του Αλ. Χρύση, από το Άρδην τ. 50, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2004

Ε­πί­κου­ρος Κα­θη­γη­τής Φι­λο­σο­φί­ας, Τμή­μα Κοι­νω­νιο­λο­γί­ας, Πά­ντειο

Α­ΝΤΙ ΠΡΟ­ΛΟ­ΓΟΥ

Το κειμε­νο που α­κο­λου­θεί δεν έ­χει α­κα­δη­μα­ϊ­κό χα­ρα­κτή­ρα. Συ­νι­στά, ου­σια­στι­κά, μια κατ’ α­νά­γκην ελ­λει­πτι­κή δο­κι­μή κα­τα­γρα­φής θέ­σε­ων με ο­ρί­ζο­ντα μια σύγ­χρο­νη μαρ­ξι­στι­κή θε­ω­ρί­α της ε­πα­νά­στα­σης. Στις γραμ­μές αυ­τές θα υ­πο­στη­ρί­ξω ό­τι μια τέ­τοια θε­ω­ρί­α θα μπο­ρού­σε πράγ­μα­τι να συ­γκρο­τη­θεί στον βαθ­μό που συ­νει­δη­το­ποιού­με κα­ταρ­χήν και α­ντι­με­τω­πί­ζου­με στη συ­νέ­χεια τον ί­διο τον μαρ­ξι­σμό, με τη μια ή την άλ­λη εκ­δο­χή του, ως ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νο και μέ­χρι σή­με­ρα α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κό εγ­χεί­ρη­μα υ­πέρ­βα­σης της α­ντί­θε­σης Δια­φω­τι­σμού και Ρο­μα­ντι­σμού, τό­σο στο πε­δί­ο της Ι­στο­ρί­ας των Ι­δε­ών, ό­σο και κυ­ρί­ως σε ε­κεί­νο της Ι­στο­ρί­ας των κοι­νω­νι­κών κι­νη­μά­των.

Η σχέ­ση του μαρ­ξι­σμού ως φι­λο­σο­φι­κού και κοι­νω­νι­κού κι­νή­μα­τος με τον Δια­φω­τι­σμό και τον Ρο­μα­ντι­σμό δεν α­πορ­ρέ­ει α­πό την ε­ξω­τε­ρι­κή / συ­γκρι­τι­κή προ­σέγ­γι­ση των συ­γκε­κρι­μέ­νων ρευ­μά­των με τη μαρ­ξι­κή θε­ω­ρί­α. Ο τρό­πος με τον ο­ποί­ο ο ί­διος ο Marx δια­βά­ζει τους δια­φω­τι­στές και τους ρο­μα­ντι­κούς –ε­πί­δι­κο α­ντι­κεί­με­νο ερ­μη­νεί­ας αυ­τός κα­θαυ­τός– πα­ρά­γει α­ντί­στοι­χα ι­δε­ο­λο­γι­κά και πο­λι­τι­κά α­να­πτύγ­μα­τα που, πα­ρά τις ση­μαί­νου­σες για μια στρα­τη­γι­κή και τα­κτι­κή της ε­πα­νά­στα­σης δια­φο­ρές τους, κα­τα­γρά­φο­νται με την κοι­νή ταυ­τό­τη­τα του μαρ­ξι­σμού. Χω­ρίς αμ­φι­βο­λί­α, μια μαρ­ξι­στι­κή θε­ω­ρί­α της ε­πα­νά­στα­σης προ­ϋ­πο­θέ­τει α­πό την πλευ­ρά των ει­ση­γη­τών της συ­γκε­κρι­μέ­νη ερ­μη­νεί­α της συ­νά­ντη­σης του Marx με τον Δια­φω­τι­σμό και τον Ρο­μα­ντι­σμό. Το θέ­μα δεν έ­χει σχο­λα­στι­κό ή στε­νά α­κα­δη­μα­ϊ­κό χα­ρα­κτή­ρα. Δεν α­φο­ρά α­πο­κλει­στι­κά –πώς θα μπο­ρού­σε άλ­λω­στε– τη λε­γό­με­νη Ι­στο­ρί­α των Ι­δε­ών. Πρό­κει­ται για ζή­τη­μα στρα­τη­γι­κής ση­μα­σί­ας για ό­σους ε­ξα­κο­λου­θούν να υ­ιο­θε­τούν τη δια­πί­στω­ση του ί­διου του Marx, σύμ­φω­να με την ο­ποί­α “οι φι­λό­σο­φοι ερ­μή­νευ­σαν τον κό­σμο με πολλούς τρό­πους. το ζή­τη­μα εί­ναι να τον αλ­λά­ξου­με.”1

Στην προ­ο­πτι­κή του ε­πα­να­στα­τι­κού με­τα­σχη­μα­τι­σμού του κό­σμου, που α­ναμ­φί­βο­λα υ­πήρ­ξε αυ­τή του Marx ή­δη α­πό τα χρό­νια της νιό­της του, ο Δια­φω­τι­σμός συ­νι­στά κί­νη­μα α­να­τρο­πής με δύ­να­μη κρού­σης τη δύ­να­μη του λο­γι­κού. Η φι­λο­σο­φί­α των Φώ­των και η ε­πα­να­στα­τι­κή πρα­κτι­κή που πυ­ρο­δο­τεί, ε­ρή­μην μά­λι­στα των κυ­ριό­τε­ρων εκ­προ­σώ­πων της, βρί­σκει α­πέ­να­ντί της την Εκ­κλη­σί­α και το Κρά­τος, την πα­πι­κή ε­ξου­σί­α και την α­πό­λυ­τη μο­ναρ­χί­α. Θρη­σκευ­τι­κές δει­σι­δαι­μο­νί­ες και με­τα­φυ­σι­κές προ­κα­τα­λή­ψεις σα­ρώ­νο­νται, ο υ­πή­κο­ος με­τα­τρέ­πε­ται τε­λι­κά σε πο­λί­τη. Ε­πι­στή­μη και τε­χνι­κή καλ­πά­ζουν. Η δύ­να­μη του λο­γι­κού καλ­λιερ­γεί­ται και ο­ξύ­νε­ται. Ο φυ­σι­κός κό­σμος και οι μη­χα­νι­σμοί της λει­τουρ­γί­ας του ερ­μη­νεύ­ο­νται έλ­λο­γα, χω­ρίς προ­σφυ­γή στο θεί­ο και στο ιε­ρό. Ο Νεύ­των δια­τυ­πώ­νει τους νό­μους του. Η Φύ­ση δα­μά­ζε­ται, κυ­ριαρ­χεί­ται, ε­λέγ­χε­ται, γί­νε­ται α­ντι­κεί­με­νο πα­ρα­τή­ρη­σης αλ­λά και ε­ξυ­πη­ρέ­τη­σης των υ­λι­κών α­να­γκών του αν­θρώ­που. Μπο­ρεί να γί­νει το ί­διο και στην κοι­νω­νί­α; Υ­πάρ­χουν νό­μοι που διέ­πουν την κί­νη­σή της; Υ­πάρ­χουν νό­μοι που υ­πα­γο­ρεύ­ουν την έλ­λο­γη κα­τα­σκευ­ή της; Η πρό­ο­δος στον το­μέ­α της ε­πι­στή­μης και σε ε­κεί­νον της τε­χνι­κής βρί­σκει το α­ντί­στοι­χό της σε αυ­τόν της πο­λι­τι­κής και της η­θι­κής; Η φι­λο­σο­φί­α της Ι­στο­ρί­ας ε­νός Condorcet ή ε­νός Turgot συμ­με­ρί­ζε­ται και ενι­σχύ­ει το πνεύ­μα της αι­σιο­δο­ξί­ας, ε­κεί­νον τον φαι­νο­με­νι­κά α­κα­τα­μά­χη­το ο­πτι­μι­σμό, σύμ­φω­να με τον ο­ποί­ο το αν­θρώ­πι­νο γέ­νος βα­δί­ζει στα­θε­ρά, κι­νεί­ται γραμ­μι­κά και κατ’ α­να­γκαιό­τη­τα προς την πρό­ο­δο2. Α­πο­τε­λούν ά­ρα­γε και οι ε­πα­να­στά­σεις εκ­δή­λω­ση αυ­τής της α­να­γκαιό­τη­τας, α­τμο­μη­χα­νές αυ­τής της προ­ό­δου, στην τρο­χιά της ο­ποί­ας κι­νεί­ται ή­δη η αν­θρω­πό­τη­τα, ό­πως πι­στεύ­ουν του­λά­χι­στον οι α­κραιφ­νείς υ­πο­στη­ρι­κτές του Δια­φω­τι­σμού;

Η Γαλ­λι­κή Ε­πα­νά­στα­ση του 1789 γεν­νά κύ­μα­τα εν­θου­σια­σμού ό­χι μό­νο στους πρω­τα­γω­νι­στές της, ό­χι μό­νο στα κοι­νω­νι­κά και πο­λι­τι­κά υ­πο­κεί­με­να που με­τέ­χουν ε­νερ­γά στη δυ­να­μι­κή της, αλ­λά, αν πι­στέ­ψου­με τον Kant, και στους εξ α­πο­στά­σε­ως πα­ρα­τη­ρη­τές της. Αν μη τι άλ­λο, ο εν­θου­σια­σμός αυ­τός συ­νι­στά έν­δει­ξη ό­τι υ­πάρ­χει στον άν­θρω­πο μια η­θι­κή κα­τα­βο­λή3. Πέ­τυ­χε λοι­πόν τον στό­χο του ο Δια­φω­τι­σμός; Κα­τόρ­θω­σε ε­πι­τέ­λους το αν­θρώ­πι­νο γέ­νος την έ­ξο­δό του α­πό το κα­θε­στώς της α­νω­ρι­μό­τη­τας, της κη­δε­μό­νευ­σης του νου και της ψυ­χής, κα­θε­στώς για το ο­ποί­ο ο ί­διος ο άν­θρω­πος φέ­ρει α­κέ­ραι­η την ευ­θύ­νη; Η ρο­μα­ντι­κή κρι­τι­κή ε­νός ε­ξέ­χο­ντος τέ­κνου της ε­πο­χής των Φώ­των, ι­διαί­τε­ρα προ­σφι­λούς στον νε­α­ρό Marx, του Friedrich Schiller, θέ­τει το ε­ρώ­τη­μα και χα­ράσ­σει τα ό­ρια α­νά­με­σα στον κό­σμο του Δια­φω­τι­σμού και σε ε­κεί­νον του Ρο­μα­ντι­σμού λί­γα μό­λις χρό­νια με­τά τη Γαλ­λι­κή Ε­πα­νά­στα­ση:

Πώς λοι­πόν ε­ξη­γού­νται οι προ­κα­τα­λή­ψεις και ο σκο­τα­δι­σμός που α­κό­μη ε­πι­κρα­τούν, πα­ρό­λο το φως που σκόρ­πι­σε η ε­μπει­ρι­κή γνώ­ση και η φι­λο­σο­φί­α; […] Πού, λοι­πόν, ο­φεί­λε­ται το ό­τι α­κό­μη εί­μα­στε βάρ­βα­ροι; Η α­ξί­α, συ­νε­πώς, της δια­φώ­τι­σης δεν έ­γκει­ται μό­νο στην ε­πί­δρα­ση που α­σκεί στον χα­ρα­κτή­ρα, για­τί ως έ­να βαθ­μό και η ί­δια α­πορ­ρέ­ει α­πό αυ­τόν. ο δρό­μος που ο­δη­γεί στον Νου πρέ­πει να πε­ρά­σει μέ­σα α­πό την καρ­διά. Ε­πι­τα­κτι­κή α­νά­γκη του και­ρού μας εί­ναι η α­νά­πτυ­ξη της συ­ναι­σθη­μα­τι­κής μας ι­κα­νό­τη­τας, ό­χι μό­νο ε­πει­δή μας βο­η­θά να συλ­λά­βου­με το βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα της ζω­ής, αλ­λά ε­πι­πλέ­ον για­τί συμ­βάλ­λει στη βελ­τί­ω­ση της ί­διας της ε­νο­ρα­τι­κής λει­τουρ­γί­ας4. 
Με άλ­λα λό­για, η έ­ξο­δος α­πό τη βαρ­βα­ρό­τη­τα δεν δια­σφα­λί­ζε­ται με τον μο­νο­διά­στα­το φω­τι­σμό του νου. Ο ρο­μα­ντι­κός α­ντί­λο­γος στη μο­νό­πλευ­ρη α­πο­θέ­ω­ση του δια­φω­τι­στι­κού λό­γου ε­πι­ση­μαί­νει ό­τι η ι­κα­νό­τη­τα του αι­σθά­νε­σθαι, η καλ­λιέρ­γεια της ψυ­χής, η δύ­να­μη του βιώ­μα­τος έ­χουν, πρέ­πει να έ­χουν, τον λό­γο τους στην ε­πα­να­στα­τι­κή αλ­λα­γή του κό­σμου.

Πώς α­πά­ντη­σε ο Marx, πώς α­πα­ντούν οι κομ­μου­νι­στές στη ρο­μα­ντι­κή κρι­τι­κή του δια­φω­τι­στι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος; Υ­πο­στη­ρί­ζω τη θέ­ση ό­τι:

Η σύ­γκρου­ση των δια­φω­τι­στών με τον σκο­τει­νό κό­σμο της θε­ο­λο­γι­κής με­τα­φυ­σι­κής και της α­πο­λυ­ταρ­χι­κής ε­ξου­σί­ας, ό­πως και η ρο­μα­ντι­κή α­ντί­θε­ση στο δια­φω­τι­στι­κό σχέ­διο, κα­τα­νο­ού­νται και ερ­μη­νεύ­ο­νται α­πό τον Marx, ό­πως ή­δη και α­πό τον Hegel, μέ­σα στην ι­στο­ρι­κό­τη­τά τους. Δια­φω­τι­σμός και Ρο­μα­ντι­σμός α­ντι­με­τω­πί­ζο­νται, με άλ­λα λό­για, ως στιγ­μές μιας ε­νιαί­ας ι­στο­ρι­κής δια­δι­κα­σί­ας και ε­πι­χει­ρεί­ται η υ­πέρ­βα­σή τους, αλ­λά ό­χι ο μη­δε­νι­σμός τους, στο πλαί­σιο μιας κομ­μου­νι­στι­κής θε­ω­ρί­ας της ε­πα­νά­στα­σης5. 

Στο πλαί­σιο μιας ε­πα­να­στα­τι­κής στρα­τη­γι­κής και τα­κτι­κής που αυ­το­προσ­διο­ρί­ζε­ται ε­πι­στη­μο­νι­κή, έ­χει καί­ρια ση­μα­σί­α να διευ­κρι­νι­στεί ποιό εί­ναι το πε­ριε­χό­με­νο του ό­ρου ε­πι­στή­μη α­πό μαρ­ξι­κή και στη συ­νέ­χεια α­πό μαρ­ξι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση. Το ε­πι­στη­μο­λο­γι­κό υ­πό­δειγ­μα του Marx δεν εί­ναι αυ­τό του Δια­φω­τι­σμού. Δεν υ­πάρ­χει α­πό μαρ­ξι­κή σκο­πιά μια μη­χα­νι­κή ε­πι­στή­μη του κρά­τους και της κοι­νω­νί­ας. Ο Marx δεν συ­γκρο­τεί ε­πι­στή­μη της κοι­νω­νί­ας με τον τρό­πο που ο Newton συ­γκρό­τη­σε τη φυ­σι­κή ε­πι­στή­μη. Α­πό μαρ­ξι­κή ο­πτι­κή, η κοι­νω­νί­α δεν εί­ναι προ­ϊ­όν συμ­βά­σε­ως με­τα­ξύ α­τό­μων, το κρά­τος δεν εί­ναι μη­χα­νι­κή κα­τα­σκευ­ή. Α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, η μαρ­ξι­κή α­ντί­θε­ση, στο ε­πι­στη­μο­λο­γι­κό πρό­τυ­πο του Δια­φω­τι­σμού με τις μη­χα­νι­στι­κές και θε­τι­κι­στι­κές προ­δια­γρα­φές του, έ­να πρό­τυ­πο που τό­σο ε­πη­ρέ­α­σε την ι­δε­ο­λο­γι­κή πα­ρά­δο­ση της Β’ Διε­θνούς αλ­λά και τον στα­λι­νι­σμό, δεν ο­δη­γεί και σε ταύ­τι­ση με το ρο­μα­ντι­κής έ­μπνευ­σης μο­τί­βο της με­τω­πι­κής α­ντί­θε­σης ε­πι­στή­μης και ζω­ής, συ­γκε­κρι­μέ­νη εκ­δο­χή της ο­ποί­ας δια­κρί­νου­με και σε κεί­με­να του ε­λευ­θε­ρια­κού κομ­μου­νι­στή Μπα­κού­νιν.

Α­πο­τε­λεί, συ­νε­πώς, κομ­βι­κής ση­μα­σί­ας ζή­τη­μα η ε­πε­ξερ­γα­σί­α μιας μαρ­ξι­στι­κής έν­νοιας της ε­πι­στή­μης που θα υ­περ­βαί­νει δια­λε­κτι­κά το μη­χα­νι­στι­κό-θε­τι­κι­στι­κό υ­πό­δειγ­μα του Δια­φω­τι­σμού και το ρο­μα­ντι­κό πά­θος ε­να­ντί­ον της ε­πι­στή­μης. Α­πό αυ­τήν την ά­πο­ψη, μια μαρ­ξι­στι­κή ε­πι­στη­μο­λο­γί­α δεν ε­πι­τρέ­πε­ται να κα­τα­κρη­μνί­ζει στον Καιά­δα του α­νορ­θο­λο­γι­σμού ση­μα­ντι­κές φι­λο­σο­φι­κές κα­τη­γο­ρί­ες ό­πως αυ­τές της ύ­παρ­ξης και του βιώ­μα­τος. Στην κα­τεύ­θυν­ση αυ­τή, θα πρέ­πει να α­ξιο­λο­γη­θούν και να α­ξιο­ποι­η­θούν α­να­λό­γως προ­γε­νέ­στε­ρες συ­να­ντή­σεις και συ­γκρού­σεις στο πε­δί­ο της θε­ω­ρί­ας και της πρά­ξης, ό­πως αυ­τή του μαρ­ξι­σμού και του υ­παρ­ξι­σμού.

Ο α­νε­πα­νά­λη­πτος χα­ρα­κτή­ρας της αν­θρώ­πι­νης α­το­μι­κό­τη­τας ως μέ­λους μιας κοι­νό­τη­τας προ­σώ­πων χω­ρίς τά­ξεις και κρά­τος, που εί­ναι η κομ­μου­νι­στι­κή κοι­νω­νί­α σύμ­φω­να με τον Marx6, α­πέ­χει πα­ρα­σάγ­γες α­πό το α­δια­φο­ρο­ποί­η­το, α­φη­ρη­μέ­νο και α­ντι­κα­τα­στά­σι­μο ά­το­μο της ι­δε­ο­λο­γί­ας του ί­διου του Δια­φω­τι­σμού ή, έ­στω, μιας κυ­ρί­αρ­χης εκ­δο­χής του.

Ό­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ση­μειώ­νει ο Lukács, δια­κρί­νο­ντας με σα­φή­νεια τη μαρ­ξι­κή α­πό τη φι­λε­λεύ­θε­ρη ο­ντο­λο­γι­κή α­ντί­λη­ψη της α­το­μι­κό­τη­τας,
σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση, το ζή­τη­μα εί­ναι ό­τι δεν εί­ναι τα ά­το­μα που “κα­τα­σκευά­ζουν” την κοι­νω­νί­α, αλ­λά ό­τι μάλ­λον τα ά­το­μα, α­ντί­θε­τα, α­να­δύ­ο­νται στην κοι­νω­νί­α και δια­μέ­σου της α­νά­πτυ­ξης της κοι­νω­νί­ας, και ό­τι […] το πραγ­μα­τι­κό σύ­μπλεγ­μα έ­χει ο­ντο­λο­γι­κή προ­τε­ραιό­τη­τα πά­νω στα μέ­ρη. […] Το συ­ναί­σθη­μα του α­νή­κειν σε μί­α συ­γκε­κρι­μέ­νη κοι­νό­τη­τα, ή του­λά­χι­στον της ε­ξοι­κεί­ω­σης μα­ζί της, δια­μορ­φώ­νει την “εκ των ων ουκ ά­νευ” προ­ϋ­πό­θε­ση για την α­νά­δει­ξη του εί­δους με την κοι­νω­νι­κή έν­νοια7.

Χω­ρίς αμ­φι­βο­λί­α αυ­τό “το συ­ναί­σθη­μα του α­νή­κειν σε μια συ­γκε­κρι­μέ­νη κοι­νό­τη­τα” α­ντλεί δύ­να­μη α­πό την ι­δε­ο­λο­γι­κή πα­ρά­δο­ση του ρο­μα­ντι­σμού ε­νός Rousseau, ε­νός Schiller, ε­νός Herder, και ορ­θά α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται στην α­το­μο­κρα­τι­κή προ­σέγ­γι­ση των φι­λε­λεύ­θε­ρων εκ­προ­σώ­πων του Δια­φω­τι­σμού. Α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, ας μη λη­σμο­νού­με ό­τι ο ί­διος ο Marx, αλ­λά και μαρ­ξι­στές στο­χα­στές ό­πως ο Lukács και ο Marcuse, ε­πι­χεί­ρη­σαν την α­πο-μυ­θο­ποί­η­ση αυ­τού του βιώ­μα­τος του α­νή­κειν με την ο­ντο­λο­γι­κή θε­με­λί­ω­σή του στο πε­δί­ο της ερ­γα­σί­ας και της τα­ξι­κής δο­μής των αν­θρώ­πι­νων κοι­νω­νιών.

Το κρί­σι­μο ζή­τη­μα, ω­στό­σο, α­πό πο­λι­τι­κή του­λά­χι­στον ά­πο­ψη, συ­νί­στα­ται στο ό­τι η α­πο-μά­γευ­ση της ρο­μα­ντι­κής α­ντί­λη­ψης στο συ­γκε­κρι­μέ­νο ση­μεί­ο ο­δή­γη­σε τη με­γά­λη πλειο­ψη­φί­α των πο­λι­τι­κών και ι­δε­ο­λο­γι­κών εκ­προ­σώ­πων του μαρ­ξι­σμού σε μια γε­νι­κό­τε­ρη και βα­θύ­τα­τη υ­πο­τί­μη­ση της διά­κρι­σης α­νά­με­σα σε ά­το­μο και πρό­σω­πο. Α­λή­θεια, πώς υ­λο­ποι­ή­θη­κε ι­στο­ρι­κά το μαρ­ξι­κό ό­ρα­μα μιας κοι­νό­τη­τας προ­σώ­πων στο πλαί­σιο μαρ­ξι­στι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων που α­γω­νί­στη­καν τον 20ό αιώ­να για μια κομ­μου­νι­στι­κή κοι­νω­νί­α; Πώς α­ντι­με­τω­πί­στη­καν στην πρά­ξη θε­ω­ρη­τι­κές ε­πε­ξερ­γα­σί­ες, ό­πως αυ­τές ε­νός Sève, ε­νός Schaff, ε­νός Marcuse, ε­νός Sartre, που τό­ση ση­μα­σί­α α­πο­δί­δουν στις φι­λο­σο­φι­κές κα­τη­γο­ρί­ες του προ­σώ­που και της κοι­νό­τη­τας;
Δεν ε­πι­τρέ­πε­ται πλέ­ον έ­να τέ­τοιο θε­ω­ρη­τι­κό και πο­λι­τι­κό έλ­λειμ­μα. Στις μέ­ρες μας, σε και­ρούς πα­ρο­ξυ­σμού του φαι­νο­μέ­νου της αλ­λο­τρί­ω­σης, μια μαρ­ξι­στι­κή θε­ω­ρί­α της ε­πα­νά­στα­σης, δια­λε­κτι­κή υ­πέρ­βα­ση Δια­φω­τι­σμού και Ρο­μα­ντι­σμού, εί­ναι α­δια­νό­η­τη χω­ρίς την ε­πε­ξερ­γα­σί­α μιας μαρ­ξι­στι­κής Φι­λο­σο­φί­ας του Προ­σώ­που.

Στο πε­δί­ο μιας μαρ­ξι­κής θε­ω­ρί­ας της ε­πα­νά­στα­σης, ο χρό­νος και, κατ’ ε­πέ­κτα­ση, η Ι­στο­ρί­α συλ­λαμ­βά­νο­νται μέ­σα α­πό το πρί­σμα της δια­λε­κτι­κής, αυ­τής της “άλ­γε­βρας της ε­πα­νά­στα­σης”, που ο­ριο­θε­τεί­ται ταυ­τό­χρο­να τό­σο α­πό τη γραμ­μι­κό­τη­τα/ συ­νέ­χεια του χρό­νου και της Ι­στο­ρί­ας μιας κυ­ρί­αρ­χης εκ­δο­χής του Δια­φω­τι­σμού, ό­σο και α­πό το α­συ­νε­χές, γε­μά­το ρή­ξεις και το­μές φά­σμα της ρο­μα­ντι­κής κο­σμο­α­ντί­λη­ψης.

Πώς ε­πι­τυγ­χά­νε­ται κα­ταρ­χήν η ο­ριο­θέ­τη­ση της δια­λε­κτι­κής α­πό τη γραμ­μι­κό­τη­τα και τον ε­ξε­λι­κτι­κι­σμό; Και πά­λι η ι­δε­ο­λο­γι­κή πα­ρά­δο­ση της Β’ Διε­θνούς, αλ­λά και ε­κεί­νη του στα­λι­νι­σμού, που τό­σο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά α­νή­γα­γαν τη δια­λε­κτι­κή στη γραμ­μι­κό­τη­τα, μαρ­τυ­ρούν την ύ­παρ­ξη ε­νός μεί­ζο­νος θε­ω­ρη­τι­κού και πο­λι­τι­κού προ­βλή­μα­τος για το ί­διο το κομ­μου­νι­στι­κό κί­νη­μα. Α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, πώς θα α­να­δεί­ξου­με και, για­τί ό­χι, πώς θα δη­μιουρ­γή­σου­με το α­συ­νε­χές, την το­μή μέ­σα στον χρό­νο και στην Ι­στο­ρί­α, χω­ρίς ό­χι μό­νο να εν­δώ­σου­με στη στεί­ρα λο­γι­κή του νό­μου των στα­δί­ων, αλ­λά και χω­ρίς να υ­πο­τα­χθού­με στη μα­γεί­α ε­νός, α­ναρ­χι­κής κα­τεύ­θυν­σης, ρο­μα­ντι­κού μυ­στι­κι­σμού; Πώς θα αυ­το­σχε­διά­σου­με την ε­πα­νά­στα­ση ό­χι στο κε­νό του χρό­νου και της Ι­στο­ρί­ας, αλ­λά σε συν­θή­κες που μας έ­χουν με­τα­βι­βα­στεί α­πό το πα­ρελ­θόν, αυ­τό το γε­μά­το βί­α και α­νά­γκη πα­ρελ­θόν (και πα­ρόν) των τα­ξι­κών κοι­νω­νιών; Πώς θα α­πο­φα­σί­σου­με την κομ­μου­νι­στι­κή ε­πα­νά­στα­ση του 21ού αιώ­να, που πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό τις προ­λε­τα­ρια­κές ε­πα­να­στά­σεις του 19ου, για τις ο­ποί­ες μι­λού­σε ο Marx, έ­χει α­νά­γκη να α­ντλή­σει την ποί­η­σή της ό­χι α­πό το πα­ρελ­θόν, αλ­λά α­πό το μέλ­λον, α­φή­νο­ντας ε­πι­τέ­λους τους ζω­ντα­νούς νε­κρούς του σύγ­χρο­νου κό­σμου να θά­ψουν τους νε­κρούς τους;8 

Ό­πως και με άλ­λη α­φορ­μή έ­χω υ­πο­στη­ρί­ξει, η αμ­φί­πλευ­ρη συ­νά­ντη­ση του Marx με τον Δια­φω­τι­σμό και τον Ρο­μα­ντι­σμό ε­πι­βάλ­λει να α­ντι­λη­φθού­με ό­τι η μαρ­ξι­κή δια­λε­κτι­κή της ε­πα­νά­στα­σης δεν ε­ξα­ντλεί­ται στη λο­γι­κή του σχε­δί­ου9. Χω­ρίς την α­πό­κλι­ση α­πό την ευ­θεί­α γραμ­μή του ντε­τερ­μι­νι­σμού, ο μαρ­ξι­σμός με­τα­τρέ­πε­ται σε νε­κρό θε­ω­ρη­τι­κό σώ­μα. Στο πλαί­σιο ε­νός σύγ­χρο­νου μαρ­ξι­σμού, καρ­πού της συ­νά­ντη­σης Δια­φω­τι­σμού και Ρο­μα­ντι­σμού, η θε­ω­ρί­α της ε­πα­νά­στα­σης ο­φεί­λει να α­πο­δώ­σει σε έν­νοιες, ό­πως αυ­τές του σχε­δί­ου, του αυ­το­σχε­δια­σμού και της α­πό­φα­σης, τη φι­λο­σο­φι­κή βα­ρύ­τη­τα που τους αρ­μό­ζει10. 

Η αμ­φί­δρο­μη ε­πιρ­ρο­ή του Marx α­πό τον Δια­φω­τι­σμό και τον Ρο­μα­ντι­σμό α­ντα­να­κλά­ται και στη στά­ση του ως στο­χα­στή α­πέ­να­ντι στη βιο­μη­χα­νί­α και τον πο­λι­τι­σμό της. Α­ντί­θε­τος σε μια νο­σταλ­γι­κή διά­θε­ση α­να­βί­ω­σης του ό­ποιου αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κού ή με­σαιω­νι­κού πα­ρελ­θό­ντος, στοι­χεί­ο που α­σφα­λώς θα τον έ­φερ­νε κο­ντά στο ρο­μα­ντι­κό κί­νη­μα, ο Marx ε­ντο­πί­ζει ταυ­τό­χρο­να την προ­ω­θη­τι­κή δύ­να­μη του βιο­μη­χα­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού, αλ­λά και τις αρ­νη­τι­κές συ­νέ­πειές του για τον ί­διο τον άν­θρω­πο, τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις του και το φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον του. Και ό­μως, αυ­τό το δεύ­τε­ρο σκέ­λος της μαρ­ξι­κής προ­βλη­μα­τι­κής υ­πο­τι­μή­θη­κε ή και α­πο­σιω­πή­θη­κε εξ ο­λο­κλή­ρου α­πό την πλευ­ρά ε­νός κα­θε­στω­τι­κού ή/και κομ­μα­τι­κού μαρ­ξι­σμού. Η έλ­λει­ψη συ­στη­μα­τι­κής ε­πε­ξερ­γα­σί­ας μιας μαρ­ξι­στι­κής θε­ω­ρί­ας των α­να­γκών και μιας α­ντί­στοι­χης μαρ­ξι­στι­κής θε­ω­ρί­ας της αλ­λο­τρί­ω­σης, πα­ρά τις ση­μα­ντι­κές αλ­λά με­μο­νω­μέ­νες ε­ρευ­νη­τι­κές και συγ­γρα­φι­κές α­πό­πει­ρες μιας Heller, ε­νός Marcuse, ε­νός Mészáros, μαρ­τυ­ρά του λό­γου το α­λη­θές.

Χω­ρίς αμ­φι­βο­λί­α, η ερ­γα­λεια­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση της Φύ­σης για την κά­λυ­ψη των, με τη στε­νή έν­νοια, υ­λι­κών α­να­γκών του αν­θρώ­που, α­ντι­με­τώ­πι­ση που χα­ρα­κτη­ρί­ζει σε με­γά­λο βαθ­μό την ε­πο­χή των Φώ­των και τη σκέ­ψη πολ­λών α­πό τους φι­λο­σο­φι­κούς εκ­προ­σώ­πους της, δεν συ­νή­ντη­σε την κρι­τι­κή που της αρ­μό­ζει α­πό την πλευ­ρά των ι­δε­ο­λό­γων του κα­τε­στη­μέ­νου μαρ­ξι­σμού. Και ό­μως, οι σε­λί­δες του Κε­φα­λαί­ου, ό­πως βε­βαί­ως και αυ­τές των νε­α­νι­κών Χει­ρο­γρά­φων του ’44, εί­ναι γε­μά­τες α­πό τις μαύ­ρες ει­κό­νες της βιο­μη­χα­νι­κής με­γα­λού­πο­λης και του κα­πι­τα­λι­στι­κού ερ­γο­στα­σί­ου, κα­θώς και α­πό την α­πο­τύ­πω­ση των δρα­μα­τι­κών ε­πι­πτώ­σε­ων της κα­πι­τα­λι­στι­κής βιο­μη­χα­νι­κής α­νά­πτυ­ξης στη βιο­λο­γί­α, στην ψυ­χή και στη σκέ­ψη των κά­θε η­λι­κί­ας προ­λε­τά­ριων του 19ου αιώ­να. Α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, στις σε­λί­δες των Grundrisse, κα­τα­γρά­φε­ται και α­να­λύ­ε­ται α­πό τον ί­διο τον Marx o τρό­πος με τον ο­ποί­ο η εκ(βιο)μη­χά­νι­ση της πα­ρα­γω­γής δη­μιουρ­γεί την υ­λι­κή βά­ση για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του αν­θρώ­που α­πό τη μι­σθω­τή δου­λεί­α και τη με­τά­βα­σή του α­πό έ­να γε­νι­κευ­μέ­νο κα­θε­στώς αλ­λο­τρί­ω­σης σε μια κομ­μου­νι­στι­κή κοι­νω­νί­α.
Σε αυ­τό το πλαί­σιο, θα μπο­ρού­σα να υ­πο­στη­ρί­ξω ό­τι υ­πάρ­χει σή­με­ρα, πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό πο­τέ άλ­λο­τε, η α­νά­γκη θε­με­λί­ω­σης και α­νά­πτυ­ξης μιας κρι­τι­κής της πο­λι­τι­κής οι­κο­νο­μί­ας του κα­πι­τα­λι­σμού, που θα α­ντλή­σει έ­μπνευ­ση α­πό μια αν­θρω­πο­λο­γι­κή προ­σέγ­γι­ση και α­νά­γνω­ση των οι­κο­νο­μο­λο­γι­κών έρ­γων του Marx, που τό­ση ση­μα­σί­α α­πέ­δι­δε στις συν­θή­κες ερ­γα­σί­ας και στα βιώ­μα­τα των προ­λε­τα­ρί­ων της ε­πο­χής του. Μια τέ­τοια προ­σέγ­γι­ση, κά­θε­τα α­ντί­θε­τη προς την α­φε­λή αι­σιο­δο­ξί­α ε­νός σύγ­χρο­νου Δια­φω­τι­σμού που ε­ξα­κο­λου­θεί να α­πο­θε­ώ­νει ε­πι­στή­μη και τε­χνι­κή, δεν θα εί­χε βε­βαί­ως στό­χο μια ρο­μα­ντι­κή ε­πα­να­φο­ρά σε προ­κα­πι­τα­λι­στι­κού τύ­που κοι­νό­τη­τες, αλ­λά την α­νά­δει­ξη της α­νά­γκης μιας πα­γκό­σμιας κομ­μου­νι­στι­κής κοι­νω­νί­ας, μιας κοι­νω­νί­ας χω­ρίς τά­ξεις και κρά­τος, μιας αυ­θε­ντι­κής κοι­νό­τη­τας προ­σώ­πων.

Α­ΝΤΙ Ε­ΠΙ­ΛΟ­ΓΟΥ

Η μαρ­ξι­κή κρι­τι­κή της κα­πι­τα­λι­στι­κής τά­ξης πραγ­μά­των δεν συ­νι­στά ευ­θύ­γραμ­μη συ­νέ­χεια του δια­φω­τι­στι­κού προ­γράμ­μα­τος ού­τε α­σφα­λώς μια α­κό­μη εκ­δο­χή της κρι­τι­κής που ά­σκη­σε ο Ρο­μα­ντι­σμός στον α­πρό­σω­πο και πα­γε­ρό κό­σμο του κα­πι­τα­λι­σμού. Συ­νι­στά, ό­πως ή­δη ε­πι­ση­μάν­θη­κε, εγ­χεί­ρη­μα υ­πέρ­βα­σης και σύν­θε­σης, σε έ­να α­νώ­τε­ρο ε­πί­πε­δο, των πο­λυ­διά­στα­των και ε­σω­τε­ρι­κά α­ντι­φα­τι­κών ρευ­μά­των του Δια­φω­τι­σμού και του Ρο­μα­ντι­σμού. Σή­με­ρα, στις αρ­χές του 21ου αιώ­να, και με δε­δο­μέ­νες τις α­να­τά­σεις και τις τρα­γω­δί­ες του πα­γκό­σμιου κομ­μου­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος στον αιώ­να που πέ­ρα­σε, θα πρέ­πει να δε­χθού­με ό­τι η έ­ντα­ση α­νά­με­σα στο δια­φω­τι­στι­κό και το ρο­μα­ντι­κό στοι­χεί­ο που προσ­διό­ρι­σε τη μαρ­ξι­κή σκέ­ψη α­πό τα πρώ­τα της σκιρ­τή­μα­τα δεν ο­δή­γη­σε σε μια σύγ­χρο­νη μαρ­ξι­στι­κή θε­ω­ρί­α της ε­πα­νά­στα­σης. Νούς και ψυ­χή, λο­γι­κό και βί­ω­μα, κρι­τι­κή και πί­στη, ε­πι­στή­μη και ζω­ή, προ­σω­πι­κό­τη­τα και συλ­λο­γι­κό­τη­τα, ντε­τερ­μι­νι­σμός και α­πό­κλι­ση, σχέ­διο και αυ­το­σχε­δια­σμός, πα­ρα­μέ­νουν α­κό­μη, θα πα­ρα­μεί­νουν ί­σως για πά­ντα, α­συμ­φι­λί­ω­τες πλευ­ρές μιας κομ­μου­νι­στι­κής θε­ω­ρί­ας και πρά­ξης. Η συ­νει­δη­το­ποί­η­ση αυ­τής της α­ντι­νο­μί­ας, ω­στό­σο, θα μπο­ρού­σε να α­πο­τε­λέ­σει α­πο­φα­σι­στι­κό βή­μα α­νά­σχε­σης κά­θε μαρ­ξι­στι­κού εγ­χει­ρή­μα­τος βε­βια­σμέ­νης, τραυ­μα­τι­κής και σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κής ε­πί­λυ­σής της με τη μορ­φή ε­νός δογ­μα­τι­κού συ­στή­μα­τος πί­στης και ε­νός α­νά­λο­γου συ­στή­μα­τος ε­ξου­σί­ας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Marx, Θέ­σεις για τον Feuer­bach, XI.
  2. Βλ. εν­δει­κτι­κά το κλα­σι­κό έρ­γο του Condorcet, Esquisse d’ un tableau historique des progrès de l’ esprit humain, Flammarion, Paris 1988 (1793).
  3. Βλ. χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά το δο­κί­μιο του Kant με τί­τλο: “[Πά­λι το ζή­τη­μα] αν το αν­θρώ­πι­νο γέ­νος βρί­σκε­ται σε στα­θε­ρή πρό­ο­δο προς το κα­λύ­τε­ρο”, ό­πως πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στο Ιμ­μά­νουελ Κα­ντ, Δο­κί­μια, (Ει­σα­γω­γή, Με­τά­φρα­ση, Σχό­λια: Ε.Π.Πα­πα­νού­τσου), Εκ­δό­σεις Δω­δώ­νη, Α­θή­να 1971, ι­δί­ως σ.184 κ.επ.
  4. Schiller, 8η Ε­πι­στο­λή για την Αι­σθη­τι­κή Α­γω­γή του αν­θρώ­που, α­πό την έκ­δο­ση Φρή­ντριχ Σίλ­λερ, Για την Αι­σθη­τι­κή Παι­δεί­α του Αν­θρώ­που, (Με­τά­φρα­ση, ει­σα­γω­γή και σχο­λια­σμός: Κλε­ο­πά­τρα Λε­ο­ντα­ρί­του), Εκ­δό­σεις Ο­δυσ­σέ­ας, Α­θή­να 1990, σσ. 98-99.
  5. Α­κο­λου­θώ σε αυ­τό το ση­μεί­ο την υ­πό­θε­ση ερ­γα­σί­ας που δια­τυ­πώ­νουν οι Michael Löwy-Robert Sayre, Ε­ξέ­γερ­ση και Με­λαγ­χο­λί­α, Ο Ρο­μα­ντι­σμός στους Α­ντί­πο­δες της Νε­ο­τε­ρι­κό­τη­τας, (Με­τά­φρα­ση: Δέ­σποι­να Καβ­βα­δί­α), Ε­ναλ­λα­κτι­κές Εκ­δό­σεις, Α­θή­να 1999, σσ. 216-217: “Οι ι­δέ­ες του Μαρ­ξ δεν εί­ναι ού­τε ρο­μα­ντι­κές ού­τε ‘νε­ο­τε­ρι­κές’, αλ­λά μια προ­σπά­θεια δια­λε­κτι­κής Aufhebung των δύ­ο, σ’ έ­να νέ­ο ό­ρα­μα του κό­σμου, κρι­τι­κό και ε­πα­να­στα­τι­κό.”
  6. Βλ. την ε­ξής χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή δια­τύ­πω­ση στο Μαρ­ξ-Έν­γκελ­ς, Η Γερ­μα­νι­κή Ι­δε­ο­λο­γί­α, (Με­τά­φρα­ση, Ε­πι­μέ­λεια: Κώ­στας Φι­λί­νης), Εκ­δό­σεις Gutenberg, Α­θή­να χ.χ., τό­μος 1ος, σσ.115-116: “Μο­νά­χα σε μια κοι­νό­τη­τα, μα­ζί με άλ­λους έ­χει κά­θε ά­το­μο τα μέ­σα να καλ­λιερ­γή­σει τις ι­κα­νό­τη­τές του προς ό­λες τις κα­τευ­θύν­σεις. Μό­νο μέ­σα στην κοι­νό­τη­τα, ε­πο­μέ­νως, εί­ναι δυ­να­τή η προ­σω­πι­κή ε­λευ­θε­ρί­α. […] Στην πραγ­μα­τι­κή κοι­νό­τη­τα τα ά­το­μα α­πο­κτούν την ε­λευ­θε­ρί­α τους στην έ­νω­σή τους και δια­μέ­σου της έ­νω­σής τους.”
  7. Lukαcs, The Ontology of So­cial Being, Merlin Press, London 1978, vol.2(Marx), pp.139,142.
  8. Υ­παι­νίσ­σο­μαι ε­δώ τις δια­τυ­πώ­σεις α­πό τις πρώ­τες σε­λί­δες της 18ης Μπρυ­μαίρ του Λου­δο­βί­κου Βο­να­πάρ­τη, ό­που ο ί­διος ο Marx α­ντι­πα­ρα­θέ­τει τη γραμ­μι­κό­τη­τα των α­στι­κών ε­πα­να­στά­σε­ων του 18ου αιώ­να προς το α­συ­νε­χές των προ­λε­τα­ρια­κών ε­πα­να­στά­σε­ων του 19ου αιώ­να, που “κά­νουν α­διά­κο­πη κρι­τι­κή στον ί­διο τον ε­αυ­τό τους, δια­κό­πτουν κά­θε στιγ­μή την πο­ρεί­α τους, γυ­ρί­ζουν πά­λι σε κεί­νο που φαί­νε­ται πως έ­χει πραγ­μα­το­ποι­η­θεί για να το ξα­ναρ­χί­σουν α­πό την αρ­χή […]”. (Καρ­λ Μαρ­ξ, Η 18η Μπρυ­μαίρ του Λου­δο­βί­κου Βο­να­πάρ­τη, (Με­τά­φρα­ση και ση­μειώ­σεις: Φ.Φω­τί­ου), Εκ­δό­σεις Θε­μέ­λιο, Α­θή­να χ.χ., σ.21)
  9. Βλ. τη σχε­τι­κή α­νά­λυ­ση στο δο­κί­μιό μου με τί­τλο Ο Marx της ε­ξέ­γερ­σης στον Κή­πο του Ε­πί­κου­ρου, Εκ­δό­σεις Γκο­βό­στη, Α­θή­να 2003.
  10. Ό­σον α­φο­ρά τη φι­λο­σο­φι­κή κα­τη­γο­ρί­α του σχε­δί­ου, ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζουν με­τα­ξύ άλ­λων η δια­πραγ­μά­τευ­ση που προ­τεί­νει ο Sartre στο έρ­γο του Το Εί­ναι και το Μη­δέν και η διά­κρι­ση που συ­ζη­τεί ο Deleuze στην Πρα­κτι­κή Φι­λο­σο­φί­α του με­τα­ξύ θε­ο­λο­γι­κού και εμ­με­νούς σχε­δί­ου.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek