του Δ. Γερούκαλη, από το Άρδην τ. 64, Απρίλιος – Μάιος 2007

Ο Αντόνιο Γκράμσι είχε επισημάνει ότι τη μακροπρόθεσμη πολιτική κυριαρχία την εξασφαλίζει η παράταξη εκείνη που διεκδικεί και επιτυγχάνει να κατοχυρώσει την ηγεμονία της στο ιδεολογικό πεδίο, στο πεδίο της «διανοήσεως και της ηθικής».
Το μάθημα του Γκράμσι αφομοίωσε, υιοθέτησε και υλοποίησε η Αριστερά σε διεθνές επίπεδο. Όχι διότι είχε την πρόθεση να εφαρμόσει τον μαρξισμό, αλλά διότι η Αριστερά χρειαζόταν ένα εναλλακτικό ιδεολογικό σχήμα, ως όχημα και εργαλείο πολιτικής επικρατήσεως και αντιμετωπίσεως των παραδοσιακών, συντηρητικών και φιλελεύθερων πολιτικών δυνάμεων.
Το εναλλακτικό αυτό ιδεολογικό σχήμα (σύμβολα, σημειολογία, κώδικες επικοινωνίας, σημεία αναφοράς, μύθοι και άξονες συλλογικής μνήμης, μέθοδοι σκέψεως, κ.λπ.) χρησίμευε και χρησιμεύει ως μηχανισμός συνοχής, αλληλοαναγνωρίσεως και πολιτικού αγώνα των αριστερών νέων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες επεδίωξαν τον εξοβελισμό των παραδοσιακών κατεστημένων και τη δική τους επικράτηση. Στα πλαίσια της φιλοδοξίας τους, οι αριστερές δυνάμεις κατανόησαν την ανάγκη ώστε ο αγώνας για την εξουσία να δοθεί κυρίως στο συμβολικό / ιδεολογικό επίπεδο.
Έτσι, οργανώθηκε η ιδεολογική κυριαρχία σε όλο το εύρος των κοινωνικών δομών και ειδικότερα στους θεσμούς οι οποίοι παραδοσιακά ελέγχουν την παραγωγή πολιτικού λόγου και ιδεολογίας (συνδικαλισμός, παιδεία, μέσα ενημερώσεως, τέχνη, κ.λπ.).
Επέτυχαν δε και κάτι περισσότερο, να ελέγξουν τις έννοιες και να υποχρεώσουν τις αντίπαλες δυνάμεις αρχικά να σεβασθούν και στη συνέχεια να υιοθετήσουν το «αριστερό» πολιτικό λεξιλόγιο και τα «αριστερά» σημεία αναφοράς.
Σταδιακά, η Αριστερά επέβαλε και επιβάλλει ένα ιδιότυπο είδος λογοκρισίας: Απέκλεισε και αποκλείει από τον διεξαγόμενο διάλογο ή ιδεολογικό αγώνα ο,τιδήποτε ασκούσε ή ασκεί κριτική στο σύμπαν της αριστερής σκέψεως. Ο,τιδήποτε λογοκρίνεται χαρακτηρίζεται «ακραίο», «ξεπερασμένο», «συντηρητικό», οδηγώντας το έτσι στην ηθική εξόντωση και στον αποκλεισμό της επανακάμψεώς του.
Ιστορικά, η Αριστερά τα πέτυχε όλα αυτά ανεξαρτήτως των ιστορικών και πολιτικών εξελίξεων του 20ού αιώνα. Πρέπει να τονισθεί ότι η Αριστερά το πέτυχε αυτό γιατί επέλεξε, και συνεχίζει να επιλέγει, τον έλεγχο του πεδίου εκφοράς του δημοσίου λόγου, αδιαφορώντας για τον χώρο των ιδιωτικών συζητήσεων ή των προσωπικών προβληματισμών. Άλλωστε, οι μηχανισμοί επικοινωνίας διαβρώνουν μακροπρόθεσμα τις συνειδήσεις.
Η Αριστερά εξασφάλισε σε πρώτη φάση τη σιωπή των (έστω και πλειοψηφούντων κοινωνικά) αντιπάλων και πέτυχε να θεωρούνται «νόμιμες» μόνον οι απόψεις με αριστερό πρόσημο. «Υπάλληλος» της Νέας Τάξεως με αριστερή και εκσυγχρονιστική ορολογία !!
Αυτό είχε και έχει ως αποτέλεσμα την παράδοση των μη μαρξιστικών πολιτικών δυνάμεων στο αριστερό και προνομιακό πεδίο ιδεολογικής αντιπαραθέσεως και τον εξαναγκασμό τους να παίζουν με τους όρους της Αριστεράς. Ακόμη περισσότερο, αυτού του είδους τα αριστερά πρόσημα κατέστησαν απαραίτητο εφόδιο επαγγελματικής και συντεχνιακής ανελίξεως, προβολής, καλλιτεχνικής και επιστημονικής καταξιώσεως και αναγνωρίσεως.
Όλα αυτά κατέληξαν, στην ουσία, σ’ ένα πραγματικό μονοπώλιο της σκέψεως και σ’ έναν αριστερό μονόλογο. Τα μη αριστερά κόμματα δεν κατάφεραν να αξιοποιήσουν προς όφελός τους την έμπρακτη ήττα της Αριστεράς. Τα μη αριστερά κόμματα αποδείχθηκαν και αποδεικνύονται αδύναμα, με ανυπαρξία ισχυρής ιδεολογικής παραγωγής, αυτολογοκρινόμενα και εκφράζοντας έναν γενικότερο πολιτικό μηδενισμό.
Στην Ελλάδα, εξελικτικά και ιστορικά, μετά τη μεταπολίτευση, καταγράφεται η αμαχητί παράδοση της διανοήσεως, της εκπαιδεύσεως, του πολιτισμού, των μέσων ενημερώσεως, των μηχανισμών διαμορφώσεως της κοινής γνώμης στις ποικίλες αποχρώσεις της Αριστεράς.
Το ΚΚΕ «Εσωτερικού» συνετέλεσε στην οικοδόμηση μιας πνευματικής κοινωνίας με αριστερό πρόσημο, την οποία καρπώθηκε πολιτικά όχι μόνον ο Συνασπισμός αλλά και, κυρίως, η εκσυγχρονιστική πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ.
Το αποτέλεσμα ήταν οι έννοιες που συνήδαν προς την πολιτική κυριαρχία της παραδοσιακής Δεξιάς να κατεδαφιστούν συστηματικά: η ιεραρχία, ο σεβασμός, η πειθαρχία, η τάξη, η εργατικότητα, η αποταμίευση, η άμιλλα, η παράδοση, κ.λπ.
Το πρόβλημα της Νέας Δημοκρατίας, από το 1974, ήταν όχι οι ξεπερασμένες, υποτίθεται, ιδεολογικές της θέσεις (αντιθέτως, ξεπερασμένες φάνηκαν σύντομα οι ποικίλες μαρξιστικές ιδεολογίες) αλλά το γεγονός ότι η προβολή οιασδήποτε, ακόμη και της δημοκρατικότερης θέσεως, από τη Ν.Δ. προκαλούσε αντιδημοκρατικούς συνειρμούς.
Ενώ η Αριστερά, η «Προοδευτική Παράταξη», μπορούσε και μπορεί να προβάλλει ο,τιδήποτε, ακόμη και την αντιδημοκρατικότερη θέση, χωρίς πρόβλημα, αφού έχει θεσμισθεί η a priori νομιμότητα των θέσεών της.
Γι’ αυτόν τον λόγο, το ΠΑΣΟΚ μπόρεσε να υιοθετήσει σταδιακά όλες τις θέσεις της μεταπολιτευτικής Ν.Δ. χωρίς να πληγεί η ιδεολογική του αξιοπιστία και συνέπεια.
Με αυτές τις συνθήκες, η Ν.Δ. οδηγήθηκε σε ήττα. Ακόμα και την περίοδο 1990-1993 απέτυχε γιατί δεν μπόρεσε να λάβει έστω και ένα μέτρο το οποίο να εξέφραζε την πολιτική της φιλοσοφία.
Στο ΠΑΣΟΚ εξελέγη αρχηγός ο Κ. Σημίτης, παρά τη δεδηλωμένη απέχθειά του προς την έννοια του πατριωτισμού, του έθνους, των ενόπλων δυνάμεων, κ.λπ. Η ταπείνωση από την κρίση των Ιμίων δεν εμπόδισε τη λήψη ψήφου εμπιστοσύνης στη Βουλή. Η αναμέτρησή του με την Εκκλησία δεν απεδείχθη μοιραία. Οι καθημερινές ταπεινώσεις από την Τουρκία μπορούν άνετα να συνυπάρχουν στοιχειωδώς με δηλώσεις περί «ομαλοποιήσεως» των ελληνοτουρκικών σχέσεων, χωρίς πρόβλημα.
Η Ν.Δ. ετέθη, μετά το 1981, στο περιθώριο. Δεν κατάφερε να κατεδαφίσει τους μύθους που συγκρατούν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία επί μία 20ετία, ούτε να δικαιώσει τον ιστορικό εαυτό της, ούτε να προβάλει επαρκώς τη δική της συμβολή στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας το 1974-1975.
Η Ν.Δ. δείχνει να έχει αποδεχθεί την ιδεολογική της ήττα και πολιτεύεται με τους κανόνες, το λεξιλόγιο, τους κώδικες, τους μύθους και τις αξίες του ΠΑΣΟΚ, αδυνατώντας να αντιπαραθέσει δικούς της. Η Ν.Δ. λειτουργεί υπό καθεστώς μακροπρόθεσμης πολιτικής καχεξίας.
Η Ν.Δ. δεν έχει αντιληφθεί τη σημασία της ιδεολογικής μεταστροφής μετά το 1974 και δεν την έχει συσχετίσει με τη δική της περιθωριοποίηση. Σημαντικό τμήμα των πολιτών έπαψε να ομιλεί, διότι «δεν εδικαιούτο» πλέον, και απλώς περιορίσθηκε να ψηφίζει Ν.Δ.
Συμπερασματικά
Ζούμε την εξαθλιωτική αλλοτρίωση της πολιτικής στη γενέτειρά της. Εμπορευματοποίηση και υποκατάσταση από την απόλυτη προτεραιότητα κατασκευής εντυπώσεων που θα ξεγελάσουν τον πολίτη και θα υφαρπάσουν την ψήφο του. Στυγνή κομματοκρατία, που ακυρώνει το αντιπροσωπευτικό σύστημα και φαλκιδεύει τις πολιτικές ελευθερίες.
Για τη Ν.Δ. ζητούμενο παραμένει η ρεαλιστική λογική. Δεν έχει αντιληφθεί ότι πολιτικός της αντίπαλος, 25 χρόνια τώρα, δεν είναι απλώς ένα άλλο κόμμα, επιδέξιο σε τεχνάσματα, αλλά ένα κοινωνικό σύμπτωμα. σύμπτωμα που αποκλείεται να νικηθεί (έστω εκλογικά) με υποσχέσεις καλύτερης διαχειρίσεως της εξουσίας.
Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, διαπιστώνουμε ότι η Ν.Δ., ως «εκπασοκευμένη», δεν μπόρεσε να διατυπώσει την αντιπρόταση στο «παπανδρεϊκό» και «εκσυγχρονιστικό» σύμπτωμα!!!
Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται να αναλάβει έναν περίπου εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα για να αποτινάξει τον ζυγό της κομματοκρατίας.
Όπλα της θα είναι η οδυνηρά προετοιμασμένη και αμείλικτη απαίτηση ποιότητας και η ανάγκη να υπερασπισθούμε την αξιοπρέπειά μας και τη νοημοσύνη μας με πρωτοβουλίες θεσμών ανυπότακτων στην κομματοκρατία.
Χρειάζεται προσωπική εγρήγορση και οξυδέρκεια επιγνώσεως της παρακμής για να έχουμε Θερμοπύλες, γιατί ο Εφιάλτης είναι εδώ και οι Μήδοι θα διαβούν.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek