Για το βιβλίο των Κ. Λας, Κ. Καστοριάδη και Ζ. Κ. Μισεά Η κουλτούρα του εγωισμού (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2014)

του Δ. Ξυδερού, από το Άρδην τ. 100, Απρίλιος-Ιούνιος 2015

Πλατεία Συντάγματος. Περιμένοντας στη στάση του λεωφορείου, ξεφυλλίζω την Κουλτούρα του εγωισμού. Ίσως δεν έφυγε ακόμα η σκόνη του χρόνου. Και κάπου εκεί ανάμεσα στις σελίδες και στους ανθρώπους που περιμένουν δίπλα μου, διαβάζω τα σημάδια μιας εποχής. Τα διαβάζω στα θλιμμένα πρόσωπα, που παλεύουν μέρα με τη μέρα να σύρουν το μεγάλο άχθο του «εγώ». Κι αυτή η πλατεία, που κάποτε ήταν πλατεία, όσο πιο πολλά «εγώ» γεμίζει, τόσο πιο άδεια είναι. Απλά υπάρχει για να καθρεπτίζει την εποχή του Νάρκισσου που πνίγεται καθημερινά στα νερά των κοινωνικών δικτύων. Και θριαμβεύει εκεί ένας νέος χρόνος, ο χρόνος που είναι χρήμα, ο κατεξοχήν «selfie», ο «εαυτούλης» της ιστορίας.

Χαμένη στη σκόνη του χρόνου ήταν και η συνέντευξη των Κρίστοφερ Λας και Κορνηλίου Καστοριάδη στον Μάικλ Ιγνάτιεφ, που οργάνωσε το βρετανικό τηλεοπτικό κανάλι Channel 4 το 1986. Δύο συνομιλητές, οι οποίοι προέρχονται από δύο διαφορετικούς κόσμους κι έχουν διαγράψει διαφορετικές πορείες, φαίνεται να συμφωνούν σε καίρια ζητήματα. Η συνέντευξη αυτή, που παρουσιάζεται στο πρώτο μέρος του βιβλίου, αν και δόθηκε πριν περίπου τρεις δεκαετίες, φαντάζει πιο επίκαιρη από ποτέ. Ο Μάικλ Ιγνάτιεφ θα αναφερθεί στις διάφορες όψεις του τιμήματος που πρέπει να καταβληθεί στη νεωτερικότητα: «Η απώλεια των δεσμών της κοινότητας και της γειτονιάς είναι ίσως το πιο επώδυνο»…
Η αλλαγή στη δημόσια ζωή για τον Κορνήλιο Καστοριάδη συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του ’50 με την αποσύνθεση του εργατικού κινήματος και, ως ακολούθως, του επαναστατικού προτάγματος. Αυτό δημιούργησε σταδιακά έναν άλλο τύπο ανθρώπου, προετοιμάζοντας την κοινωνία της κατανάλωσης. Οι άνθρωποι κλειδώθηκαν σ’ έναν ιδιωτικό κόσμο, ο οποίος όμως δεν υπήρξε καθόλου ιδιωτικός. Αυτός ο νέος ατομικισμός φτάνει ως τον «ελάχιστο εαυτό» ή το «ναρκισσιστικό Εγώ» του Κρίστοφερ Λας.
Μέρα με τη μέρα, θα διαπιστώσει ο Καστοριάδης, αποκαλύπτεται η απουσία του προτάγματος. «Πριν από τριάντα ή εξήντα χρόνια, οι άνθρωποι της αριστεράς μιλούσαν για τη Μεγάλη Νύχτα, οι άνθρωποι της δεξιάς για την αέναη πρόοδο». Στην εποχή μας δεν εκφράζεται πια κανένα όραμα, υπάρχει μονάχα ένας ιδιωτικός χρονικός ορίζοντας.

«Κανένας», υπογραμμίζει, «δεν εντάσσεται επίσης σε ένα δημόσιο χώρο. Βέβαια, όλοι είμαστε κομμάτι του, αλλά, πάρτε την πλατεία Ομονοίας στο Παρίσι ή το Πικαντίλλυ Σίρκους, ή, ακόμα δεν ξέρω, τη Νέα Υόρκη σε ώρες αιχμής: θα δείτε ένα εκατομμύριο άτομα, πνιγμένα μέσα σε έναν ωκεανό κοινωνικών δραστηριοτήτων. Πρόκειται για κοινωνικά όντα, μέσα σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον, και είναι απολύτως απομονωμένα, μισούν ο ένας τον άλλον και, αν είχαν τη δυνατότητα να διαλύσουν τα αυτοκίνητα που βρίσκονται μπροστά τους, θα το έκαναν!» Έτσι λοιπόν ο δημόσιος χώρος μετατοπίζεται, από την πλατεία και την αγορά, σε κάθε σαλόνι, και μετουσιώνεται σε τηλεόραση.

Η διαρκώς εξελισσόμενη τεχνολογία των Μ.Μ.Ε., υπογραμμίζει ο Κρίστοφερ Λας, αποκτάει μια παραισθησιογόνο υφή. Ένας κόσμος γεμάτος φανταστικές εικόνες που εισβάλλουν συνεχώς με σκοπό να ξυπνήσουν τις φαντασιώσεις μας. Και, για να θυμηθούμε τον Γκυ Ντεμπόρ, «Το θέαμα είναι το κεφάλαιο που έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης, ώστε να γίνει εικόνα».
Έτσι θα εξαφανιστεί σταδιακά κάθε πραγματική σύγκρουση, κοινωνική και πολιτική. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι δεν αξίζει πια να αγωνιστούν για ξεπεσμένες πολιτικές ιδέες, οπότε και επεκτείνεται η κυριαρχία των αγορών και της κατανάλωσης πάνω στους λαούς.

Η πολιτική, θα προσθέσει ο Κρίστοφερ Λας, «μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε ζήτημα ομάδων συμφερόντων, όπου η καθεμιά διεκδικεί για τον εαυτό της ένα μέρος από τις παροχές του κράτους πρόνοιας, προσδιορίζοντας τα συμφέροντά της με τη στενότερη δυνατή έννοια και αποκλείοντας ηθελημένα κάθε γενικότερη διεκδίκηση ή κάθε προσπάθεια να διατυπωθούν διεκδικήσεις μιας ομάδας με όρους οικουμενικούς». Ο Καστοριάδης θα παρέμβει, αναφερόμενος στον Αριστοτέλη, και θα διατυπώσει έναν αθηναϊκό νόμο από τα Πολιτικά του, τον οποίο θαυμάζει: «Κάθε φορά που η συνέλευση του Δήμου ήταν δυνατό να φτάσει σε απόφαση πολέμου με γειτονική πόλη, αποκλείονταν από το δικαίωμα ψήφου οι κάτοικοι της παραμεθορίου».

Η συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση και ικανοποίηση της ιδιωτικής ζωής είναι η πηγή του προβλήματος. Είναι η αύξηση του τίποτα. Ακόμα και η ποιότητα των σχέσεων απέχει παρασάγγας από την ερωτική ικανοποίηση και την αληθινή αγάπη. Οι άνθρωποι λοιπόν γίνονται παίγνια του εφήμερου, της διαφήμισης και της μόδας. Συνεπώς η ιδέα του κυρίαρχου ατόμου, που προτάσσει ο πολιτικός φιλελευθερισμός, καθίσταται γελοία.

Επιπροσθέτως, υπάρχει η κρίση ταυτότητας. Στη σύγχρονη κοινωνία οι άνθρωποι αντιπαλεύουν τους ρόλους που τους έχουν ανατεθεί. Επομένως παλεύουν για ένα νέο «Εγώ», απορρίπτοντας την ταυτότητά τους. Όμως, «κανένας δεν είναι χωρίς παρελθόν ακόμα κι όταν η κοινωνία μας ωθεί να το αρνηθούμε» παρατηρεί ο Κρίστοφερ Λας. Οι άνθρωποι δεν είναι φίδια ν’ αλλάζουν ταυτότητες.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, περιλαμβάνεται το επίμετρο του Ζαν Κλωντ Μισεά, «Η ψυχή του ανθρώπου στον Καπιταλισμό». Αναφερόμενος στην παραπάνω συζήτηση διαπιστώνει αρκετά κοινά σημεία στους συνομιλητές. Ο Μισεά θα αναφερθεί στο «ιερατείο» των Μ.Μ.Ε. και της σύγχρονης διανόησης, το οποίο θεώρει ότι «κάθε ριζική κριτική της καπιταλιστικής λογικής οδηγούσε αναπόφευκτα στη γενικευμένη φτώχεια και την άρνηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Προτείνει να ανατρέξουμε στην κριτική της Σχολής της Φρανκφούρτης ως και την Καταστασιακή Διεθνή.
Επικρίνει τη στάση της σύγχρονης αριστεράς και θεωρεί ότι ο καπιταλισμός εμφανίζεται υπό την επίδραση ενός «μαρξιστικού» υπερεγώ, το οποίο δεν επιδέχεται κριτική. Ο νέος καταναγκασμός της παγκοσμιοποίησης παράγει τις μόνες αξίες οι οποίες μπορούν να ικανοποιήσουν μια «αυτορυθμιζόμενη αγορά». Διατηρεί έτσι τη διαρκή έλλειψη ικανοποίησης των καταναλωτών μέσω της διαφημιστικής προπαγάνδας, της βιομηχανίας ψυχαγωγίας και του «νευρομάρκετινγκ».

Η τάση της καπιταλιστικής αυτής λογικής, να εισβάλει σε ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη, υπήρχε σε όλα τα δόγματα του φιλελευθερισμού. Ο Βολταίρος θα γράψει: «Γύρω στα 1750, το έθνος… άρχισε επιτέλους να σκέφτεται το στάρι». Ο Μισεά θα υπογραμμίσει ότι: «Ο Άνταμ Σμιθ πίστευε πως η πρώτη προϋπόθεση για ένα κόσμο ελευθερίας, ευημερίας και ειρήνης – από τη στιγμή που είναι δομημένος γύρω από το υπέροχο εμπόριο και τα ανθρώπινα δικαιώματα- είναι ακριβώς η σταδιακή εξάλειψη όλων των υπαρκτών πράξεων διακανονισμού…» Επομένως αυτό γίνεται το πρόταγμα του νεοκαπιταλισμού και η αλήθεια του υπαρκτού φιλελευθερισμού. Η αέναη συσσώρευση κεφαλαίου θα προελαύνει καταστροφικά με τρομερές ηθικές, ψυχολογικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Το πολλά υποσχόμενο σοσιαλιστικό κίνημα, διαπιστώνει ο Μισεά, σημείωσε τελικά «μια μεγάλη ιστορική καθυστέρηση». Και υπενθυμίζει ότι στο τέλος της ζωής του ο Καρλ Μαρξ, σε μια από τις επιστολές του στη Βέρα Ζασούλιτς και τους Ρώσους ποπουλιστές, θα γράψει: «Η ζωτικότητα των πρωτόγονων κοινοτήτων» ήταν «ασύγκριτα μεγαλύτερη από εκείνη των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών».

Τελειώνοντας το επίμετρό του ο Μισεά, παρατηρεί: «Οι σύγχρονοι άνθρωποι δεν πρόκειται να βρουν τον δρόμο προς μια προσωπική και συλλογική χειραφέτηση, πραγματική και συνάμα γνήσια ανθρώπινη, με το να δαιμονοποιούν ως αντιδραστική κάθε αίσθηση ταυτότητας και συγγένειας ή χαρακτηρίζοντας, από θέση αρχής ως υποχρεωτικά παρελθοντολατρεία τη θεμιτή προσήλωση των λαών στη γλώσσα τους, τις παραδόσεις τους και τον πολιτισμό τους…»

Δυστυχώς, η συνέντευξη αυτή θα κλείσει πριν ολοκληρωθεί. Όμως θα φωτιστούν πολύ σημαντικά θέματα. Στο βιβλίο αυτό ασκείται κριτική στο αλάνθαστο της νεωτερικότητας. Ήδη από την εποχή του Διαφωτισμού, πέρα από τις υπέροχες ιδέες του, ο άνθρωπος θα προτάξει και το αίτημα της κυριαρχίας πάνω στη φύση και στην ιστορία. Με αρχή έναν εργαλειακό ορθό λόγο, προβάλλοντας ένα νέο «εγώ», θα επιχειρήσει να γίνει θεός στη θέση του θεού, αλλά και φύση στη θέση της φύσης. Θυμίζει έτσι όλους αυτούς τους ελληνικούς μύθους που ο ήρωας, γεμάτος έπαρση και αλαζονεία, θα διαβεί το καταστροφικό μονοπάτι της ύβρης. Από τον 18ο αιώνα το κίνημα του ρομαντισμού θα αντιταχθεί στην απολυτότητα του ορθού λόγου και θα επικρίνει την επέλαση της τεχνολογίας.
Ο άνθρωπος θα οραματιστεί έναν άλλο κόσμο, θα επιδιώξει μια ελευθερία, αλλά εν τέλει θα σκλαβωθεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Θα πλάσει τον σοσιαλιστικό παράδεισο και θα αντιπαραταχθεί απέναντί του ο «παράδεισος» της κεφαλαιοκρατίας. Η απογοήτευση από την κατάρρευση του πρώτου, θα οδηγήσει στην επέλαση του δεύτερου. Ο θρίαμβος του ατομικού συμφέροντος θα μεταβάλει τον άνθρωπο σε οικονομικό ζώον και μια άπληστη Αόρατος Χείρ δεν θα διστάσει να στραγγαλίσει τα έθνη για τον πλούτο.

Ο Καστοριάδης από νωρίς είχε γράψει ότι «το μαρξιστικό σύστημα αποτελεί μέρος της καπιταλιστικής κουλτούρας». Ο ίδιος θα επιστρέψει στην πηγή και θα αναζητήσει την αθηναϊκή, την άμεση δημοκρατία. Ο Κώστας Παπαϊωάννου, στο έργο του «Μάζα και ιστορία», θα διερευνήσει τον ρόλο των Διθυράμβων και της Θεατροκρατίας που άνοιξε τον δρόμο στη δημοκρατία, καθώς και ο Φρειδερίκος Νίτσε, όταν έθεσε το ερώτημα σχετικά με το ποια ήταν η δύναμη που προφύλαξε τον Αθηναϊκό Δήμο και την Αθηναϊκή Πολιτεία να μετατραπεί σ’ ένα στρατώνα, όπως η Σπάρτη ή η Ρώμη, ή σε μια εμπορική εταιρεία τύπου Καρχηδόνας ή Βενετίας.

Ίσως θα πρέπει να ξαναμελετήσουμε τις πηγές. Η λανθασμένη ερμηνεία τους έχει οδηγήσει σε μεγάλα σφάλματα και μεγάλα εγκλήματα. Με αρωγό την ιστορική μας εμπειρία θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε μια νέα σύνθεση.
Η σύγχρονη τέχνη, τυφλωμένη από την κατανάλωση, αποκόπηκε από την παράδοση και με τη σειρά της φυλακίστηκε στις προσταγές του λιγοστού «εγώ». Μετουσιώθηκε σε ιδιωτική κι έφτασε απλά να προάγει την προσωπική «έκφραση». Δυστυχώς, ελάχιστες είναι οι φωτεινές εξαιρέσεις. Είναι επιταγή να επιστρέψει στη δημόσια οδό, να επιστρέψει στον δήμο. Να αναζητήσει και πάλι αυτό που ο Διονύσιος Σολωμός ονόμαζε «το κοινό και το κύριο».

Ένα είναι σίγουρο, ο ναρκισσισμός του ανθρώπου καταλήγει πάντοτε στο νερό. Είναι η αυτοκτονία του. Η εγωιστική εποχή που ζούμε, η εποχή της παρακμής, οδηγείται στον βυθό του κατοπτρισμού της.
Με τις σκέψεις αυτές κλείνω το βιβλίο. Έπειτα κοιτάζω την πόλη γύρω μου. Στις μητροπόλεις, που ανέστιοι συνωστιζόμαστε κατά εκατομμύρια, ίσως να γίναμε, από άνθρωποι, «πραμάτεια». Πλανημένοι, αποκομμένοι, ψάχνουμε χρόνο για ν’ αναζητήσουμε τη σωτηρία στην κατανάλωση.

Υπάρχει άραγε κάπου ακόμα η πόλη, είμαστε πια πολίτες της; Με πόσα «εγώ» ξεκινάει η μέρα μας; Μετράς το «εγώ». Παγώνεις τον χρόνο. Μετράς και τα «εγώ» των άλλων. Σκέτη αποτυχία. Περνάει η ώρα, αργεί το λεωφορείο… Κοιτάζεις τον ουρανό. Ένα σύννεφο πλανιέται πάνω από την Ευρώπη, όπου να ’ναι θα βρέξει. Θα μπορέσουμε να αντικρίσουμε «το μεγαλόφθαλμο Νάρκισσο, σε μια πηγή»…

Από το πρόσωπό μου πέφτει ο ασβέστης. Ίσως φταίει ο καθρέπτης. Ανεβαίνω στο λεωφορείο, κάθομαι στη θέση μου. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο, ψάχνω στα πρόσωπα των ανθρώπων. Βρίσκω τα ίδια σημάδια. Τα πρόσωπά μας τρίζουν… Επόμενη στάση;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek