του Μ. Μερακλή, από το Άρδην τεύχος 60, Ιούλιος – Αύγουστος 2006

Το Βυζάντιο υπήρξε εξόχως ερωτικό, χωρίς αυτό να αίρει τον χαρακτηρισμό του ως θρησκευτικού, θεοκρατικού συγχρόνως. Η υπερβολή εν προκειμένω έγκειται στο γεγονός ότι ο τελευταίος χαρακτηρισμός χρησιμοποιήθηκε απολύτως, με απόλυτη μονομέρεια, ωσάν να υπήρξε το Βυζάντιο μια ανόργανη παρεμβολή στη ροή του ιστορικού χρόνου, χωρίς ρίζες και καταγωγικές σχέσεις μ’ ένα σε σημαντικό βαθμό οικείο, συγγενές παρελθόν. Αναφέρομαι κατεξοχήν στον ειδικότερα ελληνικό πληθυσμό, που αποτέλεσε μια γεωγραφική-ιστορική ενότητα, με συμπερίληψη οπωσδήποτε και του κόσμου των ελληνιστικών χρόνων. Θα έλεγα μάλιστα ότι σ’ αυτή την ύστερη ελληνική αρχαιότητα, το πάθος εν γένει αποκτά την υπεροπλία και, καθώς το μέτρον ως κανόνας ζωής σπάει (κάτι που δεν ήταν αδιανόητο και στους κλασσικούς χρόνους), ελευθερώνοντας ορμές και ροπές που έκαναν τη ζωή δραματικότερη. Και η χριστιανική πίστη ένα τέτοιο πάθος ήταν που, συγκρουόμενο πολλές φορές, πνευματικό αυτό, με τον έρωτα της εδώ ζωής, καθιστούσε συχνά το βίο πράγματι δραματικότερο. Δεν είναι παράξενο που, ενώ οι Βυζαντινοί, προγραμματικά, δεν είχαν θέατρο, έμπασαν για καλά στη γλώσσα τους, βίωσαν, την ορολογία του θεάτρου1. το δράμα εν πολλοίς υπάρχει εκεί που υπάρχει και ο έρωτας. Αυτό επιβεβαιώνεται συχνά στο Βυζάντιο, με το οποίο άλλωστε είμαστε πολύ κοντά εμείς, οι σημερινοί Έλληνες.

Θεωρώ ιδιαίτερα αξιοσημείωτη την παρακάτω παρατήρηση του νεοελληνιστή και μεταφραστή του Ψελλού, Βρασίδα Καραλή2: «Οι Βυζαντινοί ερμήνευσαν την ελληνική αρχαιότητα όπως την ερμηνεύουμε και εμείς σήμερα. Γι’ αυτούς άμεσοι πρόγονοι ήταν οι σοφιστές της ελληνορωμαϊκής, της υστερορωμαϊκής και της πρωτοβυζαντινής εποχής. δηλαδή ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Αίλιος Αριστείδης, ο Θεμίστιος, ο Γεώργιος Πισίδης, καθώς και όλοι οι μυθιστοριογράφοι της ύστερης αρχαιότητας, οι οποίοι επηρέασαν βαθύτατα τον τρόπο της γραφής τους. Ο Χαρίτων, ο Ιάμβλιχος, ο Λόγγος, ο Αχιλλεύς Τάτιος και ο Ηλιόδωρος αποτελούσαν τις πλέον οικείες αναγνωστικές τους συνήθειες, μέσω των οποίων καθορίστηκε ο ειδικός τρόπος με τον οποίο ανέγνωσαν και ερμήνευσαν την αρχαιότητα».

Θα προσπαθήσω να δικαιολογήσω τον ισχυρισμό που διατύπωσα στην αρχή περί ερωτικού Βυζαντίου, με ένα παράδειγμα: με το μυθιστόρημα για τον Καλλίμαχο και τη Χρυσορρόη. Κι ας μη νομισθεί πως είναι ένα παράδειγμα ασήμαντο.

Ο Beck3, μιλώντας για τη σχέση των ερωτικών μυθιστορημάτων του 14ου αιώνα (στα οποία εντάσσεται και ο Καλλίμαχος και η Χρυσορρόη), υποστηρίζει ότι, παρά τα φραγκικά στοιχεία που έχουν κατά καιρούς επισημανθεί, η όλη γραφή και σύνθεσή τους «μπορεί να προέρχεται μόνο απ’ τις εικόνες του ελληνικού (εννοεί του αρχαίου) μυθιστορήματος και από τη σύγχρονη πολιτισμική ζωή των Ελλήνων. Το κλασσικό σχέδιο: ο έρωτας που ανάβει ξαφνικά, ο δύσκολος δρόμος ώσπου να βρεθούν μαζί οι ερωτευμένοι, η σύντομη ευτυχία, η απώλεια της αγαπημένης, η περιπετειώδης αναζήτηση, το ξαναντάμωμα, ­το πλαίσιο αυτό δίνει θέση σε οτιδήποτε ενδιαφέρει και το αρχαίο μυθιστόρημα, προπάντων περιγραφές: περιγραφές ωραίων γυναικών, περιγραφές πύργων και εσωτερικών χώρων, αγαλμάτων και παιχνιδιών με τα νερά, πολύτιμων πετραδιών και δαχτυλιδιών και, ξανά και ξανά, περιγραφές για κήπους, λουλούδια και πουλιά». Στο αρχαίο μυθιστόρημα ανάγει ο Beck και στοιχεία ύφους. Κι ακόμα παρατηρεί: «Αυτά τα στοιχεία ύφους, που ανάλογα με το μέτρο ή την υπερβολή της χρήσης ενοχλούν όχι σπάνια τον σημερινό αναγνώστη, ανήκουν επίσης στο γλωσσικό ένδυμα της δημοτικής, για την πνευματική τέρψη μιας μορφωμένης κοινωνίας». Όσον αφορά αυτό το τελευταίο, ίσως πρόκειται για κάτι ευρύτερο: στοιχεία «μορφωμένων», προκειμένου μάλιστα ειδικότερα περί γλώσσας, υπήρχαν ήδη και στη λαϊκή προφορική γλώσσα. Άρα ο συνθέτης του έργου –και ο Beck στο σημείο αυτό μιλάει ειδικά για τον Καλλίμαχο και τη Χρυσορρόη– δεν ανήκει κατ’ ανάγκην «στους μορφωμένους κύκλους της ανώτερης κοινωνίας». Εξάλλου: πίσω από τις λέξεις ανακαλύπτουμε αισθήματα, ροπές, ψυχικά σκιρτήματα που είναι αμεσότερα λαϊκά, εκτός αν δεχτούμε ότι μια λαϊκότητα διέτρεχε όλα τα στρώματα της βυζαντινής κοινωνίας, η οποία ασφαλώς είχε την ταξική διαστρωμάτωσή της, αλλά κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν με τον οποίο την είδαμε να διαμορφώνεται στην Ευρώπη στους νεότερους χρόνους, με τη σταδιακή διαμόρφωση του καπιταλισμού.

Αξίζει να πούμε ότι ο Γεώργιος Μέγας4, σε ειδική μελέτη του, είχε δείξει (συστηματικότερα από άλλους που είχαν προηγηθεί) ότι το μυθιστόρημα του Καλλίμαχου και της Χρυσορρόης γράφτηκε με υλικό των ελληνικών λαϊκών παραμυθιών. Αυτό δέχεται και ο εκδότης του έργου Ε. Κριαράς5, ο οποίος επιπλέον βεβαιώνει ότι «καμία εξάρτηση δεν διαπιστώθηκε, ώς την ώρα τουλάχιστον, από έργο της μεσαιωνικής ευρωπαϊκής γραμματείας». Ο Hunger6, με βάση το ότι, κατά την επικρατέστερη άποψη, το έργο «γράφτηκε γύρω στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 14ου αι.», αλλά και το γεγονός ότι παρατηρείται «έλλειψη δυτικών επιδράσεων», υποστηρίζει ότι «αποτελεί ένα είδος ενδιάμεσου σταθμού ανάμεσα στο λόγιο βυζαντινό μυθιστόρημα της εποχής των Κομνηνών και στα δημώδη μυθιστορήματα που γράφτηκαν στην εποχή της Φραγκοκρατίας». Εξάλλου, ήδη στα μυθιστορήματα της εποχής των Κομνηνών, υπάρχουν «στοιχεία που μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε ως καθαρώς βυζαντινά, τα οποία εξαρτώνται δηλαδή από το βυζαντινό περιβάλλον και τις κοινωνικές σχέσεις του 12ου αιώνα και φέρουν λιγότερο ή περισσότερο σαφή ίχνη που παραπέμπουν σ’ αυτές». Έτσι, επιτυγχάνουν οι συγγραφείς τους στις «προσπάθειες εκσυγχρόνισης» του είδους, το οποίο συνεχίζει το αρχαίο ελληνικό μυθιστόρημα. Ειδικότερα, ο Καλλίμαχος και η Χρυσορρόη δείχνει «ότι, ακριβώς, αυτά τα στοιχεία, που ήταν παρμένα από το βυζαντινό περιβάλλον, καθώς και εκείνα τα χαρακτηριστικά που τείνουν προς τον ρεαλισμό και το νατουραλισμό, προσφέρονταν για περαιτέρω επεξεργασία στα πλαίσια μιας εξέλιξης του βυζαντινού μυθιστορήματος».
Αυτά τα στοιχεία, και ακριβέστερα εκείνο που κατέχει στο έργο κυρίαρχη θέση, το ερωτικό, παρουσιάζω με συντομία στη συνέχεια.

Οι τρεις γιοι ενός βασιλιά, που τους στέλνει να κάνουν κατορθώματα για ν’ αποφασίσει σε ποιον θ’ αφήσει το βασίλειό του, φτάνουν σ’ ένα δρακοντόκαστρο, όπου θα κατορθώσει να μπει, μόνος, ο τολμηρός μικρότερος. Εκεί θα βρει μια νέα, που ο δράκοντας την έχει κρεμασμένη από τις τρίχες της κεφαλής της και κάθε τόσο τη βασανίζει. Θα αγαπηθούν. Θα σκοτώσει ο Καλλίμαχος τον δράκοντα. Αποφασίζουν «μετὰ ἐρωτοτριβὰς πολλοῦ καιροῦ καὶ χρόνου» να βγουν έξω από το κάστρο, σ’ ένα «νησίτσιν εὔμορφον εἰς παραποταμίαν», όπου απολαμβάνουν τον έρωτά τους. Επιστρέφουν στο κάστρο, αυτό επαναλαμβάνεται πολλές φορές. Ένας νέος βασιλιάς, «ἄζυξ», ανύπαντρος, περνάει με τα φουσάτα του από το κάστρο, το περιεργάζεται, κάποια στιγμή βλέπει τη Χρυσορρόη «παρακύπτουσαν ἐκ τοῦ κάστρου», ενώ «συνεπαρέκυπτεν» και ο Καλλίμαχος. Επιθυμεί σφοδρά τη νέα. Οι σύμβουλοί του όλοι τον συμβουλεύουν να μην πολεμήσει ένα κάστρο που μοιάζει άπαρτο (πλην των άλλων «ὄφεις αὐτὸ φυλάγουσιν»). Αλλά μια πανούργα γριά θα καταφέρει να περάσει μέσα, θα θανατώσει μαγικά τον Καλλίμαχο και θα παραδώσει τη Χρυσορρόη στον βασιλιά. Τα αδέρφια του Καλλίμαχου θα καταλάβουν από όνειρο που είδαν ότι αυτός διατρέχει θανάσιμο κίνδυνο. Τον αναζητούν, τον βρίσκουν, τον ζωντανεύουν με τον ίδιο μαγικό τρόπο. Ο Καλλίμαχος περιπλανάται αναζητώντας αυτός τώρα τη Χρυσορρόη. Τη βρίσκει. Παριστάνοντας τον βοηθό του κηπουρού στο βασιλικό παλάτι σμίγει κρυφά με τη Χρυσορρόη, τη μόνιμη μελαγχολία και τους θρήνους της οποίας αντικαθιστά τώρα μια έξοχη ψυχική διάθεση, «τῆς λύπης ἐξορία καὶ τῆς τρυφῆς εἰσέλευσις». Οι αυλικοί σπεύδουν να στείλουν στον βασιλιά, που λείπει σε πόλεμο, το χαροποιό άγγελμα. Ωστόσο, και κάτι υποψιάζονται. Και τελικά θα γίνουν αυτόπτες μάρτυρες των ερωτικών περιπτύξεων της «πόρνης κόρης». Κάποια στιγμή επιστρέφει ο βασιλιάς, ειδοποιημένος κιόλας για τα διατρέξαντα. Εντούτοις θέλει, πριν θανατωθούν, ν’ ακούσει τι έχουν να του πουν. Η Χρυσορρόη με μιαν έξυπνη παρομοίωση θα κάνει τον βασιλιά να δεχτεί πως είναι άδικο να τρυγήσει κάποιος το «ἀμπέλι» που ανήκει σ’ άλλον. Και ο Καλλίμαχος θα μιλήσει για τη βασιλική καταγωγή του (δεν είναι λοιπόν «μίσθαρνος»!) και θα αφηγηθεί την ιστορία των σχέσεών του με τη Χρυσορρόη. Ο βασιλιάς θα εκδηλώσει τη λύπη του για «τοὺς πικρασμοὺς τῆς τύχης» (η οποία παίζει επίσης κορυφαίο ρόλο στο έργο), θα τους στείλει με λαμπρή συνοδεία στο δρακοντόκαστρο, όπου «πάλιν εὐφροσύνης ἀρρήτου καὶ γλυκύτητος μόνοι κατατρυφῶσιν».

Οι 2607 στίχοι του έμμετρου αυτού μυθιστορήματος είναι βαθύτατα σφραγισμένοι από τον έρωτα, έναν έρωτα όχι πνευματικό, «πλατωνικό», αλλά αυτόχρημα φλογερά σαρκικό. Και επίμονο:

πόθος γὰρ πόθου στερηθεὶς ὑπομονὴν οὐκ ἔχει
τῶν δ’ ἄλλων ἔχει μέριμναν, ἂν εἴποις, οὐδεμίαν.

Οι γιοι του βασιλιά είναι «ἐρωτοφορούμενοι», φέρουν, φοράνε τον έρωτα, φέρονται, εμφορούνται από τον έρωτα, όπως θέλει κανείς μπορεί να το πει. Μέσα στο κάστρο ο άγνωστος και αόρατος τεχνίτης έχει ιστορήσει τον Άρη «ἐρωτικῶς συμπαίζοντα μετὰ τῆς Ἀφροδίτης». Όταν ο Καλλίμαχος αντικρύζει τη Χρυσορρόη, μένει σα μαρμαρωμένος από το σοκ της ομορφιάς:

καὶ παρευθὺς ἐπέμεινεν ὡς λίθος εἰς τὸν τόπον.
Ἔβλεπεν μόνον ἀτενές, ἵστατο μόνον βλέπων
εἶναι καὶ ταύτην ἔλεγεν ἐκ τῶν ζωγραφημάτων.
Οὕτως τὸ κάλλος δύναται ψυχὰς ἐξαναστάσαι
ἁρπάσαι γλώσσας καὶ φωνάς, καρδίας ἐκ­νε­κρῶσαι.

Κι όταν θα συναντηθούν πάλι για πρώτη φορά στο παλάτι του βασιλιά, που έχει απαγάγει τη Χρυσορρόη, αυτή μεν «ἀναίσθητος ἀπέμεινεν αὐτίκα», ο δε Καλλίμαχος, επίσης, «εὐθὺς λιποθυμεῖ καὶ πίπτει». Όμοια θα διατεθεί και ο δεύτερος βασιλιάς, πρωτοαντικρύζοντας τη Χρυσορρόη.

Το σώμα της νέας είναι «καλόν, ἐνήδονον, πανεύμορφον, ὡραῖον». το σώμα που θα λάμψει ακόμα πιο ηδονικό με το λουτρό που θα κάνουν μαζί μετά τη «συνομοψυχία» και το δέσιμο του έρωτά τους με όρκο:

Μετὰ γοῦν ἄλλα τὰ πολλὰ τῶν ἐρωτοχαρίτων,
ὅσα μανθάνει φυσικῶς ἐρωτικὴ καρδία
ἐσέβησαν (μπήκαν) εἰς τὸ λουτρόν, ἐλούσθησαν ἐκεῖνοι.
Καὶ τοῦ λουτροῦ τάς ἡδονὰς καὶ τὰς ἐν τούτῳ χάρεις
ἡ γλῶσσα μόνη δύνεται τῆς Ἀφροδίτης λέγειν.
χεὶρ δ’ ἀνθρωπίνη καὶ θνητὴ καὶ κάλαμος ἐν ταύτῃ
λέγειν καὶ γράφειν ἡδονὰς τοσαύτας οὐκ ἰσχύσει,
ὅπως τῆς κόρης τάς πληγάς (απ’ τα χτυπήματα του δράκοντα) ἐμάλασσεν ἐκεῖνος
καὶ δροσισμὸν ἀπόρρητον ἐκ τῶν μωλώπων εἶχεν
καὶ κόρον οὐκ ἐλάμβανε τῶν ἡδονῶν τῆς κόρης.

Η σκηνή του λουτρού δεν τελειώνει εδώ, συνεχίζεται και με άλλους στίχους, πιο πολλούς, γιατί το πανώριο σώμα και η «κρυσταλλώδης σάρκα» είναι αυτό που «τὴν χάριν καὶ τὴν ἡδονὴν εἰς τὸ λουτρὸν αὐξάνει».

Επισημαίνω μια μεγάλη διαφορά από «την απαιτούμενη στο τυπικό σχήμα του αρχαίου μυθιστορήματος αγνότητα», όπως θα έλεγε ο Otto Weirzeich7. Η ηρωίδα στο αρχαίο μυθιστόρημα μένει «άθικτη» όχι μόνο από τους τρίτους που την κρατούν αιχμάλωτη και την ορέγονται, αλλά και από τον αγαπημένο της. Στα σύντομα διαστήματα όπου βρίσκονται μαζί, δεν ενώνονται ερωτικά. Αυτό θα γίνει μετά τον γάμο και την οριστική λύτρωσή τους. Στον Καλλίμαχο όμως και τη Χρυσορρόη τέτοιοι φραγμοί δεν υπάρχουν, όπως είδαμε. Το μυθιστόρημα είναι κι ένας ύμνος από ερωτικό φιλί, που δίνεται αμέσως και ακατάπαυστα οποιαδήποτε ώρα! Όταν ο Καλλίμαχος ξαναβρίσκει τη Χρυσορρόη, μολονότι κρυφά και με τον έσχατο κίνδυνο,

κύπτει, φιλεῖ τὴν δέσποιναν ἐκεῖνος μετὰ πόθου
ἁρπάζει, κλέπτει τὸ φιλὶ μετὰ χαρίτων πόσων καὶ χείλη ῥόδου κρείττονα φιλήσας μετὰ ῥόδων
ἐπῆρεν ἄλλον φίλημα ἀντὶ τῶν ῥόδων τότε (…)
Ἀπὸ γὰρ τοῦ φιλήματος ἀνέκφραστος γλυκύτης
ὡς ποταμὸς ἐπότιζε καλὸς νεκρὰς καλὰς καρδίας.
ὡς γὰρ ποτίζει ποταμὸς δένδρη καταψυγμένα
οὕτω καὶ φίλημα νεκρὰν παρηγορεῖ καρδίαν.

Ακόμα και το κόκκινο χρώμα με τη συμβολική ερωτική λειτουργία του υπάρχει. Ο λόγος είναι για το μέρος όπου έβγαιναν οι δύο εραστές κι έκαναν έρωτα:

Ὁ τόπος εἶχεν χάριτας παράξενας ἐκεῖνος
ἔγεμεν ἄνθη κόκκινα, παντοδαπά, ποικίλα.
Εἶπες ἐκείνην τὴν βαφὴν ὡς τὸ τοῦ ῥόδου φύλλον
βαφὴν παιδὸς ἐρωτικοῦ, τῆς Ἀφροδίτης αἷμα

Το αίμα των εραστών πράγματι σφύζει, τους σπρώχνει δυνατά στο «εὔνοστον παιγνίδιν τῶν Ἐρώτων», χωρίς κόπωση, χωρίς χορτασμό, μέρα και νύχτα:

Μετὰ πολλῆς τῆς ἡδονῆς πληροῦσι τὴν ἡμέραν
ἡ νὺξ μετὰ γλυκύτητος ἔρχεται, φθάνει πάλιν
καὶ μετὰ τὴν εἰσέλευσιν καὶ τῆς νυκτὸς ἐκείνης
Ἔρως καὶ πάλιν πτερωτὸς τὸν (μεταμφιεσμένο σε) μισθωτὸν ἐπαίρει
καὶ φέρει πρὸς τὴν δέσποιναν καὶ πᾶσαν πόθου χάριν.

Όλα αυτά μπορούμε να τα βρούμε και στο ελληνικό ερωτικό δημοτικό τραγούδι π.χ.:

Τα χείλη σου είναι ζάχαρη, το μάγουλό σου μήλο
Τα στήθη σου παράδεισο και το κορμί σου κρίνο.
Να φίλουνα τη ζάχαρη, να δάγκανα το μήλο
ν’ άνοιγεν ο παράδεισος, ν’ αγκάλιαζα τον κρίνο.
Το χέρι σου το παχουλό, το κονδυλογραμμένο
να το ’χα για προσκέφαλο τρεις μέρες
και τρεις νύχτες
κι οι μέρες να ‘ναι του Μαγιού
κι οι νύχτες του Γενάρη
να σε χορτάσω φίλημα, να σε χορτάσω αγκάλες.
Κόκκιν’ αχείλι φίλησα κι έβαψε το δικό μου
και στο μαντίλι το ‘συρα κι έβαψε το μαντίλι
και στο ποτάμι το ‘πλυνα κι έβαψε το ποτάμι8…

Ίσως κάποιοι παραξενευτούν διαβάζοντας τους τελευταίους στίχους του τολμηρά «ἐνήδονου», ερωτολατρικού αυτού μυθιστορήματος:

καὶ μὲ χαρίτων τοῦ Θεοῦ, αὐτοῦ τοῦ λυτρωτοῦ μας
εὑρέθησαν εἰς τὴν χαρὰν καὶ τὸ καλὸν τὸ πρῶτον
ἀπαλλαχθέντες τοῦ κακοῦ καὶ τῆς πικρᾶς ὀδύνης.
Καὶ τέλος εἴληφεν λοιπὸν τὸ νῦν παρὸν
βιβλίον
μετὰ θελήσεως Χριστοῦ, Θεοῦ τοῦ λυτρωτοῦ μας.
Ἀμήν.

Δεν πρόκειται για ένα ταρτουφικό φύλλο συκής βαλμένο από τον (κατά πάσα πιθανότητα καλόγερο) αντιγραφέα. Αυτό θα ήταν, πιστεύω, μια υπεραπλούστευση. Αντίθετα, φρονώ ότι παρατηρείται, και στην περίπτωση αυτή, μια χαρακτηριστική τάση του Έλληνα λαϊκού ανθρώπου, ανεξάρτητα από εποχές: ενώ διακρίνεται για τη θρησκευτικότητά του, κατορθώνει και συνδυάζει φυσική ζωή και μεταφυσική έτσι, ώστε η πρώτη να εκκοσμικεύει σε σημαντικό βαθμό τη δεύτερη. Η παρακάτω παρατήρηση που έχω κάνει ειδικά για τις θρησκευτικές γιορτές μας9, μπορεί εύκολα να γενικευθεί, ώστε να αφορά την όλη θρησκευτική συμπεριφορά του Νεοέλληνα (το ίδιο συνέβαινε και με τον αρχαίο Έλληνα και τον Βυζαντινό).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

  1. Ιωσήφ Βιβιλάκη, Η Θεατρική ορολογία στους Πατέρες της Εκκλησίας. Συμβολή στη μελέτη της σχέσης Εκκλησίας και Θεάτρου, Αθήνα 1996. Β. Πούχνερ, Θεατρολογικές παρατηρήσεις σε βυζαντινούς ιστοριογράφους: Η περίπτωση του Μιχαήλ Ψελλού, στο Φαινόμενα και Νοούμενα, Αθήνα 1999. Μ.Γ. Μερακλής, Η ιστορία ως πρωτογενές και αρχετυπικό δράμα, Αιολικά Γράμματα, 15 (1995).
  2. Μιχαήλ Ψελλός, τ.Β, Άγρωστις, Αθήνα 1993.
  3. Hans-Georg Beck, Geschichte der byzantinischen Volksliteratur, Μόναχο 1971.
  4. Γ.Α. Μέγα, Καλλιμάχου και Χρυσορρόης υπόθεσις, στο Mèlanges offerts à Octave et Melpo Merlier, Αθήνα 1952.
  5. Ε. Κριαρά, Το Κατά Καλλίμαχον και Χρυσορρόην ερωτικόν διήγημα, Κριτική Έκδοση, Θεσσαλονίκη 1971.
  6. Herbert Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία. Η λόγια κοσμική γραμματεία των βυζαντινών, τ. Β’, Ιστοριογραφία- Φιλολογία-Ποίηση. (μετ. Τ. Κόλλιας, Κ. Συνέλλη, Γ.Χ. Μακρής, Ι. Βάσσης), ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992
  7. βλ. το δοκίμιο του στον τόμο: Heliodor, Die Abenteuer der schönen Chariklea. Ein griechischer Liebersroman (μετ. Rudolf Reymer), Rowohlt, Ζυρίχη 1962.
  8. Ν. Γ. Πολίτου, Εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Αθήνα 1914.
  9. Μ. Γ. Μερακλής, Νεοελληνικός λαϊκός βίος. Όψεις και απόψεις, Α.Α. Λιβάνης, Αθήνα 2001.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek