του Γ. Καραμπελιά, από το Άρδην τ. 75, Μάιος-Ιούνιος 2009

Όμως, η επιμονή στο παιδευτικό έργο των «διαφωτιστών», δεν πρέπει να κρύβει από τον ορίζοντά μας το γεγονός πως, καθ’ όλη την ιστορική περίοδο που εξετάζουμε, κοινή ήταν η δίψα όλων των ελληνικών κοινωνικών ομάδων για παιδεία. Ο Κοσμάς Αιτωλός υπήρξε ο μεγαλύτερος ιδρυτής νέων σχολείων στην ιστορία μας, ο Αθανάσιος Πάριος ήταν ένας ακάματος δάσκαλος και σχολάρχης, μέχρι το 1811, του μεγαλυτέρου εκπαιδευτικού ιδρύματος του νέου ελληνισμού, της Χίου, ενώ η Εκκλησία διατήρησε ως το τέλος τον εθναρχικό ρόλο της στα εκπαιδευτικά ζητήματα· παράλληλα, υποχρεωτική ήταν η συνύπαρξη και η συνταύτιση των Ελλήνων έναντι της τουρκοκρατίας. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα, ως προς τη διαμόρφωση της ιδεολογίας του νεώτερου, προεπαναστατικού, ελληνισμού, ήταν μία σύνθεση μεταξύ αρχαίας ελληνικής γραμματείας, δυτικού διαφωτισμού και ορθόδοξης-βυζαντι­νής παράδοσης. Εν τούτοις αυτή η σύνθεση, εξ αιτίας του ανολοκλήρωτου και διάσπαρτου χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, πραγματοποιείται μάλλον ως εκλεκτισμός και ως ταυτόχρονη επιλογή διαφορετικών στοιχείων, από τις τρεις αυτές παραδόσεις, και όχι ως δημιουργία ενός νέου συνθετικού προτάγματος.

Αυτή την ιδιαιτερότητα αδυνατούν να κατανοήσουν οι σύγχρονοι Έλληνες και ξένοι ιστορικοί της «διαφωτιστικής» παράδοσης. Χαρακτηριστικά, ο κατά τα άλλα αξιόλογος νεοελληνιστής Richard Clogg, αναφερόμενος στον σημαντικό λόγιο του 18ου αι. Νικόλαο Ζερζούλη, διερωτάται:

Μια πιο διφορούμενη περίπτωση, η οποία αποδίδει με ενάργεια τον βαθμό στον οποίο παραδοσιακές και σύγχρονες μορφές σκέψης θα μπορούσαν να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο, είναι εκείνη ενός Βλάχου από το Μέτσοβο, του Νικόλαου Ζερζούλη (Νικολάε Σερσέλ). Ο Ζερζούλης σπούδασε για εφτά χρόνια στη Δυτική Ευρώπη, και απέκτησε μια γερή γνώση της λατινικής, της γαλλικής και της ιταλικής γλώσσας. Αφού διηύθυνε την Αθωνιάδα Σχολή στο Άγιον Όρος για ένα διάστημα ως διάδοχος του Ευγένιου Βούλγαρη, μετακινήθηκε στη Μολδαβία για να αναλάβει τη διεύθυνση της πριγκηπικής Ακαδημίας μέχρι τον θάνατό του το 1772. Δεν θεωρούσε καθόλου αντιφατικό το να μεταφράζει έργα του Κρίστιαν Βολφ για την αριθμητική, τη γεωγραφία και την τριγωνομετρία, για την πειραματική φυσική του οπαδού του Νεύτωνα Πήτερ Βαν Μούσενμπροκ, ακόμα και ένα μέρος των Βάσεων του Νεύτωνα, και ταυτόχρονα να συνθέσει το 1767 το: Ἑρ­μη­νεί­α πε­ρί ἀ­να­στά­σε­ως Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, σύν­το­μος εἰς τοὺς χρη­σμοὺς Λέ­ον­τος τοῦ Σο­φοῦ1.

Είναι ολοφάνερη η αδυναμία του Άγγλου νεοελληνιστή να κατανοήσει τον «εκλεκτισμό» και τις «αντιφάσεις» του Ζερζούλη, που από τη μία πλευρά μετέφραζε κείμενα διαφωτιστών και από την άλλη εξέδιδε τους «Χρησμούς» του Λέοντα του Σοφού και του Στεφάνου Αλεξανδρείας για την ανάσταση του γένους, σύμφωνα με τους οποίους η Κωνσταντινούπολη επέπρωτο να απελευθερωθεί το 1774 από τους Ρώσους –και μάλιστα, τα κυκλοφορούσε ανώνυμα, όπως τονίζει ο Καισάριος Δαπόντες, για τον φόβο των Τούρκων–, καθώς και μια Σύντομον έκθεσιν περί εκκλησιαστικής ομιλίας2.
Τα χειρότερα, όμως, στα χέρια των «φωταδιστών» ιστορικών, θα τα υποστεί ο ίδιος ο Ρήγας Φεραίος, εξ αιτίας της έκδοσης των Χρησμών του Αγαθάγγελου. Κατ’ αρχάς, αυτή η έκδοση αγνοείται από τη συντριπτική πλειοψηφία τους, ή στην καλύτερη περίπτωση υποβαθμίζεται. Ποια όμως τύχη τον περιμένει στα χέρια εκείνων που αναγνωρίζουν το γεγονός;

Γράφει ο Π. Κιτρομηλίδης:

Επιπλέον, φαίνεται ότι ο Ρήγας προσπάθησε να μεταδώσει το μήνυμά του, εκδίδοντας, προφανώς κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης του εκδοτικού του προγράμματος το 1790, τις προφητείες του Αγαθάγγελου, που προέβλεπαν την επερχόμενη ανάσταση του γέ­νους. Αρχικά συνταγμένες από τον Θεόκλητο ΙΙολυείδη γύρω στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα, όπως είδαμε, οι προφητείες αυτές αποτελούσαν δημοφιλές ανάγνωσμα που κυκλοφορούσε πλα­τιά σε χειρόγραφα αντίγραφα. [ ]
Δημοσιεύοντας τις προφητείες τον ίδιο χρόνο που δημοσίευσε το Φυσικής Απάνθισμα και το Σχολείον των ντελικάτων ερα­στών, ο Ρήγας προφανώς δεν υπαναχωρούσε σε κάποιο είδος πα­ραδοσιακής χιλιαστικής ιδεολογίας. Αντίθετα, η έκδοση του Αγαθαγγέλου… α­ποτελούσε ένδειξη της επίγνωσης που διέθετε, ότι οι πολιτικές ε­πιδιώξεις του επαναστατικού Διαφωτισμού μπορούσαν να έχουν απήχηση και να κινητοποιήσουν μόνo τις κοινωνικά και ιδεολογι­κά προηγμένες ομάδες που… μπορούσαν να δώσουν ηγέτες και να οραματιστούν στόχους, αλλά μόνες τους δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την επιτυχία μιας επαναστατικής εξέγερσης. Από την επίγνωση αυτής της πραγματικότητας πήγαζε η επιθυμία του Ρήγα να απευθυνθεί στις πλατύτερες μάζες του πληθυσμού, μιλώντας τους στη δική τους συμβολική γλώσσα, έτσι ώστε να μπορέσει να ανακινήσει τους πόθους που ξεπηδούσαν από τα βάθη της συλλογικής τους μνήμης και της εμπειρίας τους3.

Έτσι, η έκδοση του Αγαθαγγέλου, όπως και της προσωπογραφίας του Αλεξάνδρου, προσγράφεται σε μια απόπειρα «κινητοποίησης» των λαϊκών στρωμάτων από μέρους της «επαναστατικής διανόησης», σύμφωνα με το γνωστό σχήμα της σχέσης «πρωτοπορίας-μαζών». Πιθανώς. Ωστόσο, όπως έχουμε δει και στον Θούριο και στη Νέα Πολιτική Διοίκησι, η άποψη του Ρήγα υπήρξε μια συνθετική άποψη που επιχειρούσε να συνδυάσει, ή μάλλον να υπερβεί, την αντίθεση Ανατολής-Δύσης, λόγιων και λαϊκών δυνάμεων σε μια πρωτότυπη κατεύθυνση. Κατά συνέπεια, η έκδοση των Χρησμών εντάσσεται στη συνολική του αντίληψη και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι πίστευε ο ίδιος για το περιεχόμενό τους. Το πιθανότερο είναι μάλλον το αντίστροφο! Ο Ρήγας, ως επαναστάτης διανοούμενος της εποχής του, και όχι ως ιστορικός των ιδεών, που διακόσια χρόνια αργότερα προσπαθεί να ερμηνεύσει την «αντικειμενική» λειτουργία απόψεων και ιδεών, «πίστευε» ο ίδιος στους χρησμούς για τα πεπρωμένα του γένους.

Μάλιστα, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας πως εξέχοντες διαφωτιστές, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρις υποστήριζαν την ύπαρξη των θαυμάτων4, ενώ ακόμα και ο Κοραής, στην «Αδελφική Διδασκαλία», θα υποστηρίζει την καταγωγή των Αγαρηνών (Τούρκων) από την Άγαρ της Παλαιάς Διαθήκης5. Οι επαναστατικές πρωτοπορίες «πιστεύουν» πάντοτε στον ίδιο τον επαναστατικό τους μύθο, διότι διαφορετικά δεν μπορούν «να ενωθούν με τις μάζες». Η αντίληψη της «πρωτοπορίας» ως μιας δύναμης που «εξαπατά» ή «χρησιμοποιεί» τις μάζες είναι έκφραση, πάντα, μιας a posteriori και livresque ερμηνείας των επαναστατικών δεδομένων, συνήθως μετά την πτώση του επαναστατικού πυρετού και την εμφάνιση της αναπόφευκτης «Θερμιδώρ». Το κλίμα της εποχής και η προσπάθεια συνδυασμού και αναχώνευσης, σε ένα νέο πρωτότυπο σχήμα, πολλαπλών παραδόσεων αποδεικνύονται ισχυρότερα από κάθε προσπάθεια ενός εκ των υστέρων εξορθολογισμού από μια χρησιμοθηρική φιλοσοφία της ιστορίας.
Και όμως, η νεώτερη «φωταδιστική» ιδεολογία, στην επιθυμία της να αποσιωπήσει ή να υποβαθμίσει αυτή την «βυζαντινή» διάσταση του Ρήγα, φτάνει ακόμα πιο μακριά: Έτσι, ο Κρις Γουντχάουζ, που, εκτός από υπαρχηγός της βρετανικής αποστολής στην Ελλάδα κατά τον πόλεμο, θεωρείται και ένας εξέχων Άγγλος νεοελληνιστής, στη βιογραφία του Ρήγα, υποστηρίζει πως «Η έκδοση των Προφητειών παραμένει αναπόφευκτα μια μορφή ανωμαλίας στη λόγια παραγωγή του» και «ίσως η πιο σωστή εξήγηση να είναι και η πιο απλή, ότι δηλαδή την εκπόνησε για καθαρά εμπορικούς λόγους, για να αποκομίσει κέρδη από ένα ενδεχόμενο μπεστ σέλλερ». Και η αφοπλιστική κατακλείδα: «Σε τελική ανάλυση, ο Ρήγας ήταν πάντα ένας επιχειρηματίας»!!! Έτσι, με το πρακτικό αγγλικό πνεύμα, που συνιστά την επιτομή του εργαλειακού Διαφωτισμού, λύθηκε το «μυστήριο» της έκδοσης του Αγαθαγγέλου – παρεμπιπτόντως και το συναφές του Ρήγα, ως «επιχειρηματία»!6

Παράδοση και «μετακένωση»

Εν κατακλείδι, οι κοινωνικές συγκρούσεις και οι συνακόλουθες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις της Σμύρνης, της κατ’ εξοχήν μεταπρατικής πόλης του αναγεννώμενου ελληνικού κόσμου, και κέντρου της ελληνικής εκπαιδευτικής κίνησης, μαζί με τη Χίο και τις Κυδωνίες, στα πρώτα είκοσι χρόνια του 19ου αιώνα, αναπαριστούν και αντανακλούν με τη μεγαλύτερη δυνατή ενάργεια τόσο την ισχύ του ελληνισμού όσο και την αδυναμία αυτής της τόσο αναζητούμενης σύνθεσης, προϋπόθεσης για μια αυτόνομη ελληνική αναγέννηση.

Καταδεικνύουν τις εγγενείς αδυναμίες ενός αναγεννησιακού εγχειρήματος που στηριζόταν σε δύο σκέλη όχι απλώς άνισα αλλά και αδύνατο να συντονιστούν. Από τη μία πλευρά η παράδοση και από την άλλη η «μετακένωσις».

Η παράδοση δεν μπορούσε, στις συνθήκες της δουλείας και της ανακοπής της ομαλής εξέλιξης του ελληνισμού, που σημειώνεται στην υστεροβυζαντινή περίοδο, να προβάλει ένα σύγχρονο πρόταγμα. περιοριζόταν –και ήταν ήδη ένα τιτάνιο έργο– στη διάσωση του ήθους και της ταυτότητας του ελληνισμού. Είναι το υπόδειγμα των νεομαρτύρων. Η παράδοση θα συντηρεί το γένος και θα του επιτρέψει να αντέξει τη μακραίωνη σκλαβιά και τις αναρίθμητες περιπέτειες των αιώνων της παρακμής και της δοκιμασίας –από τον 13ο έως τον 18ο αιώνα­– θα προσφέρει ένα πρότυπο βίου, ιδιαίτερα στα λαϊκά στρώματα, χωρίς όμως να μπορεί να του προσφέρει την πυξίδα, το πρόταγμα, για τον καινούργιο κόσμο που ανέτελλε. Η τελευταία μεγάλη απόπειρα αυτομεταρρύθμισης, εκείνη του Κύριλλου Λούκαρι, θα συντριβεί ανάμεσα στο μίσος των Ιησουϊτών, τον προσεταιρισμό των Προτεσταντών και το ξίφος των Οθωμανών.

Και από την άλλη πλευρά η μετακένωσις. Ο νέος κόσμος είχε στρέψει αποφασιστικά τη μαγνητική του βελόνη προς τη Δύση. Από εκεί έρχονταν τα νέα εμπορεύματα και οι νέες ιδέες. Εκεί κυοφορούνταν οι μεγάλες αλλαγές. Ο Χέγκελ είδε το Weltgeist (το «παγκόσμιο πνεύμα») να διασχίζει με τις στρατιές του Ναπολέοντα τους δρόμους της Ιένας. Από εκεί έπρεπε να γίνει η αναγκαία «μετακένωσις», από την «πεπολισμένη» Δύση. Εν τούτοις, οι Έλληνες βρίσκονται σε μια διττή σχέση με τη Δύση, ανάλογη με εκείνη των Ελλήνων εμπόρων με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο – από τη μία ήταν ανταγωνιστές του και σταδιακώς του αποσπούσαν ένα κομμάτι της εγχώριας αγοράς, και από την άλλη μεταβάλλονταν στους μεταπράτες, τους μεσάζοντες του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, δρού­σαν στα πλαίσια των κανόνων που αυτό επέβαλλε.

Γι’ αυτό και οι Έλληνες λόγιοι θα προτάσσουν την αρχαία ελληνική κληρονομιά ως την «προίκα» του νεώτερου ελληνισμού, την οποία θα πρέπει οι Ευρωπαίοι να τους καταβάλουν «εντόκως». Εξ ού και η διεκδίκηση μιας ιδιαίτερης μεταχείρισης για τον ελληνισμό. Και πάλι, όμως, «σημαντικό» παραμένει μόνο ό,τι αστράφτει στα μάτια των δυτικών: είναι σπουδαία αποκλειστικά η αρχαιότητα, την οποία οι δυτικοί αναγνωρίζουν, και όχι το Βυζάντιο το όποιο απεχθάνονται. Κατά συνέπεια, ο Έλληνας λόγιος έπρεπε εν μέρει «να μισεί τον εαυτό του», τη βυζαντινή ορθόδοξη παράδοσή του, η οποία εξ άλλου δεν μπορούσε να του προσφέρει πλέον άμεσα όπλα για να αντιμετωπίσει τον σύγχρονο κόσμο, αλλά ταυτόχρονα ήταν υπαρκτή και συγκροτούσε την ταυτότητά του. Και έτσι, θα καταφεύγουν στον «εκλεκτισμό» ενός Ζερζούλη, ενός Ευγενίου Βούλγαρι, ή ακόμα-ακόμα και του Κοραή7.

Ορισμένοι, τέλος όπως ο Ρήγας, ο Καταρτζής, ίσως και ο Βενιαμίν Λέσβιος8, θα επιχειρήσουν να κάνουν πράξη αυτή την ελλείπουσα σύνθεση, που με τέτοια ενάργεια θα περιγράψει ο «κλουτζιάρης» του Βουκουρεστίου και δάσκαλος του Ρήγα, ο Δημητράκης Καταρτζής:

Γιὰ νὰ ποῦ­μ’ ὅ­μως τ’ ἰ­δέ­αις πρέ­πει νὰ πέρ­νῃ ἀ­πτὴν ἀ­νά­γνω­σι τῶν εἰ­ρη­μέ­νων βι­βλί­ων ὁ νέ­ος μας χρι­στια­νὸς Ρω­μη­ός, πρέ­πει νὰ δι­οῦ­με τ’ ἰ­δέ­αις πρέ­πει νὰ πέρ­ν’ ἀπτοὺς ἀλ­λο­ε­θνεῖς τε­χνί­ταις ἕ­νας νέ­ος… φυ­λά­γον­τας ἐ­κεῖ­νο ποὺ ’ναι καὶ μὴ βγά­νον­τας ἀπτὸ νοῦ του μή­τε μί­α στιγ­μὴ πὼς εἶ­ναι Ρω­μη­ὸς χρι­στια­νός, νὰ ξέ­ρῃ νὰ κυ­νη­γᾷ πάν­τα τῆς ἰ­δέ­αις ποὺ τὸν χρει­ά­ζουν­ται καὶ τὸν ὠ­φε­λοῦν, καὶ νὰ πα­ρα­βλέ­πῃ ἐ­κεί­ναις ποὺ εἶ­ναι σ’ αὐ­τὸν πε­ριτ­ταίς, ἢ ποὺ τὸν ἐ­βλά­φτουν, κά­μνων­τας τὸ τῆς πα­ροι­μί­ας, καὶ φέρ­νον­τας «τὸν λί­θον πο­τὶ τὰν σπάρ­ταν». [ ]

Νὰ ποῦ­με κ’ ἄλ­λο, ἀ­φ’ οὗ ἕ­νας Ρω­μη­ὸς συλ­λο­γι­στῆ μί­α φο­ρὰ πὼς κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸν Πε­ρι­κλέ­α, Θε­μι­στο­κλέ­α καὶ ἄλ­λους πα­ρό­μοι­ους Ἕλ­λη­νες, ἢ ἀπτοὺς συγ­γε­νεῖς τοῦ Θε­ο­δό­σιου, τοῦ Βε­λι­σά­ριου, τοῦ Ναρ­σῆ, τοῦ Βουλ­γα­ρο­κτό­νου, τοῦ Τζι­μι­σκῆ κ’ ἄλ­λων τό­σων με­γά­λων Ρω­μαί­ων, ἢ ἕλ­κει τὸ γέ­νος του ἀ­πὸ κα­νέ­ναν ἅ­γιο, ἢ ἀ­πὸ κα­νέ­ναν του συγ­γε­νῆ, πῶς νὰ μὴν ἀ­γα­πᾷ τοὺς ἀ­πο­γό­νους ἐ­κεί­νων κ’ αὐ­τω­νῶν τῶν με­γά­λων ἀν­θρώ­πων; Πῶς νὰ μὴν τὸ ’χῃ χα­ρά του νὰ δυ­στυ­χῇ σὲ τέ­τοι­α πο­λι­τι­κὴ κοι­νω­νί­α ποῦ συ­να­παρ­τί­ζουν αὐ­τοί;­.­..
Ὤν­τας λοι­πὸν κ’ ἐ­μεῖς ὅ­πω­σουν ἕ­να ἔ­θνος, κ’ ἔ­χων­τας πα­τρί­δα φί­λον ἔ­δα­φος, [ ] πρέ­πει νὰ ’χου­με οἰ­κεί­αις ἰ­δέ­αις ποὺ μᾶς τε­ριά­ζουν, ἡ ὁ­ποί­αις κ’ εἶν’ ἄλ­λαις κ’ ἀλ­λοι­ώ­τι­καις ἀ­πὸ τῆς τούρ­κι­καις, ἰ­τα­λι­καὶς ἢ φραν­τζέ­ζι­καις, καὶ γιὰ τοῦ­το χα­ρα­κτη­ρί­ζων­τας τὸ ἔ­θνος μας πρέ­πει νὰ σπου­δά­ζ’ ἕ­νας Ρω­μη­ὸς χρι­στια­νὸς νὰ τῆς ἀ­πο­χτᾷ· καὶ ἢ σπου­δά­ζει καὶ δι­α­βά­ζει βι­βλί­α τούρ­κι­κα, ἢ ἐ­πέρ­χε­ται καὶ μα­θαί­νει βι­βλί­α φράγ­κι­κα, πρέ­πει σὰ μέ­λισ­σα ν’ ἀ­παν­θί­ζῃ τῆς οἰ­κεί­αις του, τό­σο διὰ νὰ τῆς φρο­νῇ, ὅ­σο καὶ διὰ νὰ τῆς κοι­νο­λο­γᾷ εἰς τὸ ἔ­θνος του, μὲ τὸ στό­μα του ἣ μὲ τὸ κον­τύ­λι˙ ὡ­σὰν ὁ­ποῦ μὲ τέ­τοι­ον τρό­πο κά­μν’ ἐ­κεῖ­νο πώ­κα­μαν καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες, Πλά­των καὶ ἄλ­λοι, ποὺ πη­γαί­νων­τας στὴν Αἴ­γυ­πτο καὶ Ἰν­δί­α, καὶ μα­θαί­νον­τας τὴ σο­φί­α τους, γύ­ρι­σαν πί­σου στὸ ἔ­θνος τους καὶ τὴν πα­τρί­δα τους, καὶ ἐ­κοι­νο­λό­γη­σαν κ’ ἐ­πα­ρά­δο­σαν σ’ αὐ­του­νοὺς τὰ πλού­τη ποὺ κέρ­δη­σαν. Λοι­πὸν κ’ ὅ­σοι μα­θαί­νουν ἀ­πού μᾶς ξε­νι­καὶς γλώσ­σαις, καὶ τρό­πον τι­νὰ μὲ τοῦ­το ἀ­πο­δη­μοῦν σ’ ἄλ­λα ἔ­θνη, δὲν πρέ­πει να­πο­μέ­νου­νε εἰς αὐ­τὰ καὶ ναρ­νι­οῦν­ται τὴν πα­τρί­δα τους, νὰ λει­πο­τα­κτοῦν καὶ νὰ κα­τα­δι­κά­ζουν­ται μο­να­χοί τους σὲ ἀ­ει­φυ­γί­α, ἀλ­λὰ πά­λε νὰ γυ­ρί­ζουν στὸν τό­πο τους, ὅ ἐ­στὶ πα­ρα­βλέ­πον­τας τῆς ἄλ­λαις ἰ­δέ­αις, νὰ οἰ­κει­ο­ποι­οῦν­ται τῆς ἰ­δέ­αις ποὺ τε­ριά­ζουν στὸ ἔ­θνος τους καὶ τὸ ὠ­φε­λοῦν, κ’ ἐ­κεί­ναις μο­να­χὰ νὰ δο­ξά­ζουν καὶ νὰ ’­χουν πάν­τα στὸ στό­μα τους ἤ νὰ τῆς γρά­φουν καὶ νὰ τῆς με­τα­δί­δου­νε μὲ τὴν πέννα9.

Η απόπειρα της σύνθεσης, λοιπόν, είναι πραγματική, και σε ορισμένες στιγμές, όπως στον Καταρτζή ή τον Ρήγα θα ξεπεράσει τον εκλεκτισμό, χωρίς ωστόσο να καταστεί ηγεμονική στην ελληνική σκέψη. Γι’ αυτό και τα διεστώτα μέρη της ελληνικής αναγέννησης θα εμφανίζονται συχνά σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, και η σύνθεση θα παίρνει μάλλον τη μορφή του μέσου όρου και της ισορροπίας ανάμεσα σε διαφορετικές και συχνά αντιτιθέμενες συνιστώσες. Μόνο στα δύο άκρα οι Ανώνυμοι της Ελληνικής Νομαρχίας και του Λιβέλλου κατά των αρχιερέων θα συγκρούονται με τον ψευδώνυμο συγγραφέα της Πατρικής Διδασκαλίας10, ο οποίος επιτίθεται κατά του δυτικού Διαφωτισμού και φιλελευθερισμού, υπερασπίζοντας την κατεστημένη εξουσία, την ίδια στιγμή που… εξυμνεί την Ορθοδοξία και τους ήρωές της, τους νεομάρτυρες.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Βλ. Richard Clogg, «The Byzantine legacy in the modern Greek world», Anatolica…, ό.π., σ. ΙV, 261.
2 Ariadna Camariano-Cioran, Les Acadιmies Princiθres de Bucarest et de Jassy et leurs professeurs, Ινστ. Βαλκανικών Σπουδών, 142, Θεσσαλονίκη 1974, σσ. 603-604.
3 Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός…, ό.π…, σσ. 308-310.
4 Βλέπε την «Επιστολή» του περί θαυμάτων στην Ορθόδοξη Εκκλησία, γραμμένη το 1760. Αναφέρεται από τον Άλκη Αγγέλου, «Περί Αγίων, Εικόνων και Θαυμάτων» στο Των Φώτων, MIET, Αθήνα 1999, σσ. 157-188.
5 Βλ. Γιώργος Βελουδής, Εισαγωγή στην Διήγησι Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, Ερμής, Αθήνα 1977, σ. κε΄.
6 Βλ. C.M. Woodhouse, Ρήγας Βελεστινλής, ο πρωτομάστορας της Ελληνικής Επανάστασης, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 1997, σσ. 67-69.
7 Όπως νομίζω ότι καταδεικνύω στην ανέκδοτη εκτενέστερη μελέτη μου.
8 Ο ιερομόναχος Βενιαμίν Λέσβιος, ένας από τους σημαντικότερους λογίους της ελληνικής αναγέννησης, ήταν ταυτόχρονα οξυδερκής και πρωτότυπος στα γραπτά του, ένθερμο μέλος της Φιλικής Εταιρείας, πάμπτωχος και αγωνιστικός. (Βλ. Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου, Ο Βενιαμίν Λέσβιος και η ευρωπαϊκή σκέψη του 18ου αιώνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2003, και Θανάσης Παπαδόπουλος, Οι φιλοσοφικές και κοινωνικο-πολιτικές αντιλήψεις του Βενιαμίν Λεσβίου, Κέδρος, Αθήνα 1983.) Λέγεται πως επέμενε να γίνονται δεκτοί στις σχολές όπου δίδασκε, και ιδιαίτερα στη Μεγάλη του Γένους Σχολή της Πόλης, και οι άποροι μαθητές εκτός από τους γιους των ευπόρων. (Βλ. Κ. Λάππας, «Προφορικές παραδόσεις για τον Βενιαμίν Λέσβιο και η χρήση τους στις βιογραφίες του», Μνήμων, τ. 24, Αθήνα 2002, σ. 94).
9 Βλ. Δημήτριος Καταρτζής, Δοκίμια, επιμ. Κ. Θ. Δημαράς, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1974, σελ. 43-47, απόσπασμα από το: «Συμ­βου­λὴ στοὺς νέ­ους πῶς νὰ ὠ­φε­λι­οῦν­ται καὶ νὰ μὴ βλά­πτουν­ται ἀ­πτὰ βι­βλί­α τὰ φράγ­κι­κα καὶ τὰ τούρ­κι­κα καὶ ποι­ά νὰ ’­ναι ἡ κα­θ’ αὑ­τὸ τους σπου­δὴ».
10 Η Διδασκαλία Πατρική, κυκλοφόρησε ως έργο του Πατριάρχου της Ιερουσαλήμ Ανθίμου, στα τέλη του 18ου αι. αλλά πιθανότατα γράφτηκε από την κάλαμο του Αθανασίου Παρίου. Βλέπε Αδαμαντίου Κοραή, Άπαντα, τόμος Α1, εκδ. Δωρικός, Αθήνα, αχ., επιμ. Γ. Βαλέτα, σσ. 41-47.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek