του R. Means, από το Άρδην τ. 50, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2004

Πρεπει ε­δω να ξε­κα­θα­ρί­σω κά­τι γύ­ρω α­πό το ο­ποί­ο υ­πάρ­χει αρ­κε­τή σύγ­χυ­ση. Ό­ταν μι­λά­ω για ευ­ρω­παί­ους ή για δια­νο­η­τι­κούς ευ­ρω­παί­ους, δεν ε­πι­τρέ­πω α­πα­τη­λές δια­κρί­σεις. Δεν λε­ω πως απ’ τη μια με­ριά υ­πάρ­χουν τα δευ­τε­ρεύ­ο­ντα πα­ρά­γω­γα με­ρι­κών χι­λιε­τιών γε­νο­κτονικής α­ντι­δρα­στι­κής ευ­ρω­πα­ϊ­κής δια­νο­η­τι­κής α­νά­πτυ­ξης πράγ­μα που εί­ναι κα­κό, και πως α­πό την άλ­λη υ­πάρ­χει μια κά­ποια νέ­α ε­πα­να­στα­τι­κή δια­νο­η­τι­κή α­νά­πτυ­ξη πράγ­μα που εί­ναι κα­λό. Α­να­φέ­ρο­μαι ε­δώ στις λε­γό­με­νες μαρ­ξι­στι­κές, α­ναρ­χι­κές και “α­ρι­στε­ρές” γε­νι­κά θε­ω­ρί­ες. Δεν πι­στεύ­ω πως αυ­τές οι θε­ω­ρί­ες μπο­ρούν να δια­χω­ρι­στούν α­πό τις υ­πό­λοι­πες της ευ­ρω­πα­ϊ­κής δια­νο­η­τι­κής πα­ρά­δο­σης. Εί­ναι α­πλά το ί­διο πα­λιό τρο­πά­ρι. Η δια­δι­κα­σί­α άρ­χι­σε πο­λύ νω­ρί­τε­ρα. Ο Νεύ­τω­νας, για πα­ρά­δειγ­μα, “έ­φε­ρε την ε­πα­νά­στα­ση” στις λε­γό­με­νες φυ­σι­κές ε­πι­στή­μες με το να πε­ρι­στεί­λει το φυ­σι­κό σύ­μπαν σε μια γραμ­μι­κή μα­θη­μα­τι­κή ε­ξί­σω­ση. Ο Ντε­κάρ­τ έ­κα­νε το ί­διο με τον πο­λι­τι­σμό. Ο Τζον Λοκ με την πο­λι­τι­κή και ο Ά­νταμ Σμιθ με τα οι­κο­νο­μι­κά. Ο κά­θε έ­νας α­πό αυ­τούς τους “στο­χα­στές” πή­ρε έ­να κομ­μά­τι της πνευ­μα­τι­κό­τη­τας της αν­θρώ­πι­νης ύ­παρ­ξης και το με­τέ­τρε­ψε σε κώ­δι­κα, σε α­φαί­ρε­ση. Συ­νέ­χι­σαν α­πό ε­κεί που στα­μά­τη­σε ο χρι­στια­νι­σμός. Κο­σμι­κο­ποί­η­σαν τη χρι­στια­νι­κή θρη­σκεί­α, ό­πως α­ρέ­σκο­νται να λέ­νε οι λό­γιοι, και μ’ αυ­τόν τον τρό­πο έ­κα­ναν τους Eυ­ρω­παί­ους πιο ι­κα­νούς και έ­τοι­μους να ε­νερ­γούν ως ε­πε­κτα­τι­κός πο­λι­τι­σμός. Κά­θε μια α­πό αυ­τές τις δια­νο­η­τι­κές ε­πα­να­στά­σεις ε­ξυ­πη­ρέ­τη­σε έ­τσι ώ­στε να α­πο­σπα­στεί η ευ­ρω­πα­ϊ­κή δια­νό­η­ση α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, και έ­τσι να α­φαι­ρέ­σει την υ­πέ­ρο­χη πο­λυ­πλο­κό­τη­τα και πνευ­μα­τι­κό­τη­τα του σύ­μπα­ντος και να την α­ντι­κα­τα­στή­σει με μια λο­γι­κή α­κο­λου­θί­α: έ­να, δύ­ο, τρί­α. Α­πά­ντη­ση! Έ­τσι έ­χει κα­τα­λή­ξει να ο­ρί­ζε­ται η “ι­κα­νό­τη­τα” στο ευ­ρω­πα­ϊ­κό μυα­λό. Ο­τι­δή­πο­τε μη­χα­νι­κό εί­ναι τέ­λειο. Ο­,τι­δή­πο­τε φαί­νε­ται να δου­λεύ­ει προς στιγ­μήν δη­λα­δή ο­τι­δή­πο­τε α­πο­δει­κνύ­ει πως το μη­χα­νι­κό μο­ντέ­λο εί­ναι το σω­στό_ θε­ω­ρεί­ται σω­στό, α­κό­μη κι ό­ταν εί­ναι φα­νε­ρά ε­σφαλ­μέ­νο. Αυ­τός εί­ναι ο λό­γος που η “α­λή­θεια” αλ­λά­ζει τό­σο γρή­γο­ρα στο ευ­ρω­πα­ϊ­κό μυα­λό. Οι α­πα­ντή­σεις που προ­κύ­πτουν α­πό μια τέ­τοια δια­δι­κα­σί­α εί­ναι μό­νο προ­σω­ρι­νά μπα­λώ­μα­τα που πρέ­πει συ­νε­χώς να α­πο­βάλ­λο­νται για χά­ρη των νέ­ων πα­ρα­γε­μι­σμά­των που θα στη­ρί­ξουν τα μη­χα­νι­κά μο­ντέ­λα και θα τα κρα­τή­σουν ζω­ντα­νά.

Ο Χέ­γκελ και ο Μαρ­ξ ή­ταν κλη­ρο­νό­μοι της σκέ­ψης του Νεύ­τω­να, του Ντε­κάρ­τ, του Λοκ και του Σμιθ. Ο Χέ­γκελ α­πο­τε­λεί­ω­σε τη δια­δι­κα­σί­α της α­πο­θρη­σκειο­ποί­η­σης της θε­ο­λο­γί­ας. Με τους ό­ρους που χρη­σι­μο­ποιεί ο ί­διος, ε­γκο­σμιο­ποί­η­σε τη θρη­σκευ­τι­κή σκέ­ψη μέ­σω της ο­ποί­ας οι Ευ­ρω­παί­οι κα­τα­νο­ού­σαν το σύ­μπαν. Κα­τό­πιν, ο Μαρ­ξ έ­θε­σε τη φι­λο­σο­φί­α του Χέ­γκελ με τους ό­ρους του “υ­λι­σμού”, δη­λα­δή σαν να λέ­με, ο Μαρ­ξ α­πο­πνευ­μα­τι­κο­ποί­η­σε το έρ­γο του Χέ­γκελ στο σύ­νο­λό του. Ξα­νά, αυ­τοί εί­ναι οι ό­ροι που χρη­σι­μο­ποιεί ο ί­διος ο Μαρ­ξ. Και αυ­τό εί­ναι που τώ­ρα θε­ω­ρεί­ται ως η μελ­λο­ντι­κή ε­πα­να­στα­τι­κή δυ­να­τό­τη­τα της Ευ­ρώ­πης. Οι Ευ­ρω­παί­οι ί­σως το θε­ω­ρούν ε­πα­να­στα­τι­κό, οι Α­με­ρι­κα­νοί Ιν­διά­νοι, ό­μως, το βλέ­πουν α­πλά σαν τη συ­νέ­χεια της ί­διας πα­λιάς ευ­ρω­πα­ϊ­κής σύ­γκρου­σης α­νά­με­σα στο να “εί­σαι” και στο να “κερ­δί­ζεις”. Οι δια­νο­η­τι­κές ρί­ζες του νέ­ου μαρ­ξι­στι­κού τύ­που του ευ­ρω­πα­ϊ­κού ι­μπε­ρια­λι­σμού βρί­σκο­νται στους δε­σμούς του Μαρ­ξ και των συ­νε­χι­στών του με την πα­ρά­δο­ση του Νεύ­τω­να, του Χέ­γκελ και των άλ­λων.
Το να “εί­σαι” εί­ναι μια πνευ­μα­τι­κή πρό­τα­ση. Το να “κερ­δί­ζεις” εί­ναι μια υ­λι­κή πρά­ξη. Εκ πα­ρα­δό­σε­ως, οι Α­με­ρι­κα­νοί Ιν­διά­νοι ε­πι­χει­ρού­σαν πά­ντα να εί­ναι οι κα­λύ­τε­ροι άν­θρω­ποι που μπο­ρού­σαν. Μέ­ρος αυ­τής της πνευ­μα­τι­κής δια­δι­κα­σί­ας ή­ταν και εί­ναι να α­πο­διώ­χνουν τον πλού­το, να τον α­πορ­ρί­πτουν έ­τσι ώ­στε να μην κερ­δί­ζουν. Το υ­λι­κό κέρ­δος α­πο­τε­λεί έν­δει­ξη ψευ­δούς κα­τά­στα­σης για τους πα­ρα­δο­σια­κούς αν­θρώ­πους, ε­νώ για τους Ευ­ρω­παί­ους α­πο­τε­λεί α­πό­δει­ξη πως το σύ­στη­μα δου­λεύ­ει. Ό­πως εί­ναι φα­νε­ρό, υ­πάρ­χουν δύ­ο ε­ντε­λώς α­ντι­τασ­σό­με­νες ο­πτι­κές σ’ αυ­τό το ζή­τη­μα, και ο μαρ­ξι­σμός βρί­σκε­ται πο­λύ μα­κριά, πέ­ρα στην άλ­λη πλευ­ρά, α­πό την Α­με­ρι­κα­νι­κή Ιν­διά­νι­κη ο­πτι­κή. Ας δού­με ό­μως μια ση­μα­ντι­κό­τε­ρη συ­νε­πα­γω­γή αυ­τού. Δεν πρό­κει­ται α­πλά για μια δια­νο­η­τι­κή δια­φω­νί­α.

Η ευ­ρω­πα­ϊ­κή υ­λι­στι­κή πα­ρά­δο­ση της α­πο­πνευ­μα­τι­κο­ποί­η­σης του σύ­μπα­ντος εί­ναι πο­λύ ό­μοια με τη δια­νο­η­τι­κή δια­δι­κα­σί­α που υ­πει­σέρ­χε­ται στην α­παν­θρωποποίη­ση ε­νός άλ­λου προ­σώ­που. Και ποιοι μοιά­ζουν πιο ει­δι­κοί στην α­παν­θρώ­πι­ση άλ­λων λα­ών; Και για­τί; Οι στρα­τιώ­τες που έ­χουν δει πολ­λές μά­χες μα­θαί­νουν να το κά­νουν στον ε­χθρό, πριν ξα­να­μπούν στη μά­χη. Οι δο­λο­φό­νοι το κά­νουν πριν βγουν να δια­πρά­ξουν φό­νο. Οι SS φύ­λα­κες των να­ζί το έ­κα­ναν στους έ­γκλει­στους των στρα­το­πέ­δων συ­γκέ­ντρω­σης. Οι μπά­τσοι το κά­νουν. Οι αρ­χη­γοί των ε­ται­ρειών το κά­νουν στους ερ­γά­τες που στέλ­νουν στα ο­ρυ­χεί­α ου­ρα­νί­ου και στα ερ­γο­στά­σια χα­λυ­βουρ­γί­ας. Οι πο­λι­τι­κοί το κά­νουν σε ο­ποιον­δή­πο­τε εν ό­ψει. Και αυ­τό που εί­ναι κοι­νό στις δια­δι­κα­σί­ες με τις ο­ποί­ες κά­θε μια α­πό αυ­τές τις ο­μά­δες πραγ­μα­το­ποιεί την α­παν­θρω­ποποίη­ση, εί­ναι πως κα­θι­στούν σω­στό το να σκο­τώ­νεις και να κα­τα­στρέ­φεις άλ­λους αν­θρώ­πους. Μια α­πό τις χρι­στια­νι­κές ε­ντο­λές λε­ει “Ου φονεύσεις”, του­λά­χι­στον αν­θρώ­πους, έ­τσι το κόλ­πο εί­ναι να με­τα­τρέ­ψεις νο­ε­ρά τα θύ­μα­τα σε μη αν­θρώ­πι­να. Με­τά μπο­ρείς να προ­κη­ρύσ­σεις την πα­ρα­βί­α­ση της ί­διας σου της ε­ντο­λής ως α­ρε­τή.

Με τους ό­ρους της α­πο­πνευ­μα­τι­κο­ποί­η­σης του σύ­μπα­ντος, η δια­νο­η­τι­κή δια­δι­κα­σί­α δου­λεύ­ει έ­τσι ώ­στε η κα­τα­στρο­φή του πλα­νή­τη να γί­νε­ται ε­νά­ρε­τη. Ό­ροι ό­πως η πρό­ο­δος και η α­νά­πτυ­ξη χρη­σι­μο­ποιού­νται σαν λέ­ξεις κά­λυ­ψης ε­δώ, ό­πως οι ό­ροι νί­κη και ε­λευ­θε­ρί­α δικαιώνουν τις σφα­γές στη δια­δι­κα­σί­α της α­παν­θρω­ποποίη­σης. Για πα­ρά­δειγ­μα, έ­νας κερ­δο­σκό­πος α­κί­νη­της πε­ριου­σί­ας ί­σως α­να­φέ­ρε­ται στην “α­νά­πτυ­ξη” ε­νός μέ­ρους του ε­δά­φους, α­νοί­γο­ντας έ­να λα­το­μεί­ο για χα­λί­κια. Η α­νά­πτυ­ξη ε­δώ ση­μαί­νει ο­λι­κή και μό­νι­μη κα­τα­στρο­φή, με τη γη την ί­δια να με­τα­κι­νεί­ται. Αλ­λά η ευ­ρω­πα­ϊ­κή λο­γι­κή έ­χει κερ­δί­σει με­ρι­κούς τό­νους χα­λί­κια με τα ο­ποί­α πε­ρισ­σό­τε­ρη γη μπο­ρεί να “α­να­πτυ­χθεί” μέ­σω της κα­τα­σκευ­ής ο­δο­στρω­μά­των. Τε­λι­κά, ό­λο το σύ­μπαν εί­ναι α­νοι­χτό –σύμ­φω­να με την ευ­ρω­πα­ϊ­κή ο­πτι­κή_ σ’ αυ­τού του εί­δους τον πα­ρα­λο­γι­σμό.

Το πιο ση­μα­ντι­κό ε­δώ εί­ναι ί­σως το γε­γο­νός πως οι Ευ­ρω­παί­οι δεν έ­χουν μια αί­σθη­ση α­πώ­λειας μέ­σα σ’ ό­λα αυ­τά. Με­τά απ’ ό­λα αυ­τά, οι φι­λό­σο­φοί τους έ­χουν α­πο­πνευ­μα­τι­κο­ποι­ή­σει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, έ­τσι οι ί­διοι δεν κερ­δί­ζουν κα­μιά ι­κα­νο­ποί­η­ση α­πό την α­πλή πα­ρα­τή­ρη­ση του θαύ­μα­τος ε­νός βου­νού, μιας λί­μνης ή της ύ­παρ­ξης ε­νός λα­ού. Ό­χι, η ι­κα­νο­ποί­η­ση με­τριέ­ται με τους ό­ρους του υ­λι­κού κέρ­δους. Έ­τσι το βου­νό γί­νε­ται λα­το­μεί­ο, η λί­μνη γί­νε­ται ψυ­κτι­κό υ­γρό για ερ­γο­στά­σιο, και οι άν­θρω­ποι μα­ντρώ­νο­νται για να ε­ξε­λι­χθούν μέ­σω των ερ­γο­στα­σί­ων κα­τή­χη­σης που οι Ευ­ρω­παί­οι α­ρέ­σκο­νται να α­πο­κα­λούν σχο­λεί­α.

Μα με κά­θε νέ­ο κομ­μά­τι αυ­τής της “προ­ό­δου” α­κο­λου­θεί έ­να νέ­ο χτύ­πη­μα στον α­λη­θι­νό κό­σμο. Πάρ­τε τα καύ­σι­μα των βιο­μη­χα­νι­κών μη­χα­νών, για πα­ρά­δειγ­μα. Λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό δύ­ο αιώ­νες πριν, σχε­δόν ό­λοι χρη­σι­μο­ποιού­σαν ξύ­λα έ­να α­να­πλη­ρώ­σι­μο, φυ­σι­κό στοιχείο ως καύ­σι­μο για τις πο­λύ αν­θρώ­πι­νες α­νά­γκες του μα­γει­ρέ­μα­τος και της θέρμανσης. Τό­τε εμ­φα­νί­στη­κε η βιο­μη­χα­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση και το κάρ­βου­νο έ­γι­νε το ε­πι­κρα­τέ­στε­ρο καύ­σι­μο, ό­πως η πα­ρα­γω­γή έ­γι­νε η κοι­νω­νι­κή ε­πι­τα­γή για την Ευ­ρώ­πη. Η μό­λυν­ση άρ­χι­σε να γί­νε­ται πρό­βλη­μα στις πό­λεις και η γη ξε­σκί­στη­κε για να πα­ρέ­χει κάρ­βου­νο, ε­νώ το ξύ­λο μα­ζευόταν πά­ντα με α­πλή συλ­λο­γή ή συ­γκο­μι­δή, χω­ρίς με­γά­λη ε­πι­βά­ρυν­ση στο πε­ρι­βάλ­λον. Αρ­γό­τε­ρα, το πε­τρέ­λαιο έ­γι­νε το σπου­δαιό­τε­ρο καύ­σι­μο κα­θώς η τε­χνο­λο­γί­α της πα­ρα­γω­γής τε­λειο­ποι­ή­θη­κε μέ­σω μιας σει­ράς ε­πι­στη­μο­νι­κών “ε­πα­να­στά­σε­ων”. Η μό­λυν­ση αυ­ξή­θη­κε δρα­μα­τι­κά και κα­νείς δεν ξέ­ρει α­κό­μη ποια θα εί­ναι μα­κρο­πρό­θε­σμα τα πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κά κό­στη της ά­ντλη­σης ό­λου αυ­τού του πε­τρε­λαί­ου α­πό το έ­δα­φος. Τώ­ρα υ­πάρ­χει “ε­νερ­γεια­κή κρί­ση” και το ου­ρά­νιο γί­νε­ται ε­πι­κρα­τέ­στε­ρο καύ­σι­μο.

Οι κα­πι­τα­λι­στές, του­λά­χι­στον, θα α­να­πτύ­ξουν το ου­ρά­νιο ως καύ­σι­μο στο βαθ­μό που μπο­ρούν να αποκομίσουν έ­να κα­λό κέρ­δος. Αυ­τή εί­ναι η η­θι­κή τους, και ί­σως ε­ξα­γο­ρά­σουν λί­γο χρό­νο. Οι μαρ­ξι­στές, α­πό την άλ­λη, θα α­να­πτύ­ξουν το ου­ρά­νιο ως καύ­σι­μο ό­σο πιο γρή­γο­ρα γί­νε­ται, α­πλά και μό­νο για­τί εί­ναι το πιο “α­πο­δο­τι­κό” δια­θέ­σι­μο καύ­σι­μο πα­ρα­γω­γής. Αυ­τή εί­ναι η η­θι­κή τους, και αδυνατώ να κα­τα­νο­ή­σω ποιά εί­ναι προ­τι­μη­τέ­α. Ό­πως εί­πα, ο μαρ­ξι­σμός εί­ναι έ­να σκα­στό φι­λί α­κρι­βώς στη μέ­ση της ευ­ρω­πα­ϊ­κής πα­ρά­δο­σης. Εί­ναι το ί­διο πα­λιό τρο­πά­ρι.

Υ­πάρ­χει ο κα­νό­νας του α­ντί­χει­ρα που μπο­ρεί να ε­φαρ­μο­στεί ε­δώ. Δεν μπο­ρείς να κρί­νεις την πραγ­μα­τι­κή φύ­ση ε­νός ευ­ρω­πα­ϊ­κού ε­πα­να­στα­τι­κού δόγ­μα­τος στη βά­ση των αλ­λα­γών που προ­τεί­νει ε­ντός της ευ­ρω­πα­ϊ­κής δο­μής και κοι­νω­νί­ας. Μπο­ρείς να το κρί­νεις μό­νο α­πό τις ε­πι­δρά­σεις που θα έ­χει στους μη ευ­ρω­πα­ϊ­κούς λα­ούς. Κι αυ­τό για­τί κά­θε ε­πα­νά­στα­ση στην ευ­ρω­πα­ϊ­κή ι­στο­ρί­α βοήθησε στο να εν­δυ­να­μώ­σει τις ευ­ρω­πα­ϊ­κές τά­σεις και ι­κα­νό­τη­τες να ε­ξά­γουν κα­τα­στρο­φή στους άλ­λους λα­ούς, στους άλ­λους πο­λι­τι­σμούς και στο πε­ρι­βάλ­λον το ί­διο. Προ­κα­λώ ο­ποιον­δή­πο­τε να ε­πι­ση­μά­νει έ­να πα­ρά­δειγ­μα ό­που αυ­τό να μην α­λη­θεύ­ει.

Έ­τσι τώ­ρα, ζη­τά­νε α­πό ε­μάς τους Α­με­ρι­κα­νούς Ιν­διά­νους να πι­στέ­ψου­με πως έ­να “νέ­ο” ευ­ρω­πα­ϊ­κό ε­πα­να­στα­τι­κό δόγ­μα ό­πως ο μαρ­ξι­σμός θα α­ντι­στρέ­ψει τις αρ­νη­τι­κές ε­πι­δρά­σεις της ευ­ρω­πα­ϊ­κής ι­στο­ρί­ας πά­νω μας. Οι ευ­ρω­πα­ϊ­κές σχέ­σεις ι­σχύ­ος πρό­κει­ται να διευ­θε­τη­θούν για άλ­λη μια φο­ρά και αυ­τό υ­πο­τί­θε­ται πως θα κά­νει τα πράγ­μα­τα κα­λύ­τε­ρα για ό­λους μας. Μα τι ση­μαί­νει αυ­τό στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

Τώ­ρα, σή­με­ρα, ε­μείς που ζού­με στη ρε­ζέρ­βα του Pine Ridge, ζού­με σ’ αυ­τό που η κοι­νω­νί­α των λευ­κών χα­ρα­κτη­ρί­ζει ως “Πε­ριο­χή Ε­θνι­κής Θυ­σί­ας”. Αυ­τό ση­μαί­νει πως έ­χου­με πολ­λά α­πο­θέ­μα­τα ου­ρα­νί­ου ε­δώ, και ο πο­λι­τι­σμός των λευ­κών (ό­χι ε­μείς) χρειά­ζε­ται αυ­τό το ου­ρά­νιο ως υ­λι­κό πα­ρα­γω­γής ε­νέρ­γειας. Ο φθη­νό­τε­ρος και α­πο­δο­τι­κό­τε­ρος τρό­πος για τη βιο­μη­χα­νί­α να ε­ξά­γει και να χει­ρι­στεί την ε­πε­ξερ­γα­σί­α αυ­τού του ου­ρα­νί­ου, εί­ναι να ξε­φορ­τω­θεί τα πα­ρα­προ­ϊ­ό­ντα α­κρι­βώς ε­δώ, στις πε­ριο­χές ε­ξό­ρυ­ξης. Α­κρι­βώς ε­δώ που ζού­με. Τα α­πόβλη­τα αυ­τά εί­ναι ρα­διε­νερ­γά και θα κα­τα­στή­σουν ο­λό­κλη­ρη τη χώ­ρα α­κα­τοί­κη­τη για πά­ντα. Το γε­γο­νός αυ­τό θε­ω­ρεί­ται α­πό τη βιο­μη­χα­νί­α, και α­πό την κοι­νω­νί­α των λευ­κών που δη­μιούρ­γη­σε αυ­τή τη βιο­μη­χα­νί­α, ως “α­πο­δε­κτό” κό­στος για την α­νά­πτυ­ξη των ε­νερ­γεια­κών πη­γών. Στην πο­ρεί­α, σχε­διά­ζουν ε­πί­σης να αποξη­ρά­νουν το υ­δά­τι­νο στρώ­μα κά­τω απ’ αυ­τό το κομ­μά­τι της Νό­τιας Ντα­κό­τα ως μέ­ρος της βιο­μη­χα­νι­κής ε­ξέ­λι­ξης, έ­τσι η χώ­ρα θα γί­νει δι­πλά α­κα­τοί­κη­τη. Το ί­διο συμ­βαί­νει κά­τω στη γη των Να­βά­χο και των Χό­ο­πι, πά­νω στη γη των βο­ρεί­ων Τσε­γιέν και των Κρό­ου, και αλ­λού. Τα τριά­ντα τοις ε­κα­τό του κάρ­βου­νου στη Δύ­ση και τα μι­σά α­πο­θέ­μα­τα ου­ρα­νί­ου στις Η­ΠΑ έ­χουν βρε­θεί κά­τω α­πό γη που α­νή­κει σε ρε­ζέρ­βες, έ­τσι δεν υ­πάρ­χει τρό­πος να το α­πο­κα­λέ­σου­με α­σή­μα­ντο ζή­τη­μα.

Α­ντι­στε­κό­μα­στε στο να με­τα­τρα­πού­με σε Πε­ριο­χή Ε­θνι­κής Θυ­σί­ας. Α­ντι­στε­κό­μα­στε στο να με­τα­τρα­πού­με σε λα­ό Ε­θνι­κής Θυ­σί­ας. Τα κό­στη αυ­τής της βιο­μη­χα­νι­κής ε­ξέ­λι­ξης δεν […]

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek