του T. Χατζηαναστασίου, από το Άρδην τ. 54, Ιούνιος – Ιούλιος 2005

Το βιβλίο του Ευάνθη Χατζηβασιλείου, Στρατηγικές του Κυπριακού. Η δεκαετία του 1950, (Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005), φιλοδοξεί να παρουσιάσει τις «σχολές σκέψης» που υπαγόρευσαν και τις αντίστοιχες πολιτικές επιλογές στη διαχείριση του Κυπριακού τη δεκαετία του ’50.
Η πρωτοτυπία του – και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του βιβλίου κατά τη δική μας άποψη – έγκειται στο γεγονός ότι αναζητά στην προηγούμενη περίοδο, αυτήν της δεκαετίας του ’40, τις πολιτικές καταβολές και την ιδεολογική συγκρότηση των βασικών πρωταγωνιστών τής υπό εξέταση περιόδου και κυρίως της περιόδου του αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959). Εντοπίζει έτσι ο ερευνητής την ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση των ανθρώπων που πήραν την απόφαση να ξεκινήσει η ένοπλη φάση του αγώνα για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα στο περιβάλλον των δεξιών αθηναϊκών αντιστασιακών οργανώσεων. Προς μεγάλη μάλιστα απογοήτευση ορισμένων λασπολόγων του αγώνα της ΕΟΚΑ, οι οργανώσεις αυτές, μολονότι ανήκαν στον αντικομμουνιστικό χώρο και συχνά στο φιλοβασιλικό στρατόπεδο, δεν είχαν σχέση με την «Χ» του Γεωργίου Γρίβα, ούτε βέβαια συνεργάστηκαν με τον κατακτητή. Αλλά και η ένταξη Κυπρίων ενωτικών στο φιλοβασιλικό στρατόπεδο έχει την εξήγησή του και δεν είναι άλλη από την απογοήτευση των βενιζελικών Κυπρίων από τη στάση του Βενιζέλου κατά την εξέγερση του Οκτωβρίου του 1931 στην Κύπρο.
Πολύ ενδιαφέρον επίσης είναι το 6ο κεφάλαιο που αναφέρεται στο διεθνές περιβάλλον στη διάρκεια του αγώνα της ΕΟΚΑ, με ιδιαίτερη αναφορά στο περίπλοκο και αλληλοεξαρτώμενο πλέγμα των σχέσεων μεταξύ των Δυτικών Δυνάμεων, της Τουρκίας, της Ελλάδας αλλά και του αναδυόμενου πρώην αποικιακού, του αραβικού κυρίως, κόσμου. Εννοείται ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες επηρέασαν στον έναν ή τον άλλο βαθμό τις εξελίξεις στο Κυπριακό και ιδιαίτερα τη βρετανική στάση. Όπως προκύπτει από την ανάλυση της βρετανικής πολιτικής, η τελευταία μάλλον υπαγορευόταν από το «(σύμ)πλεγμα του λιονταριού που του βγάζουν ένα ένα τα νύχια», παρά από μια ψυχρή, έστω και υπολογιστική μα ρεαλιστική, ανάλυση της συγκυρίας με στόχο πάντοτε την ικανοποίηση των βρετανικών συμφερόντων. Έτσι εξηγούνται η υπεροψία και ο κυνισμός και, σε πρακτικό επίπεδο, η εξαιρετική βία με την οποία αντιμετωπίστηκε ο λαός της Κύπρου τη δεκαετία του ’50.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το κατεξοχήν ιστορικό, περιγραφικό και ερμηνευτικό κομμάτι του βιβλίου αποτελεί μια επαρκώς τεκμηριωμένη σύνθεση με στοιχεία από το σύνολο της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, αλλά και πρωτογενών πηγών, της λογοτεχνίας της εποχής συμπεριλαμβανομένης. Η χρήση δε της «αρχαιολογικής» μεθόδου στην ερμηνεία στάσεων και επιλογών είναι αρκούντως πειστική ενώ παράλληλα φανερώνει και τον ιδιαίτερο μόχθο της εργασίας.

Από την άλλη πλευρά, η κεντρική θεματική του βιβλίου που αφορά την παρουσίαση και κριτική αξιολόγηση των σχολών σκέψης χωλαίνει σε αρκετά σημεία. Πρώτα πρώτα γίνεται αμέσως φανερό στον αναγνώστη το πρίσμα μέσα από το οποίο ερμηνεύονται οι πολιτικές τοποθετήσεις. Αυτό δεν είναι αναγκαστικά μειονέκτημα, φαίνεται όμως στη συνέχεια ότι η πολιτική προτίμηση του συγγραφέα τού στερεί την απαραίτητη ευελιξία έτσι ώστε να παραδεχθεί είτε τυχόν λάθη της «ημέτερης» γραμμής είτε, ακόμη χειρότερα, και τη μη απόλυτη εφαρμογή του ίδιου του ερμηνευτικού σχήματος.

Πολύ σχηματικά θα λέγαμε ότι ο βασικός σκοπός του βιβλίου είναι να καταδειχθεί ότι στο υπό εξέταση ζήτημα η ιστορία δικαιώνει τελικά τη «μακροπρόθεσμη» στρατηγική ενώ αντίθετα η επιλογή της άμεσης και μάλιστα ένοπλης σύγκρουσης με τη Βρετανία ήταν εσφαλμένη αν όχι και μοιραία για την υπόθεση της Κύπρου. Η «μακροπρόθεσμη» στρατηγική των «εξελικτικιστών» πολιτικών χαρακτηρίζεται ανάλογα ως ρεαλιστική, πραγματιστική κι ευέλικτη. Από την άλλη πλευρά η συγκρουσιακή λογική χαρακτηρίζεται ως ρομαντική, αδιάλλακτη και οι θιασώτες της απολαμβάνουν το επίθετο του «ριζικού» που αποτελεί πάντως τη σωστή απόδοση του όρου radical.

Τίθεται όμως το ερώτημα: πώς μπορεί κανείς να αποδείξει «επιστημονικά» ότι η επιλογή της σύγκρουσης ήταν εσφαλμένη ενώ αντίθετα η μη δοκιμασμένη επιλογή, αυτή της αναμονής, θα είχε ευτυχέστερη κατάληξη; Μήπως δηλαδή η συγκρουσιακή λογική ήταν στη δεδομένη συγκυρία πιο ρεαλιστική από τη λεγόμενη «μακροπρόθεσμη» λογική, όρος προφανώς πιο εύηχος από την απραξία ή ακόμη χειρότερα την αποδοχή της υποταγής. Γίνεται προσπάθεια να καταδειχθεί ότι η προσφυγή στα Η.Ε. το 1954, στηριγμένη σε μία ιδεαλιστική αντίληψη για το συγκεκριμένο θεσμό, ήταν ολέθριο λάθος. Η προσπάθεια αυτή δεν είναι κατά τη γνώμη μας επιτυχημένη. Η διεθνοποίηση του Κυπριακού ήταν και είναι απαραίτητη. Προφανώς όμως μόνο αφελής θα ήταν όποιος πίστευε και τότε ότι ο ΟΗΕ από μόνος του θα έλυνε το Κυπριακό. Το αστείο είναι ότι, μετά την τουρκική εισβολή, η ίδια σχολή σκέψης έχει κάνει σημαία της τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και υποστήριξε όλα τα μέχρι τώρα υποβληθέντα σχέδια από αυτόν τον οργανισμό με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την αντιμετώπιση του σχεδίου Ανάν.

Ολέθριο λάθος ήταν προφανώς η, και με τη συναίνεση της Ελλάδας, συμμετοχή της Τουρκίας στην περίφημη Τριμερή Σύσκεψη του Σεπτεμβρίου 1955 στο Λονδίνο. Αλλά αυτή η επιλογή υπαγορεύτηκε από την υποτιθέμενη «ρεαλιστική» σχολή σκέψης και όχι από τη συγκρουσιακή. Η ίδια σχολή είχε τη… ρομαντική αφέλεια να πιστεύει ότι, μετά την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, «η ίδια η Τουρκία θα αντιλαμβανόταν ότι η Ένωση δεν θα απειλούσε τα συμφέροντά της» (σ. 374) δείχνοντας να αγνοεί τη σχετική αυτονομία του τουρκικού επεκτατισμού. Στο πλαίσιο του ίδιου «εκσυγχρονιστικού» ιδεαλισμού, «έδινε μεγάλη σημασία στις επιπτώσεις της οικονομικής ανάπτυξης» (σ. 375), που υποτίθεται πως θα πετύχαινε να αμβλύνει τις εθνοτικές διαφορές. Την ίδια αντίληψη είχαν εκφράσει ορισμένοι πρόσφατα με αφορμή το Μακεδονικό Ζήτημα. Ο Σαββόπουλος μάλιστα είχε πει χαρακτηριστικά ότι αρκούσε να ανοίξουν δύο ελληνικά σουπερμάρκετ στα Σκόπια για να λυθεί στο ζήτημα! Στις παραπάνω περιπτώσεις, λοιπόν, τα πράγματα μάλλον δείχνουν να αντιστρέφονται καθώς είναι η «εξελικτικιστική» σχολή που ελέγχεται για έλλειψη ρεαλισμού, ρομαντισμό και ιδεαλιστική προσήλωση στις θαυματουργές ιδιότητες της «ευημερίας», της μόνης ικανής κατά τη φιλελεύθερη αντίληψη να αντιμετωπίσει τις όποιες ταξικές και εθνικές διαφορές.

Είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς ότι το τέλος της αποικιοκρατίας στην Κύπρο δεν αποτελεί το απτό αποτέλεσμα της κορύφωσης του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Η Βρετανία δεν είχε κανένα σκοπό, ούτε και κανένα λόγο αν επικρατούσε η λογική της «μακροπρόθεσμης» στρατηγικής στην ελληνική πλευρά, να αφήσει τους Κυπρίους ελεύθερους να αποφασίσουν για το μέλλον τους. Αντίθετα, επεχείρησε να αφελληνίσει το νησί προκειμένου να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη συνέχιση της αποικιακής της πολιτικής. Πιθανά αυτό να το πετύχαινε μακροπρόθεσμα αν επικρατούσε στην ελληνική πλευρά η μη συγκρουσιακή σχολή σκέψης. Αντίθετα, επικράτησε η συγκρουσιακή σχολή, η μόνη, κατά τη γνώμη μας που μπορούσε να εγγυηθεί την ελληνικότητα της Κύπρου. Γιατί το κεντρικό ζήτημα ήταν και παραμένει και σήμερα το ίδιο: αν η Κύπρος θα παραμείνει ένα νησί, εκεί, στα όρια της ελληνιστικής περιμέτρου όπου επιβιώνει ο ελληνικός πολιτισμός. Η αλλοτρίωση της συνείδησης των Κυπρίων, στόχος της παραδοσιακής, τότε, και σήμερα της σύγχρονης δυτικής αποικιοκρατίας, θα αποτελούσε πράγματι μια «ειρηνική» διευθέτηση του Κυπριακού: θα είναι όμως ταυτόχρονα και μια ήττα για τον πολιτισμό και την ελευθερία των λαών να ορίζουν τις τύχες τους.

Μία ακόμη σημαντική παράμετρος του Κυπριακού, ιδιαίτερα την περίοδο του εξετάζουμε αλλά πιστεύουμε και σήμερα ακόμη, είναι ο ανατρεπτικός του χαρακτήρας. Αυτή είναι κατά τη γνώμη μας η γραμμή που διαπερνά τις δύο κυρίαρχες σχολές σκέψεις. Το Κυπριακό έθετε άμεσα το ζήτημα της ανατροπής των εξαρτήσεων που υπαγόρευε, και εν πολλοίς υπαγορεύει και σήμερα, η διεθνής ένταξη της χώρας. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που η ελληνική αριστερά θα υιοθετήσει το αίτημα της Ένωσης και θα υποστηρίξει την ΕΟΚΑ καταλαβαίνοντας πολύ σωστά ότι, άσχετα από το ότι στρατιωτικός αρχηγός της τελευταίας ήταν ο «χίτης» Γρίβας, ωστόσο εξέφραζε ένα πραγματικό παλλαϊκό κίνημα ικανό να ανατρέψει το αποτέλεσμα του… εμφυλίου πολέμου. Η επαναστατική αριστερά θα συνταχθεί πολύ λογικά και… ρεαλιστικά με τις παραδοσιακές εθνικές δυνάμεις, δηλαδή την Εκκλησία και το κυπριακό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα. Την άλλη σχολή σκέψης, που επιθυμεί βασικά τη διατήρηση του καθεστώτος, αντιπροσωπεύει το… εκσυγχρονιστικό μπλοκ: ο Καραμανλής, ο Γιώργος Παπανδρέου και ο κορυφαίος, σύμφωνα με το χαρακτηρισμό του συγγραφέα, διανοητής Γιώργος Θεοτοκάς. Είναι δε πολύ χαρακτηριστική η θέση της σημερινής αριστεράς: η μεν παραδοσιακή και ριζοσπαστική πτέρυγά της (ΚΚΕ, Αλαβάνος, Άκρα Άριστερά) τέθηκε κατά του σχεδίου Ανάν, η δε καθεστωτική «προοδευτική» της πτέρυγα (Σημίτης, Παπανδρέου, Κωνσταντόπουλος και οι πανεπιστημιακοί του Συνασπισμού) υπέρ. Δεν πρόκειται επομένως για «πραγματιστικές» και «συγκρουσιακές» σχολές σκέψης αλλά για επιλογές που υπαγορεύονται από τη θέση που παίρνει κάθε πολιτικό υποκείμενο και κοινωνική ομάδα στο κεντρικό πολιτικό ζήτημα, αυτό της εξουσίας στην Ελλάδα αλλά και της διεθνούς θέσης της χώρας. Οι επιλογές επομένως της κάθε πλευράς δεν μπορεί να κρίνονται με βάση τα ίδια κριτήρια γιατί ό,τι είναι «καταστροφικό» και «ολέθριο» για τη μια πλευρά μπορεί να είναι «θετικό» για την άλλη, π.χ. η έξοδος της χώρας από το ΝΑΤΟ. Δεν υπάρχουν επομένως πάντοτε «ουδέτερα» και «καθαρά» κριτήρια με βάση τα οποία μια επιλογή είναι σωστή ή όχι.

Εμείς από τη μεριά μας, αντίθετα από τον συγγραφέα, πιστεύουμε ότι στη δεδομένη στιγμή η σύγκρουση με τη Βρετανία αποτελούσε την πιο ενδεδειγμένη και ρεαλιστική επιλογή και πράγματι εξυπηρετούσε τη στρατηγική της Ένωσης. Το αποτέλεσμα του αγώνα οφείλεται στον συμβιβασμό που επήλθε ανάμεσα στις δυνάμεις της σύγκρουσης και αυτές που επιθυμούσαν μια άμεση διέξοδο από την κρίση που δεν θα εγκυμονούσε κινδύνους ευρύτερων ανατροπών στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Ελλάδας.

Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι το βιβλίο του Ευάνθη Χατζηβασιλείου, Στρατηγικές του Κυπριακού, η δεκαετία του ’50, παρά τις συχνά ριζικές διαφωνίες μας στην ερμηνεία των πολιτικών επιλογών στο Κυπριακό, αποτελεί ένα σημαντικό βιβλίο γραμμένο από έναν όχι απλώς άριστα ενημερωμένο στο ζήτημα, αλλά και ιδιαίτερα ευσυνείδητο στην αξιοποίηση του υλικού του ιστορικό. Γιατί, παρά την αυστηρή κριτική που του ασκήσαμε, γίνεται φανερό και από τη παρουσίαση των εκατέρωθεν απόψεων ότι υποστηρίζει τη στρατηγική Καραμανλή γιατί πιστεύει ειλικρινά ότι με αυτόν τον τρόπο εξυπηρετήθηκαν, ή μπορούσαν να εξυπηρετηθούν, καλύτερα τα συμφέροντα του κυπριακού ελληνισμού. Άλλωστε το βιβλίο, χωρίς να χάνει σε επιστημονική εγκυρότητα, είναι γραμμένο με ευαισθησία και αγάπη για την Κύπρο και ιδιαίτερα για τους Κύπριους αγωνιστές. Μπορούμε επομένως να συνεχίσουμε σήμερα εκείνο τον έρημο το διάλογο που διακόπηκε τόσο απότομα τότε, στα 1955…


Απρίλιος 2005

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek