλλά ολόκληρη η σειρά, όχι, δεν ήτανε χτισμένη. Ήτανε λιγάκι πρωτόγονα η κατάσταση εδώ. Ήτανε ακόμα ο δρόμος κάτω με αυτό το τούρκικο πλακάκι, όπως είναι τώρα στα Κάτω Λαδάδικα. Ήτανε ακόμη τα κάρα που έφτιαχναν μεταφορές. Πολύ γρήγορα, όμως, καλυτέρεψε η κατάσταση. Έβγαλαν το τούρκικο, έριξαν τσιμέντο. Χτίζονταν συνέχεια κτίρια. Η οικοδομή η γωνιακιά, εδώ απέναντι αριστερά που είναι η «Τράπεζα Αττικής», μετά έγινε κι αυτή, δεν υπήρχε. Το γκαράζ και το «City» απέναντι, το «Μέγαρο Μιχαηλίδη», ήτανε όλα καπνομάγαζα. Το διπλανό κτίριο, η «Στοά Καραπαναγιώτη», ήταν δύο καταστήματα, ένα του «Πασσιά» τα αλλαντικά κι ένα του «Καπετάνιου» οι χαλβάδες. Έχει αρκετά χρόνια που τους βγάλανε. Το κτίριο ανήκει στον Ερυθρό Σταυρό, θα το αξιοποιούσε, δεν ξέρω τι έκανε μέχρι στιγμής.

Εδώ ήτανε το χονδρεμπόριο. Δεν είχε καταστήματα λιανικής, δηλαδή. Εδώ υπήρχανε ό,τι μπορείς να φανταστείς από προϊόντα! Ο κόσμος που επισκεπτόταν το μαγαζί και όλη την περιοχή ήταν μαγαζιά της επαρχίας. Κατεβαίνανε εδώ, ψωνίζανε χονδρικά και πηγαίνανε στα χωριά τους, στις επαρχίες, και πουλούσανε αυτά που αγοράζανε από εμάς. Όχι όπως τώρα, που θα έρθει, για παράδειγμα, το Πανεπιστήμιο να πάρει 200 βαζάκια και θα κάνεις μια καλύτερη τιμή λόγω ποσότητας. Στη Νάουσα, στις Σέρρες, δεν υπήρχε αυτή η οργανωμένη χονδρική αγορά. Τώρα δεν υπάρχει ούτε εδώ. Όχι τώρα, από πολύ καιρό. Από τότε που ήρθανε τα πολυεθνικά, τέρμα το χονδρεμπόριο.

Μετά, υπήρχανε, τι να πω, χιλιάδες βιοτεχνίες! Από τις 5 το πρωί ήταν οι βιοτεχνίες ανοιχτές. Λαοθάλασσα. Όταν σταματούσανε οι μηχανές, καλό μου, 500 γυναίκες ήταν στον δρόμο. Τώρα άντε να βρεις σε κάνα στενό μαθήματα μοδιστρικής με δυο τρεις γυναίκες μέσα. Η Καθολικών έχει νεκρώσει. Λοιπόν, αυτοί οι βιοτεχνικοί χώροι είναι γεμάτοι από κατοικίες τώρα. Έδιωξαν τις βιοτεχνίες, τους έδωσαν λεφτά να πάνε έξω, κι αυτά εκκενώθηκαν όλα. Ένα παιδί, γνωστό, που έρχεται και ψωνίζει, μέσα σε 100 τ.μ. έχει το γραφείο, έχει και το σπίτι του.

Έχει αλλάξει η περιοχή. Έχει δικηγορικά γραφεία, αρχιτεκτονικά, γκαλερί, είδη τέχνης, εναλλακτικές σκηνές, στούντιο ηχογράφησης. Έχει μπαράκια, καφέ, εστιατόρια, φούρνους, μπουγάτσα, ζαχαροπλαστείο. Ταβέρνες δεν είχαμε καθόλου. Αριστερά, πηγαίνοντας για Φράγκων, είχε ανοίξει ένα φαγάδικο. Πραγματικά ήταν ωραίο. Αχ, πώς το λέγανε; Ίσως «Αμάλθεια». Μετά άνοιξε ο «Λάμπρος». »

.
.
.
.

«Και ο «Βαλαωρίτης τα Λιονταράκια, ο Αλέξης; Το τελευταίο το πρόλαβα κι εγώ. Είναι και το μπουγατσατζίδικο Νέον..» στην Καθολικών; Τα τελευταία τα πρόλαβα κι εγώ. Είναι και το μπουγατσατζίδικο «Νέον» από το 1970. Τα παιδιά της οικογένειας Ουφουτάκη, που κατέχει τα μυστικά της μπουγάτσας, μου είχαν πει ότι υπήρχαν και πλανόδιοι ψήστες. Έψηναν και πουλούσαν σουβλάκια στον δρόμο, μαύρα, γιατί δεν υπήρχε κάτι άλλο. Από αυτά έμαθα ότι εδώ κυκλοφορούσαν και γύφτοι με αρκούδες που τις βάραγαν το ντέφι.» συμπλήρωσα διακόπτοντας για λίγο την αφήγηση. Όπως διέκοψαν και οι διαφημίσεις για το Κτηματολόγιο τις μουσικές του Δεύτερου Προγράμματος, που ήταν το μουσικό χαλί της συζήτησής μας. Σύντομο πολύ το διαφημιστικό διάλειμμα, σύντομη πολύ και η δική μου παρέμβαση.

Λαδάδικα-Κατούνη
Λαδάδικα-Κατούνη

«Πηγαίναμε και στα Λαδάδικα το μεσημέρι για φαγητό» συνέχισε η κα Σημέλα. « Όταν ξεκίνησαν, τη δεκαετία του ’80, κάπου μια δεκαετία μετά τη μεταπολίτευση, όταν μπήκαμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ήταν η ωραιότερη διασκέδαση. Νομίζω τότε δημιουργήθηκαν. Ναι, γιατί τότε η Μελίνα ήταν που τα θεώρησε διατηρητέα, ώστε να μην γκρεμιστούν και να μη χτιστούνε. Είχαν μπουζούκια, ελληνικά τραγούδια. Ούτε σπασίματα, ούτε τίποτα. Για ένα, δύο, τρία χρόνια και βράδυ που έβγαινες έβλεπες ότι ήταν καλός ο κόσμος. Ε, μετά άρχισαν τα ναρκωτικά, οι αλητείες, τα μεθύσια. Γίναμε όπως στο Σόχο. Ένα πράγμα αλαλούμ! Είχαμε πάει ταξίδι εκεί και μας έκανε φοβερή εντύπωση. Διότι μπορεί να έβλεπες να περνούσε κάποιος «πρίγκιπας», τέλεια ντυμένος, και δίπλα να έβλεπες έναν ρακένδυτο ή να έβλεπες ξεκάθαρα άλλους (χαμηλώνει ντροπαλά τη φωνή) να πηδιούνται. Είχαμε σοκαριστεί. Μετέπειτα, λοιπόν, τα βλέπαμε και σ’ εμάς.

Το 1985 με το ν.1577 η περιοχή των λαδάδικων κηρύχθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού ιστορικός τόπος, διατηρητέο μνημείο, και απαγορεύτηκε η ανέγερση πολυώροφων κτιρίων.

Εν πάση περιπτώσει, είναι πιο πολιτισμένη η περιοχή τώρα. Πρώτα έβλεπες τεράστια τριαξονικά, φορτώνανε ρούχα. Έβλεπες κάρα. Έβλεπες φορτοταξί. Τώρα, μπορώ να πω, αναβαθμίστηκε η γειτονιά από αισθητικής πλευράς. Όμως, από αυτό που έκανε ο Μπουτάρης****, που έβαλε στη μέση των δρόμων κολωνάκια κι εξαφάνισε το πάρκινγκ των ΙΧ, έχασε η αγορά. Ο Έλληνας έμαθε να κινείται πολύ με το αυτοκίνητο. Τώρα εδώ δεν μπορεί να σταματήσει κανείς. Να, είδες το παιδί πριν; Δεν είχε να παρκάρει για να κάνει τη δουλειά του, με φώναξε και του πήγα εγώ αυτά που ήθελε. Έχει γίνει σε πολλά μέρη. »

Δεν σας βοήθησε η πρόσφατη ανάπλαση που έγινε στην περιοχή; ρώτησα, δεδομένου ότι ήταν από τις μεγαλύτερες αναπλάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη.

Το 2014 ξεκίνησε η ανάπλαση της περιοχής και εγκαινιάστηκε το 2016. Η ανάπλαση περιλάμβανε νέες κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, διεύρυνση πεζοδρομίων, πεζοδρομήσεις, βιοκλιματικές επεμβάσεις με επικάλυψη δαπέδων με ψυχρά υλικά, συντριβάνια, νεροκουρτίνες, ανεμιστήρες κ.α.

« Όχι» απάντησε κατηγορηματικά και γρήγορα. «Τα μπαράκια ουσιαστικά βοήθησε.»

-Δεν ενίσχυσε τον τουρισμό;

Οι τουρίστες, οι πελάτες και οι άνθρωποι της Αυλής

«Έρχονται και τουρίστες. Εμείς όταν πηγαίναμε ταξίδια στην Ευρώπη ή στα κομμουνιστικά τα κράτη δεν σκεφτόμασταν ότι ήμασταν «τονωτική ένεση» , ότι βοηθούσαμε. Θέλαμε να πάμε στο Λονδίνο, πηγαίναμε στο Λονδίνο. Όποιος στον κόσμο ψάξει έναν τόπο να περάσει καλά – δεν είναι εγωιστικό αυτό που λέω – θα τον βρει στην Ελλάδα. Έχω γυρίσει αρκετά μέρη, παρακολουθώ και ντοκιμαντέρ. Πουθενά τόσα χιλιόμετρα τέλεια θάλασσα! Έβλεπα στην Καραϊβική, λάσπη ήταν η άμμος και βούρκος μπροστά. Ε, τέτοια θάλασσα συναντάς κατά καιρούς στην Περαία. Αλλά είναι προπαγάνδα. Αν σου πω! Μια φορά είχαν έρθει από το Εκουαδόρ δύο νεαρά κορίτσια. Κάτι μπουκάλια πήρανε. Εμείς παίρνουμε μπανάνες από αυτούς. Μου είχε κάνει εντύπωση. Καλά, Ρώσοι, τα πρώτα χρόνια ερχότανε πάρα πολλοί ∙ τα πρώτα χρόνια της αλλαγής, που έπεσε ο κομμουνισμός και τους αφήσανε ελεύθερους κι αυτούς.

Είχαμε εδώ ένα μπακάλικο, το επόμενο μαγαζί, κι ήταν ο κυρ-Παντελής, καλή του ώρα. Λοιπόν, κουβαλούσα εγώ πράγματα σ΄εμένανε, κουβαλούσε κι αυτός στο μαγαζί του. Εγώ ήμουν ΚΚΕ, αυτός δεξιός. Ναι, ξες, τι πλάκα είχαμε!

«Δεν μου λες, κυρ-Παντελή, εσύ είσαι δεξιός κι εγώ είμαι ΚΚΕ. Τι διαφορά κάνει; Κι εσύ κουβαλάς κι εγώ κουβαλάω. Τι μαλώνουμε;» του λέω. «Δίκιο έχεις» μου λέει. Ήταν ωραίος τύπος!»

Είχαμε τέτοια. Είχαμε αυτό το ανθρώπινο, το συναισθηματικό μεταξύ μας. Δεν βλέπαμε μόνο το χρήμα. Βοηθούσε ο ένας τον άλλον ∙ έπαιρνε κάποιος από εμένα, έπαιρνα εγώ από αυτόν. Είχαμε συνεργασία. Άλλος σεβασμός υπήρχε τότε. Στο πρόσωπο. Στο μαγαζί. Χωρίς να υποστηρίζω ότι οι παλιοί ήμασταν τέλειοι.

Ο παλιός πελάτης, ας πούμε, ήταν πιο άξεστος. Σήμερα οι νέοι που έρχονται έχουν το περιεχόμενό τους, θα κάνουν κουβέντα, δεν θα κάνουν παζάρια. Ήταν ένας μεγάλος έμπορος στο στενό που έλεγε: «Αυτό πόσο κάνει, 1 ευρώ; Θα το δώσω 1,5 με μία οδοντόβουρτσα δώρο.» Κι εσύ σκεφτόσουν «πήρα και το δώρο μου». Δεν καταλάβαινες ότι το πλήρωνες. Έτσι είναι το μυαλό των ανθρώπων. Τα νέα παιδιά, όμως, τα βλέπω πιο ισορροπημένα. Και ως προς τη φιγούρα.

Εκείνα τα χρόνια, ερχόταν ένας κι έφερνε την BMW του, να κάνει φιγούρα, να με ρίξει – να το πω έτσι λαϊκότατα. Γνωστός, συνεργαζόμασταν. «Βλέπεις τι είναι αυτό;» με ρωτούσε. «Τι να δω; BMW μου έφερες; Αντιπαθέστατο το όχημα αυτό.» Μ’ ενοχλούσε αφάνταστα. Να μπαίνει ένας κι επειδή σε έβλεπε γυναίκα με επάγγελμα να στα ρίχνει. Αλλά πάντα απαντούσα. Μερικούς τους έφτιαχνα και μια ανάλυση και το καταλαβαίνανε. Τότε αν ήσουν γυναίκα με επάγγελμα, ήσουν εύκολη.

Τους ενοχλούσα κι επειδή έβαζα μουσική στο μαγαζί. Ίσως από τα 50-100 καταστήματα εκείνα τα χρόνια να ήμουν το μόνο με μουσική. Έπαιρνα το ραδιοφωνάκι μου μαζί. Ένα μικρό είχα τότε. Δεν ήταν δυνατά. Κανείς δεν το δεχόταν όμως. Το πιστεύεις; Ούτε καταστηματάρχες, ούτε πελάτες. Τι; Μαγαζί με μουσική; Αλλά εγώ δεν μπορώ να ζήσω χωρίς μουσική.

Τώρα ήρθε η νέα γενιά. Εγώ είμαι στη μέση. Υπήρξανε η προηγούμενη γενιά, δηλαδή 90 χρονών, εγώ και τώρα είναι οι μικρότεροι με άλλη νοοτροπία. Η δική μου γενιά έχουν φύγει. Ή το κλείσανε, πήραν σύνταξη και είναι σπίτια τους, ή (αλλάζει η φωνή) πέθαναν. Λίγους τους διαδέχθηκαν τα παιδιά τους. Άλλα μορφώθηκαν, άλλα ήθελαν άλλο επάγγελμα. Βλέπεις, το χονδρεμπόριο έπιασε από το ’50 ως το ’80. Μετά, όμως, οι γενιές είχαν άλλα ενδιαφέροντα. Τότε ήταν πολύ να μορφώνεσαι. Να πηγαίνεις Πανεπιστήμιο.»

-Εσείς σπουδάσατε;

Η κα Σημέλα και η Χούντα

«Εγώ έπεσα επί Χούντας και δεν μου έδιναν κοινωνικών φρονημάτων. Το ήθελα, αλλά δεν πειράζει, άσε τους να χαίρονται. Είχα τον πατέρα μου, νεαρός πολύ, ο οποίος ήταν άνθρωπος του βουνού και τον κυνηγούσανε φοβερά. Εγώ δεν περίμενα να κάνουν φάκελο κι εμένα. Δεν είχα ιδιαίτερη ανάμειξη. Με κάλεσαν, όμως, στην Ασφάλεια και μου είπαν ”Μην ονειρεύεσαι Πανεπιστήμιο”.

Δεν ήμουν γραμμένη πουθενά. Ούτε κι ο πατέρας μου ήταν. Ευτυχώς, ήμουν μαθημένη και τους ρώτησα: «Γιατί έχω φάκελο εγώ;»(με κοκοράκι στη φωνή) «Πήγατε σ’ ένα συλλαλητήριο για την Κύπρο» μου απάντησανΚαι μου βγάζουν ένα μεγαλύτερο φάκελο του πατέρα μου κι ένα μικρότερο δικό μου.

«Μα, η Κύπρος είναι ελληνική, δεν μας λέτε;» Έτσι ακριβώς τον απήντησα και μετά από χρόνια θαυμαζόμουνα μόνη μου που τόλμησα και μίλησα».

Ναι, αλλά ποιος έκανε το συλλαλητήριο;

«Το ΚΚΕ. Οι κομμουνιστές. Και τι με ένοιαζε εμένα; Εγώ για την Κύπρο πήγα!

Τότε σχολή αστυνομίας μπορεί να μην υπήρχε, αλλά διδάσκονταν να κυνηγούν κομμουνιστές. Τίποτα άλλο δεν ήξεραν.

Μαθήτρια ήμουν. Μάλιστα, είχαμε πάρει και άδεια από τον καθηγητή την τελευταία ώρα. Δεν ήξερε κι εκείνος ότι η πορεία ήταν του ΚΚΕ και μας άφησε, όλη την τάξη. Δεν κάναμε κοπάνα. Αλλά αυτός ξέρω ποιος ήταν, δούλευε στη γερμανική πρεσβεία. Πουλημένο τομάρι. Παρακολουθούσε τον πατέρα μου, φαίνεται μετά ήρθε η σειρά μου. Μετέπειτα ήρθε και στο σπίτι και ρωτούσε διάφορα. Βλάκας ήμουν, έπρεπε να τον διώξω. Αλλά ήταν Χούντα και φοβήθηκα. Ήταν οικογενειακός χαφιές, όπως λέμε οικογενειακός γιατρός.»

Η κα Σημέλα γέλασε συρτά.Μόνο που αυτά τα γέλια που συνόδευσαν κάθε αναφορά σε δυσάρεστα γεγονότα της ζωής της δεν ήταν ήχοι χαράς. Ηχούσαν στα αυτιά μου σαν ήχοι επιλόγου. Με αυτά έδινε ένα τέλος στις στενόχωρες σκέψεις και στις περαιτέρω ερωτήσεις.

«Συναισθηματικά, αν αφήσεις τον εαυτό σου, χτυπιέσαι, φωνάζεις, χάνεσαι. Έρχεται, όμως, η λογική, τακ, και λέει τι θα γίνει» μου είχε πει χτυπώντας πάλι το χέρι στο γραφείο. Ήταν ήχοι καλέσματος της λογικής λοιπόν. Τα δε χασμουρητά κεκαλυμμένος αναστεναγμός. Λίγο απέχουν μεταξύ τους αυτά. Αναστεναγμός για τις πρώιμες απώλειες: των σπουδών, των αγαπημένων ανθρώπων, του έρωτα, της οικογένειας. «Μου αλλάξανε λίγο την πορεία, αλλά, όχι, είμαι δυνατή. Αυτό ή το ‘χεις ή δεν το ’χεις.»

Έκτοτε περνώ συχνά από το μαγαζί στη Λέοντος Σοφού, στα αριστερά, στο νούμερο 10, για να δω αν η κα Σημέλα παραμένει δυνατή (ωραία, το ομολογώ, και για να μου πει ποιες ταινίες να δω). Την τελευταία φορά που πέρασα στην πόρτα της διάβασα το παρακάτω «Δύο χρόνια αργότερα οι συνταγματάρχες πήραν την εξουσία και ο ελληνικός λαός πέρασε εφτά χρόνια στην κόλαση»***** και επιβεβαίωσα ότι η κα Σημέλα εξακολουθεί να κάνει μαγικά με τις τέχνες «της» για να γιατρεύονται πληγές.

.

Η πρώτη γνωστή εικόνα της κακιάς μάγισσας που πετάει πάνω σε σκουπόξυλο βρίσκεται στο περιθώριο μιας σελίδας ενός βιβλίου του 15ου αιώνα. Το βιβλίο γράφτηκε το 1451 από τον Martin Le Franc με τον τίτλο Le Champion des Dames (Ο υπερασπιστής των δεσποινίδων), σε εικονογράφηση Peronet Lamy.Ο Μεσαίωνας είναι η χρονική περίοδος της ευρωπαϊκής ιστορίας από τον 5ο μέχρι το 15ο αιώνα μ.Χ. .

** Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης & Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

*** Το Περιοδικό & Blog του Φεστιβάλ Κινηματογράφου & Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

**** Υπήρξε ο 60ός δήμαρχος Θεσσαλονίκης από την ίδρυση της δημαρχίας της πόλης, κερδίζοντας δύο συνεχόμενες δημοτικές εκλογές: πρώτη θητεία 2011-2014 , δεύτερη θητεία 2014-2019 .

*****Χάρολντ Πίντερ: Άγγλος συγγραφέας θεατρικών έργων και θεατρικός σκηνοθέτης. Έγραψε έργα για θέατρο, ραδιόφωνο, τηλεόραση και ταινίες. Το 2005 κέρδισε το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας καθώς και το Βραβείο Φραντς Κάφκα.

Για περισσότερες πληροφορίες για τον Φραγκομαχαλά:https://parallaximag.gr/thessaloniki/fragkomachalas-o-palios-ikonomikos-o

https://parallaximag.gr/thessaloniki/i-architektoniki-istoria-tou-fragkoma

https://www.mixanitouxronou.gr/i-lismonimeni-alosi-tis-thessalonikis-apo-ton-pirati-leonta-ton-tripoliti-pou-allaxopistise-ke-egine-navarchos-ton-sarakinon-ena-spanio-evrima-sta-thalassia-tichi-martira-tin-ematiri-poliorkia-tou/

http://thess.gr/blog/3002

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%B4%CF%8C%CF%82_%CE%92%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%84%CE%BF%CF%85_(%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7)

https://www.hasd.gr/innet/UsersFiles/admin/documents/Diabitologika/2018_3/139-147_GERASIMI

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek