του Ν. Βαρδιάμπαση, από το Άρδην τ. 31, Σεπτέμβριος 2001

Κυ­ρί­ες και Κύ­ριοι,


Ι­στο­ρί­α (συγ­γε­νής λέ­ξη του ο­ρώ από την Fιδ, απ’ ό­που το εFι­δον: εί-
­ δον, οί­δα, συ­νοί­δα, εί­δος, ι­δέ­α και Ι­στο­ρί­α) <η προς τα πί­σω ό­ρα­ση> του ι­στο­ρι­κού –που ζει στο ε­κά­στο­τε πα­ρόν– δεν εί­ναι ο ε­γκλω­βι­σμός του στο πα­ρελ­θόν ή μο­νά­χα η δια­χρο­νι­κή πα­ρά­θε­ση-κα­τα­γρα­φή γε­γο­νό­των, αλ­λά η εύ­ρε­ση της σχέ­σης που υ­πάρ­χει α­νά­με­σα στα πα­λαιό­τε­ρα, στα με­τα­γε­νέ­στε­ρα, στα τρέ­χο­ντα. Κά­τι που έ­κα­νε ο Πα­παρ­ρη­γό­που­λος.


Ο ι­στο­ρι­κός με την «προς τα πί­σω ό­ρα­ση» ε­ξε­τά­ζει και α­ντι­λαμ­βά­νε­ται με μνή­μη και κρί­ση (εί­ναι το συ­νοί­δα της Fιδ-) την ορ­γα­νι­κή συ­νο­χή των γε­γο­νό­των, κα­θό­σον τα πά­ντα συν­δέ­ο­νται, σχε­τί­ζο­νται και αλ­λη­λο­κα­θο­ρί­ζο­νται. Και η Ι­στο­ρί­α αυ­τών των σχέ­σε­ων δεν κα­τα­γρά­φε­ται για λό­γους πε­ριέρ­γειας ή αρ­χαιο­μά­θειας, αλ­λά για να ε­ξη­γού­με το τώ­ρα, το σή­με­ρα, το ε­κά­στο­τε πα­ρόν μέ­σα α­πό τις γνώ­σεις και την πεί­ρα του πα­ρελ­θό­ντος.


Ο Πα­παρ­ρη­γό­που­λος με την Ι­στο­ρί­α του τεκ­μη­ρί­ω­σε κα­τά τον αρ­τιό­τε­ρο τρό­πο για την ε­πο­χή του αυ­τή την ορ­γα­νι­κή συ­νο­χή των γε­γο­νό­των δί­νο­ντας τη δια­χρο­νι­κή ε­νό­τη­τα του Ελ­λη­νι­σμού…


Αυ­το­δί­δα­κτος ι­στο­ρι­κός χω­ρίς πτυ­χί­ο, με σπου­δές στο Λύ­κειο Ρι­σε­λιέ της Ο­δησ­σού. Αρ­γό­τε­ρα, κο­ντά στον Γεν­νά­διο στο Ναύ­πλιο και στην Αί­γι­να και με σπου­δές στο ε­ξω­τε­ρι­κό σε Γαλ­λί­α και Γερ­μα­νί­α, χω­ρίς τί­τλους σπου­δών ό­μως, ε­κτός του Δι­δά­κτο­ρος In Absentia του Μο­νά­χου.


Και τι δεν του εί­παν, και τι δεν του… έ­σου­ραν τα πα­νε­πι­στη­μια­κά “τζά­κια” της ε­πο­χής, ό­ταν πρω­το­διο­ρί­ζε­ται αρ­χι­κά κα­θη­γη­τής Γυ­μνα­σί­ου Α­θη­νών και το 1851 έ­κτα­κτος κα­θη­γη­τής Ι­στο­ρί­ας στο Πα­νε­πι­στή­μιο, με­τά την α­πό­λυ­σή του α­πό το Υ­πουρ­γεί­ο Δι­καιο­σύ­νης, ό­που ερ­γά­στη­κε για μια δω­δε­κα­ε­τί­α.
“Τον α­πέ­λυ­σαν α­πό το υ­πουρ­γεί­ο – γρά­φει ο Μι­στριώ­της, ο γα­μπρός των Σα­ρι­πό­λων – δια τας πολ­λάς α­νορ­θο­γρα­φί­ας του” (Κ. Δη­μα­ρά, Πα­παρ­ρ., ΜΙΕΤ. σ. 119)


Η α­πό­λυ­ση βέ­βαια του εκ­πλη­κτι­κού γνώ­στη της Ελ­λη­νι­κής Πα­παρ­ρη­γό­που­λου (και γι’ αυ­τό τον φθο­νού­σε ο Μι­στριώ­της) γί­νε­ται με το μι­κρό­ψυ­χο Β΄ Ψή­φι­σμα που ει­ση­γού­νται οι πά­λαι πο­τέ κο­τζα­μπά­ση­δες του Μω­ρέ­ως υ­πό τον Ρή­γα Πα­λα­μή­δη στην Ε­θνο­συ­νέ­λευ­ση της Γ΄ Σε­πτεμ­βρί­ου 1843-44, που έ­λε­γε: “Η κυ­βέρ­νη­σις ο­φεί­λει… να κα­θα­ρί­σει(!) [Προ­σέξ­τε τη λέ­ξη του κα­θάρjω: κα­θαί­ρω της *καθ-. Να α­πορ­ρί­ψει τα καθ-άρ­μα­τα… [δη­λα­δή]….το προ­σω­πι­κόν της δη­μό­σιας υ­πη­ρε­σί­ας… προ­τι­μώ­σα… τους αυ­τό­χθο­νας του Βα­σι­λεί­ου της Ελ­λά­δος…” έ­να­ντι των ε­τε­ρο­χθό­νων Θεσ­σα­λών, Η­πει­ρω­τών, Κων/πο­λι­τών κ.ά. (ό­πως ο Πα­παρ­ρη­γό­που­λος). [Πρα­κτ., σ. 201]

Σ’ αυ­τή την ι­διο­τέ­λεια κυ­ρί­ως των Πε­λο­πον­νη­σί­ων α­ντι­δρούν λι­γο­στοί πλη­ρε­ξού­σιοι:


“Δεν η­γω­νί­σθη­σαν μό­νον οι αυ­τό­χθο­νες – λέ­νε – αλ­λά πά­ντες οι Έλ­λη­νες… Η­πει­ρώ­ται, Θεσ­σα­λοί, Μα­κε­δό­νες…” (ό.π., Συ­νε­δρ. ΚΘ΄, 12 Ιαν.))


Και “Η άρ­νη­σις του δι­καιώ­μα­τος τού­του εις τους έ­ξω­θεν ελ­θό­ντας ο­μο­γε­νείς μας, τους συ­να­γω­νι­σθέ­ντας και πα­θό­ντας κα­τά τον α­γώ­να, ο­μοιά­ζει την άρ­νη­σιν τοιού­του δι­καιώ­μα­τος ε­πί με­σαί­ω­νος εις τους Ε­βραί­ους…” (ό.π., σ. 151)


Οι α­πό­ψεις Φαλ­με­ρά­γιερ (1836), ο δια­χω­ρι­σμός Ελ­λή­νων σε αυ­τό­χθο­νες (Μω­ρα­ΐτες) και ε­τε­ρό­χθο­νες, που τις “βιώ­νει στο πε­τσί του”, και το κλί­μα της ε­πο­χής: “ε­θνι­κή” πο­λι­τι­κή Κω­λέτ­τη, Κρι­μα­ϊ­κός (Ρω­σο­τουρ­κι­κός) πό­λε­μος (1853), η “συν­δε­ό­με­νη” με αυ­τόν ε­πα­νά­στα­ση κα­τά των Τούρ­κων σε Θεσ­σα­λί­α, Ή­πει­ρο, Χαλ­κι­δι­κή (1854) και η Κα­το­χή – των δύ­ο ε­τών και ο­κτώ μη­νών – που α­κο­λου­θεί α­πό τον γαλ­λι­κό στρα­τό στον Πει­ραιά, δια­μορ­φώ­νουν τον “ρο­μα­ντι­κό ι­στο­ριο­γρά­φο” του έ­θνους, ό­πως τον α­πο­κα­λεί ο βιο­γρά­φος του Δη­μα­ράς.


“Ο Πα­παρ­ρη­γό­που­λος –γρά­φει ο Δη­μα­ράς– θα γί­νει ο ρο­μα­ντι­κός ι­στο­ριο­γρά­φος του έ­θνους. Τα βι­βλί­α του δη­λώ­νουν το ση­μεί­ο ό­που σμί­γουν: η α­το­μι­κή ρο­πή του ι­στο­ριο­γρά­φου και τα ε­θνι­κά αι­τή­μα­τα του Ελ­λη­νι­σμού” (Κ. Πα­παρ­ρ., Προ­λεγ., ε­πιμ. Κ.Θ. Δη­μα­ρά, Ερ­μής, σ.3)


Ο Πα­παρ­ρη­γό­που­λος θέ­τει ως γε­νι­κούς νό­μους της Ι­στο­ρί­ας του:
Α. την α­διά­λει­πτη πρό­ο­δο του ε­ξω­τε­ρι­κού κό­σμου
Β. την α­ναλ­λοί­ω­τη μο­νι­μό­τη­τα του η­θι­κού (ε­σω­τε­ρι­κού κό­σμου).


Και ως ει­δι­κούς:
Α. το αί­σθη­μα της πα­τρί­δος… η χώ­ρα μεθ’ ης συν­δέ­ο­νται αι ιε­ρώ­τα­ται των α­να­μνή­σε­ων και πα­ρα­δό­σε­ων αυ­τού (α­ντιθέ­των του κο­σμο­πο­λι­τι­κού πνεύ­μα­τος δι’ ου α­πο­βάλ­λο­μεν το της πα­τρί­δος αί­σθη­μα)
Β. τη Γλώσ­σα.
[Ο­μι­λί­α στον “Παρ­νασ­σό”, 11.1.1872]


Τη ση­μα­σί­α της Γλώσ­σας την το­νί­ζει και πα­λαιό­τε­ρα:
“Ό­τι μαρ­τυ­ρεί την δύ­να­μιν του Ελ­λη­νι­σμού –γρά­φει– εί­ναι η Γλώσ­σα” (στο έρ­γο του 1854 “Η ελ­λη­νι­κή γνώ­μη πε­ρί του συ­στή­μα­τος του Φαλ­με­ρά­ιερ”, Spectateur de l’ Orient)


Η δια­χρο­νι­κή ε­νό­τη­τα αρ­χαί­ων-νέ­ων χρό­νων α­παι­τεί τον εν­διά­με­σο “κρί­κο” του Βυ­ζα­ντί­ου, που δεν τον α­πο­δέ­χε­ται το παν/μια­κό κα­τε­στη­μέ­νο της ε­πο­χής.


Ε­κτός α­πό τον Ν. Σα­ρί­πο­λο (Νο­μι­κή), που μι­λά­ει για α­γε­φύ­ρω­το “χά­σμα” (1848), ο Δ. Στρού­μπος (Φυ­σι­κή) α­να­φέ­ρε­ται στην “ο­πι­σθο­δρό­μη­ση” των ε­πι­στη­μών ε­πί του Βυ­ζα­ντί­ου (1858), ο Μ. Πο­τλής (Ε­κλ. Δί­καιο) στον “ά­γο­νο, στεί­ρο βυ­ζα­ντι­νό νου” (1859) και ο δια­πρε­πής Γλωσ­σο­λό­γος Δ. Μαυ­ρο­φρύ­δης γρά­φει: “Η πε­ρί ε­νό­τη­τος των Ελ­λή­νων μο­νο­μα­νί­α του Π. έ­φθα­σεν εις το μη πε­ραι­τέ­ρω” (1856). “Φα­ντα­σιο­κο­πή­μα­τα” θε­ω­ρεί τις γε­νι­κό­τε­ρες α­πό­ψεις του Πα­παρ­ρη­γό­που­λου .


Α­πα­ντά­ει ο Πα­παρ­ρη­γό­που­λος:


“… Η ι­στο­ρί­α του Βυ­ζα­ντι­νού κρά­τους πα­ρου­σιά­ζει α­λη­θή με­γα­λουρ­γή­μα­τα, ων η τι­μή α­νή­κει εις το ελ­λη­νι­κό πνεύ­μα, αλ­λά δεν εί­νε βέ­βαιον ό­τι ά­νευ των Βυ­ζα­ντι­νών α­γώ­νων δεν η­θέ­λο­μεν κα­λεί­σθαι έ­θνος ελ­λη­νι­κόν, ου­δέ ο­μι­λεί την Ελ­λη­νι­κήν γλώσ­σσαν” (Ε­φη­με­ρί­δα 1.2.1878)


Ο πό­λε­μος των πα­νε­πι­στη­μια­κών τον α­να­γκά­ζει να “α­νοι­χτεί” στον λα­ό. Στα μα­θή­μα­τά του προ­σελ­κύ­ει και α­κρο­α­τή­ριο ξέ­νων α­πό το φοι­τη­τι­κό κό­σμο και οι πα­ρα­δό­σεις του δη­μο­σιεύ­ο­νται στον Τύ­πο, γε­γο­νός που ε­ξα­γριώ­νει τον Μι­στριώ­τη, που αρ­νεί­ται να κα­τα­λά­βει πως πα­νε­πι­στη­μια­κά μα­θή­μα­τα γί­νο­νται πρω­το­σέ­λι­δα, ή τι εί­δους μα­θή­μα­τα εί­ναι αυ­τά γρά­φει σε λί­βε­λλο στην «Πα­λιγ­γε­νε­σί­α» – «Φυλ­λά­δες α­να­γι­γνω­σκό­με­ναι προ ο­λί­γον α­πό έ­δρας και ύ­στε­ρα δη­μο­σιευό­με­ναι δια τους πολ­λούς!».


Δη­μο­σιο­γρα­φεί, γρά­φει σε πε­ριο­δι­κά, α­σκεί­ται στα… ό­πλα με φοι­τη­τές του. Τον συ­να­ντού­με ε­πι­κε­φα­λής νυ­κτε­ρι­νής πε­ρι­πό­λου στα γε­γο­νό­τα της Έ­ξω­σης. Πραγ­μα­το­ποιεί ε­ρά­νους στην ο­μο­γέ­νεια για α­γο­ρές ό­πλων. Τον κα­τη­γο­ρούν και γι’ αυ­τό με λί­βελ­λους (1879).


“Ο Κ. Πα­παρ­ρη­γό­που­λος, διε­θνής ε­παί­της το ε­πάγ­γελ­μα,/… /Α­πα­ξά­πα­ντας τους έ­ξω ο­μο­γε­νείς φο­ρο­λο­γή­σας δια την δια τους πολ­λούς (φο­ρο­λο­γού­με­νους) γρα­φεί­σαν ι­στο­ρί­αν του,/… α­φού την Ευ­ρώ­πην πε­ρι­ήλ­θε της Ε­θνι­κής Α­μύ­νης δα­πά­ναις,/… φυ­σίγ­για προ­μη­θεύ­ων και παν­σλαυ­ϊ­στι­κά σχέ­δια υ­πη­ρε­τών…”, και άλ­λα ε­παί­σχυ­ντα. (Φυλ­λά­διο του 1879)


Το “μπέρ­δε­μα” δύ­ο δια­φο­ρε­τι­κών: της Ε­θνι­κής Πο­λι­τι­κής με την πο­λι­τι­σμι­κή Ε­θνο­γέ­νε­ση [Γλώσ­σα, Πα­ρα­δό­σεις, Ι­στο­ρί­α] γί­νε­ται στο “ό­χη­μα” της Με­γά­λης Ι­δέ­ας, που σύρ­θη­κε πά­νω στις “ρά­γες” των χρό­νων που α­κο­λού­θη­σαν α­πό την “α­τμο­μη­χα­νή”… Πα­παρ­ρη­γό­που­λος.


Μπο­ρεί να αμ­φι­σβη­τή­θη­κε ο έ­νας Γε­νι­κός Νό­μος του Π. α­πό νε­ό­τε­ρους ι­στο­ρι­κούς –Ν. Σβο­ρώ­νος κ.ά.– ως προς την “μο­νι­μό­τη­τα του η­θι­κού” που θέ­λει “δε­σμούς αί­μα­τος”, γο­νί­δια, “κου­βά­δες αί­μα­τος”, ό­ταν η πο­λι­τι­σμι­κή ε­θνο­γέ­νε­ση α­πό μό­νη της [με Γλώσ­σα, Πα­ρα­δό­σεις, Ι­στο­ρί­α] αρ­κεί, κα­τά το «Γλώσ­σα και παι­δεί­α τον Έλ­λη­να κλη­τέ­ον». Και Έλ­λη­νες εί­ναι «οι της Ελ­λη­νι­κής Παι­δεί­ας με­τέ­χο­ντες».


Η Ι­ΣΤΟ­ΡΙΑ… δεν εί­ναι Βιο­λο­γί­α ή Ζω­ο­λο­γί­α, αλ­λά κοι­νω­νι­κή ε­πι­στή­μη του αν­θρώ­που.


Ο Παπαρηγόπουλος μπο­ρεί να α­να­θε­ω­ρή­θη­κε στα ε­πι­μέ­ρους α­πό τη με­τα­γε­νέ­στε­ρη αλ­μα­τώ­δη έ­ρευ­να στις πη­γές. Η α­ντί­λη­ψή του ό­μως για την “Ε­νό­τη­τα του έ­θνους” στά­θη­κε α­να­γκαί­α και ε­πω­φε­λής στους πο­λί­τες του νε­ο­σύ­στα­του κρά­τους. Αυ­τό το πι­στεύ­ου­με και το υ­πο­γραμ­μί­ζου­με στον πρό­λο­γο του α­φιε­ρώ­μα­τός μας.


Κυ­ρί­ες και Κύ­ριοι
Το “Ε”-Ι­στορικά
Τι­μά σή­με­ρα τον με­γά­λο άν­δρα, ε­κεί­νο το “βα­ρυ­κέ­φα­λον και δυ­σμα­θές παι­δί­ον” κα­τά τον Α­λέ­ξαν­δρο Ρί­ζο Ρα­γκα­βή, συμ­μα­θη­τή του στο Λύ­κειο Ρι­σε­λιέ της Ο­δησ­σού.


[Σα­ρά­φης στην Πό­λη α­πό τη Βυ­τί­να, ο μπα­μπάς Πα­παρ­ρη­γό­που­λος –θύ­μα της σουλ­τα­νι­κής α­γριό­τη­τας– δεν ή­ταν Φα­να­ριώ­της, βλέ­πε­τε, πάπ­που προς πάπ­που….]

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek