της Γ. Δάλκου, από το Άρδην τ. 64, Απρίλιος – Μάιος 2007

Εναντίον των νέων σχολικών βιβλίων έχουν εξαπολυθεί ήδη, καθώς διαβάζω και ακούω, αρκετοί μύδροι. Τον κύριο λόγο έχουν ασφαλώς επ’ αυτού οι «μαχόμενοι εκπαιδευτικοί». Όσο για τους υπαγομένους στη συνομοταξία των «παροπλισμένων» –στην οποία ανήκω– μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι τα μόνα βιβλία που δικαιούνται θεσμικά να ελέγχουν είναι τα βιβλιάρια υγείας…
Αλλά, όπως λέει κι η παροιμία, πρώτα βγαίν’ η ψυχή του ανθρώπου κι ύστερα το χούι! Σαν έπεσε στα χέρια μου, λοιπόν, το καινούργιο βιβλίο των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ΄ Γυμνασίου, έπιασα να το ξεφυλλίζω μ’ εκείνη την ίδια λαχτάρα που πριν λίγα χρόνια, ως μαχόμενη κι εγώ, περίμενα εκείνες τις κατά καιρούς μεταρρυθμίσεις που εξαγγέλλονταν με τυμπανοκρουσίες και αναπτέρωναν τις ελπίδες μας ότι ένας νέος άνεμος θα πνεύσει επιτέλους στην παιδεία, που θα την απογείωνε. Το γεγονός ότι τελικά «την έπαιρνε και τη σήκωνε» δεν μας αποθάρρυνε –θυμάμαι–, απλώς μετέθετε χρονικά την πραγμάτωση της ελπίδας.
Φυσικό ήταν, άρα, πληροφορούμενη και τώρα εκ του μακρόθεν αυτόν τον οργασμό συγγραφής νέων βιβλίων, να αναθαρρήσω και να πιστέψω ότι επέστη η στιγμή να μεταλλαχθούν σε ζώσα πραγματικότητα τα όνειρα που έκλωθε τόσον καιρό η έγκλειστη του πίθου της Πανδώρας.
Με τέτοιου είδους προσδοκίες έπιασα να ξεφυλλίζω εκείνο το βιβλίο, που έχει διανεμηθεί σ’ όλους τους δεκαπεντάχρονους μαθητές και που στόχος του είναι να τους γνωρίσει τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα από κάθε περίοδο της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας.
Κατόπιν τούτου, το πρώτο που μ’ έκανε να απορήσω ήταν για ποιο λόγο, απροειδοποίητα και ξαφνικά και αμέθοδα, αντί να ενταχθούν σε μια ξεχωριστή ενότητα, ξεφύτρωναν ανάμεσα στους Έλληνες λογοτέχνες κάποιοι ξένοι (Μπάυρον, Κόλεριτζ, Τσέχωφ, Λαφόργκ, Κάφκα). Για δες! Θαύμασα. Δι’ αυτού του τρόπου τα παιδιά, χωρίς καν να το καταλάβουν, υπερβαίνουν τα στενά σύνορα της πατρίδας μας και γίνονται αυτομάτως πολίτες του κόσμου. (Αφού, να φανταστείς, ακόμα και τον Διγενή Ακρίτα, τον ανταμώνουν μέσω του Μπολιβάρ). Εν συνεχεία, ως πολίτες του κόσμου, είναι φυσικό, όταν συναντήσουν σε κάποιο κείμενο τη λέξη «Μοριάς» να αναρωτηθούν: «Μοριάς; Τι πα’ να πει Μοριάς;» Αλλά στο σημείο αυτό σπεύδουν οι συγγραφείς του έργου να τους μεταφράσουν τον άγνωστο γεωγραφικό όρο: «Μοριάς πάει να πει Πελοπόννησος»!
Μετά ταύτα, όπως αντιλαμβάνεστε, έσκυψα στο βιβλίο με μεγαλύτερο ζήλο, σίγουρη ότι μου επιφυλάσσει κι άλλες εκπλήξεις.
Φυσικό ήταν να ελκύσει το ενδιαφέρον μου πρώτα μια δραστηριότητα που ονομάζεται Διαθεματικότητα και που δεν την είχα, κατά δυστυχίαν, γνωρίσει στα χρόνια μου. Αυτή η Διαθεματικότητα, που λες, είναι μεγάλη υπόθεση. Έτσι και «φτιαχτείς» από την ποίηση, φροντίζει να σε ξενερώσει:
Μιλάει το ποίημα για «Τα πάθη της βροχής», ας πούμε; Τράβα, λέει στον μαθητή η Διαθεματικότητα, και βρες μου γρήγορα τον χημικό της τύπο.
Λέει, στο γνωστό δημοτικό τραγούδι, το πουλί μ’ ανθρωπινή λαλίτσα, «αν δεν στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δεν στεριώνει»; Καλεί η Διαθεματικότητα σε σύσκεψη τους καθηγητές της Γεωγραφίας και της Τεχνολογίας για να αποφανθούν περί «της τοποθεσίας, της λειτουργίας και της ευρύτερης σημασίας των γεφυριών, τόσο στην παλιά όσο και στη σύγχρονη εποχή της μεγάλης τεχνολογικής ανάπτυξης». Ούτω πως θα κατανοήσουν βαθύτερα οι μαθητές το περιεχόμενο του ποιήματος και θα σιγουρευτούν για τη μεγάλη προσφορά της Τεχνολογίας, που δεν επιτρέπει πια να θυσιάζονται γυναίκες, και μάλιστα όμορφες, όπως εκείνη του πρωτομάστορα, καλή ώρα…
Αλλά εκεί που δίνει τα ρέστα του το βιβλίο είναι το πνεύμα που μεταλαμπαδεύει στα νέα παιδιά για τη ζωή γενικά και για τον εθνικό μας βίο ειδικότερα. Θα πείτε: «Η επιλογή των λογοτεχνικών κειμένων δεν γίνεται με ηθικοπλαστικά ή με πατριωτικά κριτήρια. Στην τέχνη ισχύουν άλλοι κανόνες».
Εν πρώτοις, δεν βλέπω οι ανθολόγοι να έχουν ακολουθήσει στις επιλογές τους αισθητικά αμιγώς κριτήρια. Ίσα, ίσα.
Επιπλέον, είναι υποκρισία να προσπαθεί κάποιος να παρακάμψει μια πραγματικότητα διατυπώνοντας αφ’ υψηλού θεωρίες. Και η πραγματικότητα είναι, πρώτον, ότι το μάθημα των Νέων Ελληνικών είναι ίσως το μοναδικό μάθημα στα σχολεία μας όπου αναπτύσσεται ο διάλογος χωρίς την ασφυκτική πίεση για την κάλυψη της ύλης, και δεύτερον, ότι ο διάλογος αυτός επικεντρώνεται κατά κανόνα στις ιδέες που διατυπώνονται σ’ ένα λογοτεχνικό κείμενο. Είναι γεγονός, έπειτα, ότι οι ιδέες που εκφράζει ένας συγγραφέας –διδασκόμενος μάλιστα σε δεκαπεντάχρονα από ένα σχολικό βιβλίο– περιβάλλονται από το κύρος που τους δίνει η ιδιότητα αυτού που τις διατυπώνει, και επομένως γίνονται τις περισσότερες φορές ανεπιφύλακτα δεκτές, συμμετέχοντας, ως εκ τούτου, στη διαμόρφωση αυτής ή εκείνης της αντίληψης για τη ζωή.
Ας δουν μέσα απ’ αυτό το πρίσμα οι παντός είδους αρμόδιοι τα ανθολογούμενα κείμενα στο βιβλίο αυτό, και, αν τους ικανοποιούν, με γεια τους με χαρά τους. Τι άλλο να πω…
Ας εξετάσουμε, όμως, δι’ ολίγων και ποια εικόνα σχηματίζεται για την Ελλάδα του παρελθόντος από τα επιλεγέντα κείμενα:
Εκείνη η Ελλάδα που έχει να επιδείξει πολλές δάφνες, επί των οποίων αναπαύεται εισπράττοντας τον γενικό έπαινο, είναι η Αρχαία. Μετά, επικρατεί πλήρης αφωνία. Συνελόντι ειπείν, συγκρινόμενοι με τους αρχαίους τους προγόνους, οι νεώτεροι Έλληνες, και δη οι ραγιάδες, μοιάζουν με ανθρωπάρια άξια περιφρονήσεως. Περνούν, να φανταστείς, μπροστά από τους στύλους του Ολυμπίου Διός, όπου έχουν ξαπλώσει φαρδείς-πλατείς οι Τούρκοι, και εξακολουθούν τον δρόμο τους σφυρίζοντας αδιάφορα.
(Αυτή η εικόνα προβάλλεται στο «Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ», γραμμένο από τον Λόρδο Μπάυρον και ενταγμένο από τους ανθολόγους στην ενότητα που αφορά τον… Νεοελληνικό Διαφωτισμό. Γι’ αυτό δεν περίσσεψε χώρος για την «Ελληνική Νομαρχία», ας πούμε…).
Ναι, αλλά υπάρχει και η ενότητα των δημοτικών τραγουδιών, θα σκεφθείτε. Οπωσδήποτε εκεί, από τα Ακριτικά, τα κλέφτικα, τα Ιστορικά, θα φανεί και μια άλλη πλευρά της στάσης των Ελλήνων απέναντι στο καθεστώς της δουλείας. Έτσι λέτε εσείς! Γιατί οι ανθολόγοι περί άλλα τυρβάζουν. Έτσι, από τη δημοτική μας ποίηση επιλέγονται:
α) δύο νανουρίσματα (με τα οποία ξεκινάει το βιβλίο… συμβολικά και καλούνται εδώ τα παιδιά, μέσω της πανταχού παρούσας Διαθεματικότητας, να βρουν «τις διαφορές και τις ομοιότητες αγοριών και κοριτσιών» _ ούτε ψύλλος στον κόρφο των διδασκόντων δεν θα ’θελα να είμαι…).
β) η παραλογή Του γιοφυριού της Άρτας (για να βρει μάλλον θέμα η Διαθεματικότητα).
γ) το Ιστορικό «Της Πάργας», που έχει ως θέμα την αγοραπωλησία μιας πόλης ερήμην των κατοίκων της. Κανένα άλλο δημοτικό τραγούδι όπου να υπάρχει ένα ψήγμα, έστω, αγωνιστικού φρονήματος, δεν επελέγη.
Αλλά υπάρχει και η ενότητα των «Απομνημονευμάτων». «Εκεί, δεν μπορεί, θα γίνει λόγος για το ’21 και τους πρωταγωνιστές του», θα πείτε.
Γίνεται λόγος. Και ιδού πώς:
Από το σύνολο των αγωνιστών που έγραψαν απομνημονεύματα προκρίνεται μόνο ο Μακρυγιάννης. Η αξία των απομνημονευμάτων του από λογοτεχνικής απόψεως δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Αλλά τα απομνημονεύματα «χρησιμεύουν» –όπως τονίζεται στο εισαγωγικό σημείωμα– «και ως πολύτιμη ιστορική πηγή», έχουν αξία και «ως πηγές για την κατανόηση του παρελθόντος», ειδικότερα δε τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη χαρακτηρίζονται «τεκμήριον εθνικής αυτογνωσίας».
Το απόσπασμα από το οποίο θα κατανοήσουν οι μαθητές της Γ΄ Γυμνασίου το παρελθόν και θα πάρουν μαθήματα εθνικής αυτογνωσίας είναι το εξής:
«Οι άρχοντές μας, οι αρχηγοί μας έγιναν “Εκλαμπρότατοι”, έγιναν “Γενναιότατοι”, και οι ντόπιοι και οι φερτικοί, όμως τίποτας δεν τους αναπεύει. Ήμασταν φτωχοί, εγίναμεν πλούσιοι. Ήταν ο Κιαμίλμπεγης εδώ εις την Πελοπόννησο και οι άλλοι Τούρκοι πλουσιότατοι, έγινε ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι συγγενείς και φίλοι πλούσιοι από γες, αργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες και άλλα πλούτη των Τούρκων. Όταν ο Κολοκοτρώνης και οι σύντροφοί του ήρθαν από τη Ζάκυνθο, δεν είχαν ούτε πιθαμή γης. Τώρα φαίνεται τι έχουν. Το ίδιον και εις τη Ρούμελη. Γκούρας και Μαμούρης, Κριτζώτης, Γριβαίγοι, Στάικος και οι άλλοι, Τζαβελαίγοι και άλλοι πολλοί. Και τι ζητούνε από το Έθνος; Μιλιούνια ακόμα διά τις μεγάλες δούλεψες. Και σε αυτά ποτές δεν αναπεύονται. Όλο νόμους και φατρίες διά το καλό της πατρίδος, όλο αυτό πασκίζουν. Όσα έπαθε η πατρίς διά τους “νόμους” και το καλό αυτηνών, και όσα παλικάρια σκοτώθηκαν, δεν τα ’παθε η πατρίς εις τον αγώνα των Τούρκων».
Κάθομαι, λοιπόν, και σκέφτομαι: Ποιος ο λόγος επιλογής του συγκεκριμένου αποσπάσματος;
Για τις λογοτεχνικές του αρετές; Αλλά υπάρχουν άλλα απείρως ωραιότερα στον Μακρυγιάννη.
Για τη συμβολή του στην κατάκτηση της εθνικής μας αυτογνωσίας; Πώς; Με το να ευτελίζονται, να αποκαθηλώνονται οι αγωνιστές της ελευθερίας και μάλιστα με τέτοιες συνοπτικές διαδικασίες;
Για την αποκάλυψη –μέσω αυτού– της ιστορικής αλήθειας, που, όντως, πρέπει να τη λέμε στα παιδιά, αλλά όχι κολοβωμένη, όχι μισή, όχι χωρίς να συνοδεύεται από επαρκή γνώση του χρόνου, του χώρου και των συνθηκών;
Δεν σκέφτηκαν οι συγγραφείς του βιβλίου ότι συμπλέουν μ’ αυτόν τον τρόπο προς όλους εκείνους που εξαπολύουν από τα τηλεοπτικά παράθυρα τη λάσπη τους προς κάθε κατεύθυνση και έχουν αναγάγει το ξεκατίνιασμα σε εθνικό μας σπορ;
Αλλά μήπως είμαι άδικη; Ας δω, για να σιγουρευτώ, τη Διαθεματικότητα. Εκεί, δεν μπορεί, θα καλούνται οι μαθητές να αποκαταστήσουν κάτι από την τρωθείσα τιμή, του Κολοκοτρώνη τουλάχιστον. Λάθος υπέθεσα. Διότι εκεί, τεχνηέντως, προβάλλεται ο αφιλοκερδής πατριωτισμός του Μακρυγιάννη, για να μας ξαναέρθει στο μυαλό η άθλια συμπεριφορά του άλλου, που για τα λεφτά τα έκανε όλα, κι αυτός κι όλο του το σόι.
Μετά απ’ αυτό, έψαξα όλο το βιβλίο να δω ποια τύχη επιφυλάσσεται στους άλλους πρωταγωνιστές του ’21. Καμιά άλλη αναφορά δεν υπήρχε για κανέναν. Άκρα του τάφου σιωπή. Το μόνο ιστορικό πρόσωπο που αναφερόταν ήταν του Καποδίστρια, εναντίον του οποίου έριχνε ο Σούτσος κάποια από τα δηλητηριώδη βέλη της σάτιράς του. Αλλά στο σημείο αυτό παρενέβαινε τουλάχιστον η Διαθεματικότητα και ζητούσε να εξευρεθούν ιστορικές πηγές προκειμένου να σχηματισθεί μια πληρέστερη εικόνα για τη στάση και το ήθος του Καποδίστρια.
Κατόπιν τούτων, δικαιούμαι να διαμαρτυρηθώ έντονα, που, σ’ ένα σχολικό βιβλίο το οποίο θα μελετήσουν υποχρεωτικά όλα τα παιδιά που φοιτούν στην Τρίτη τάξη, υποβιβάζεται ο Κολοκοτρώνης στη συνείδησή τους, καταδικάζεται δηλαδή εκ νέου, και μάλιστα ερήμην.
Βέβαια, κάποιοι μπορεί να αποδώσουν αυτή τη διαμαρτυρία στο «βδελυρό τοπικιστικό πνεύμα», για να την εξουθενώσουν, ή να τη θεωρήσουν απότοκο κάποιων εθνικιστικών αντιλήψεων, για να την καταστήσουν ανυπόληπτη. Λίγο μ’ ενδιαφέρει. Γιατί φαντάζομαι πως θα υπάρξουν και άλλοι που θα θέσουν το θέμα στη σωστή του βάση.
Δεν θέλω να πω πως δεν έχει δίκιο ο Σεφέρης όταν λέει πως «όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει». Αλλά από το σημείο αυτό μέχρι να αποφεύγουμε επιμελώς να αναφερθούμε σε γεγονότα και ανθρώπους του τόπου μας που ξεπέρασαν τα κοινά μέτρα, κι εκείνους που τα ξεπέρασαν να τους «κονταίνουμε», καταντάει εθνικός μαζοχισμός, με αποτέλεσμα να αυξάνονται περισσότερο οι πληγές μας και να προστίθενται κι άλλα πτώματα στο Αιγαίο. (Για να θυμηθώ το «ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς»).
Εδώ σταματώ. Γιατί στόχος μου δεν ήταν να κρίνω λεπτομερώς ένα βιβλίο, αλλά να πάρουν μια γεύση οι αναγνώστες αυτού του περιοδικού για το με ποια ασύγγνωστη ελαφρότητα και προχειρότητα αντιμετωπίζουν κάποιοι μια τόσο σοβαρή υπόθεση όπως είναι η παιδεία του τόπου μας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek