του Γ. Ρακκά, από το Άρδην τ. 62, Νοέμβριος 2006 -Ιανουάριος 2007

Παράλληλα με την καθιέρωση των νέων βιβλίων στο Δημοτικό, το λόμπι της «νέας ιστορίας» προχωράει μεθοδικά στην προσπάθειά του να ελέγξει το περιεχόμενο και τις μεθόδους της διδασκαλίας της ιστορίας στην ελληνική εκπαίδευση.

Έτσι, στην ιστοσελίδα του CDRSEE (Κέντρο για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Νοτιό-Ανατολική Ευρώπη – στο εξής Κέντρο), μαθαίνουμε πως ολοκληρώθηκε η μετάφραση του «εναλλακτικού διδακτικού υλικού», το οποίο το Κέντρο προορίζει για τους δασκάλους της δημόσιας εκπαίδευσης.
Στις 8 Νοεμβρίου του 2006, πραγματοποιήθηκε και η παρουσίασή του στο ελληνικό κοινό, στην αίθουσα Ανταποκριτών Ξένου Τύπου. Στην εκδήλωση συμμετείχαν ως ομιλητές οι Χρ. Κουλούρη και Κ. Καρράς (εκ μέρους του CDRSEE), Ν. Γεωργιάδης (βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας), Μ. Κοππά (καθηγήτρια στο Πάντειο και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου του Πα.Σο.Κ.) και οι πανεπιστημιακοί Α. Λιάκος και Θ. Βερέμης. Τη συζήτηση συντόνιζε ο δημοσιογράφος Π. Τσίμας. Στην εκδήλωση παρίσταντο, επίσης, πάντα σύμφωνα με την ιστοσελίδα του Κέντρου, και τρεις πρέσβεις, η ταυτότητα των οποίων δεν αναφέρεται.

Στο σχετικό δελτίο τύπου αναφέρεται μάλιστα ότι, κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, έγινε γνωστό ότι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο ενέκρινε τα βιβλία για χρήση από τους δασκάλους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, γεγονός που, αναφέρει η ανακοίνωση, «αποτελεί ένα ζωτικό βήμα για την έγκριση του ίδιου του υπουργείου Παιδείας», η οποία αναμένεται να κριθεί μέσα στον επόμενο χρόνο.

Αντί σχολιασμού των ευρύτερων στόχων, προθέσεων και αντιλήψεων που διέπουν τα βιβλία αυτά, παραθέτουμε και σχολιάζουμε δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το 1ο βιβλίο της σειράς (Η Οθωμανική Αυτοκρατορία).

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης
Το κεφάλαιο περί της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, τιτλοφορείται «Άλωση της Κωνσταντινούπολης/ Κατάκτηση της Ιστανμπούλ» και ξεκινάει μ’ ένα απόσπασμα του Γεώργιου Σφραντζή, που περιγράφει την άλωση και τα παρεπόμενά της.

Στη συνέχεια, παραθέτει ένα απόσπασμα από τουρκικές πηγές (Το χρονικό του Ασίκπασαζαντε), που περιγράφει από τη σκοπιά του κατακτητή την περίοδο που ακολουθεί την Άλωση. μιλάει για μία τεράστια προσπάθεια ανακαίνισης και «εκσυγχρονισμού» της Πόλης, καθώς και για τις εντάσεις που προκάλεσε η πολιτική του Σουλτάνου να χρησιμοποιεί σε καίριες διοικητικές θέσεις πρόσφατα εξισλαμισμένους, υποδουλωμένους χριστιανούς.

Οι πρώτες μέρες της κατοχής παρουσιάζονται, λίγο-πολύ, ως οι απαρχές της συγκρότησης μιας ανεκτικής, «πολυπολιτισμικής» Αυτοκρατορίας.επίσης, μεγάλη έμφαση δίνεται στο πρόγραμμα της ανοικοδόμησης της κατεστραμμένης Πόλης:

«Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, το 1453, ο Μωάμεθ Β΄ επιχείρησε την ανοικοδόμηση της πόλης προκειμένου να δημιουργήσει μία πρωτεύουσα αντάξια της αυτοκρατορίας του. Στο αστικό οικοδομικό του πρόγραμμα περιλαμβάνονταν το Ανάκτορο του Τοπκαπί, αρκετά τζαμιά και διάφορα δημόσια κτίρια. Μία σημαντική πτυχή του ζητήματος ήταν η μεταφορά κατοίκων στην πόλη. Προκειμένου να επιτύχει αυτόν τον στόχο, ο σουλτάνος συνδύασε τον αναγκαστικό εποικισμό με αστικούς πληθυσμούς που μετέφερε από τις κατακτημένες περιοχές και την προσέλκυση εθελοντών εποίκων από το σύνολο της αυτοκρατορίας. Το χρονικό του Ασίκπασαζαντε περιγράφει ορισμένες από τις εντάσεις που προκάλεσε αυτή η πολιτική και αντανακλά επίσης τη δυσφορία της τουρκικής αριστοκρατίας απέναντι στην ανέλιξη των αξιωματούχων που προέρχονταν από δούλους (kul, «κούλης») του σουλτάνου, συχνά χριστιανούς που είχαν πρόσφατα προσηλυτισθεί στο Ισλάμ».

Ο τρόπος με τον οποίον παρουσιάζεται η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, δίνει την εντύπωση στον αναγνώστη ότι επρόκειτο περί μίας… σχεδόν κατάκτησης από μία «συνετή» δύναμη, η οποία δεν δίσταζε να «ρίξει» ακόμα και τους ίδιους της τους πολεμιστές προς όφελος της οικοδόμησης ενός καλού κλίματος μεταξύ των κατακτητών και των κατακτημένων… Και, βεβαίως, οποιεσδήποτε αναλογίες γεννιούνται αυθόρμητα στον αναγνώστη μεταξύ του τρόπου που παρουσιάζεται η «κατάκτηση της Ιστανμπούλ», και του τρόπου που παρουσιάζουν σήμερα οι Αμερικανοί την κατοχή στο Ιράκ, οφείλονται βεβαίως σε κάποια σκοτεινή εθνικιστική νεύρωση, την οποία μας έχει κληροδοτήσει η «εθνοκεντρική» ατμόσφαιρα κάτω από την οποία διαπαιδαγωγήθηκαμε.

Η πρακτική του παιδομαζώματος (ντεβσιρμές)
(Βιβλίο 1ο σελ. 62-64):

«Πρωτότυπη οθωμανική πρακτική για τη στρατολόγηση των ανθρώπων που θα στελέχωναν υπηρεσίες του σουλτάνου, η οποία ξεκινά από τον 14ο αιώνα. Επρόκειτο για μια κεντρικά οργανωμένη στρατολόγηση νεαρών αγοριών από τις αγροτικές, μη μουσουλμανικές (δηλ. χριστιανικές) οικογένειες του οθωμανικού κράτους. Οι νέοι αυτοί ενσωματώνονταν στον οθωμανικό πολιτισμό, δηλαδή ασπάζονταν το Ισλάμ, μάθαιναν τουρκικά και εκπαιδεύονταν για να στελεχώσουν διάφορες κρατικές υπηρεσίες. Οι περισσότεροι προορίζονταν για τα τάγματα του καπίκουλου, ιδιαίτερα τους γενίτσαρους, άλλοι όμως επιλέγονταν για να υπηρετήσουν στο Εσωτερικό ή Εξωτερικό Ανάκτορο. Στη διάρκεια του 15ου-16ου αιώνα, ένα μεγάλο και συχνά το κυρίαρχο μέρος της οθωμανικής πολιτικοστρατιωτικής ελίτ προερχόταν από παιδομαζώματα, μία πρακτική που ευνοούσε, επομένως, την κοινωνική ανέλιξη. Εξαιτίας της αυξανόμενης πίεσης που ασκούσαν οι μουσουλμάνοι υπήκοοι του σουλτάνου, προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στα στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα, το σύστημα του παιδομαζώματος διακόπηκε σταδιακά στη διάρκεια του 17ου αιώνα».
Οι πηγές, που αναφέρονται, βεβαίως, στις ίδιες σελίδες, ενισχύουν την εικόνα του παιδομαζώματος ως διαύλου κοινωνικής ανέλιξης στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του Λουτφή Πασά, που ακολουθεί, ο οποίος περιγράφει πως το παιδομάζωμα του έδωσε τη δυνατότητα να φτάσει μέχρι του αξίωμα του…Μεγάλου Βεζύρη. Μετά, δε, ακολουθεί και η σχετική ερώτηση:

«Δείτε το Σχήμα 1 και εντοπίστε τις θέσεις που κατέλαβε ο Λουτφή στην οθωμανική κεντρική διοίκηση, προτού σταλεί διοικητής σε διάφορες επαρχίες. Τι μας δείχνει η περίπτωση του Λουτφή σχετικά με την οθωμανική κοινωνική κινητικότητα; Νομίζετε ότι μπορούμε να προχωρήσουμε σε γενικεύσεις στηριζόμενοι στην περίπτωσή του;»

Μόνο που η παράθεση των πηγών και η παρουσίαση του θεσμού την καθιστά σχεδόν… ρητορική, μιας και οι συγγραφείς έχουν φροντίσει ήδη ν’ απαντήσουν, παρουσιάζοντας λίγο έως πολύ το παιδομάζωμα σαν την… Κομσομόλ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η πένα και το ξίφος
Σε σύγκριση με την Ελλάδα, τα ίδια βιβλία έχουν προωθηθεί πολύ περισσότερο στη Σερβία. Εκεί, έχουν ήδη εγκριθεί για χρήση στη δημόσια εκπαίδευση, ενώ έχει ξεκινήσει η διαδικασία εκπαίδευσης των συμβούλων που θα εξοικειώσουν τους δασκάλους και τους καθηγητές με το υλικό. Το πρώτο σεμινάριο εκπαίδευσης πραγματοποιήθηκε στις 1-3 Σεπτεμβρίου 2006, και παρέστη σε αυτό και ο πρωθυπουργός της Σερβίας, Μπόρις Τάντιτς.

Εκεί, βέβαια, τον δρόμο στη «ριζική αναθεώρηση της ιστορίας» άνοιξε το αυτοκρατορικό ξίφος. Και όπως είναι επόμενο, οι τόνοι των βομβών που έπεσαν το 1999 από το ΝΑΤΟ επιτάχυναν «την συμφιλίωση» του σερβικού λαού με το καθεστώς των ανώνυμων αυτοκρατορικών υπηκόων. Εδώ, οι ιεραπόστολοι της Νέας Τάξης, με τα κοστούμια και τα διδακτορικά τους, επιμένουν στο κλασικό ρητό: «η πένα είναι δυνατότερη από το ξίφος», ιδιαίτερα όταν επικρέμαται και η απειλή του ξίφους. Και δεν έχουμε προβάλει καμία ουσιαστική αντίσταση ώστε να τους διαψεύσουμε…


Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek