Σκέψεις και προτάσεις με αφορμή τη συνεχιζόμενη ελεύθερη πτώση των βάσεων εισαγωγής στις σχολές ανθρωπιστικών σπουδών

Του Τάσου Χατζηαναστασίου* από την ιστοσελίδα esos.gr

Όταν βλέπει κανείς βάση εισαγωγής σε τμήμα ανθρωπιστικών σπουδών κάτω από το 9 στα 20, αντιλαμβάνεται ότι κάτι είναι σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας. Δεν είναι όμως καιρός για θρηνωδίες και για νοσταλγική αναπόληση του …απολωλότος κλέους των ανθρωπιστικών και δη των κλασικών σπουδών. Είναι καιρός για περίσκεψη και για άμεσες ουσιαστικές παρεμβάσεις. Σκοπός του παρόντος σημειώματος είναι να εντοπίσει το πρόβλημα και να διατυπώσει εκείνες τις προτάσεις που ενδεχομένως θα συμβάλουν στην αντιμετώπισή του. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν από τις διαπιστώσεις.

Χάριν συντομίας θα ονομάσουμε όλα τα τμήματα που τυπικά παράγουν καθηγητές κλάδου ΠΕΟ2, τμήματα Φιλολογίας. Όπως δείχνουν τα πράγματα, τα τμήματα Φιλολογίας θεωρούνται πλέον σχολές «τρίτης διαλογής», μετά τη Νομική και τα τμήματα Ψυχολογίας, για την πλειοψηφία των υποψηφίων των ανθρωπιστικών σπουδών. Υπάρχει όμως και ένας σημαντικός αριθμός νέων παιδιών που επιλέγουν αυτές τις σχολές από μεράκι, από αγάπη για το αντικείμενο σπουδών και που επιθυμούν και ελπίζουν να μπορέσουν να αξιοποιήσουν κάποτε και επαγγελματικά το πτυχίο τους. Αυτό θα πρέπει να το επισημαίνουμε γιατί στεκόμαστε συχνά μόνο στον τελευταίο επιτυχόντα, ο οποίος και διαμορφώνει τη βάση εισαγωγής και σπανίως κοιτάμε τον πρώτο. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στη Φιλολογία της Θεσσαλονίκης ο πρώτος εισήχθη φέτος με 18.175 μόρια και στο Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής επίσης του Αριστοτελείου με 18.675 μόρια! Στη δε Αθήνα ο πρώτος στο Τμήμα Φιλολογίας εισήχθη με 19.175 μόρια και στη Φιλοσοφία με 19.300! Αυτοί οι υποψήφιοι είναι κατά τεκμήριο άριστοι και αγαπούν το αντικείμενο σπουδών τους παρότι γνωρίζουν ότι δεν τους προσφέρει επαγγελματική προοπτική. Αποτελούν, ωστόσο, ένα σημαντικό μορφωτικό κεφάλαιο για τον τόπο και κάθε σοβαρό κράτος θα έπρεπε να μεριμνά για την αξιοποίησή του.

Το ερώτημα, δηλαδή, του νοήματος της ύπαρξης των τμημάτων Φιλολογίας είναι πλέον αμείλικτο: ποιος ο λόγος ύπαρξης σχολών που έχουν απαξιωθεί και δεν παρέχουν επαγγελματική προοπτική; Οι μη διορισμένοι πτυχιούχοι του κλάδου αυτού είναι περισσότεροι από 40.000 ενώ υπολογίζεται να απορροφηθούν το επόμενο διάστημα στη δημόσια εκπαίδευση το πολύ 1500-2000, ένα ελάχιστο ποσοστό.

Ήδη, δεν είναι λίγοι εκείνοι που ζητούν ανοιχτά την κατάργηση των, νεότερων τουλάχιστον, τμημάτων Φιλολογίας και τη διατήρηση όσων ανήκουν στις Φιλοσοφικές Σχολές. Η λογική είναι να παράγονται τόσοι Φιλόλογοι όσοι πάνω κάτω μπορούν να απορροφηθούν. Αντιλαμβάνομαι τη λογιστική αντίληψη που υπαγορεύει αυτήν την πρόταση και είναι πράγματι τεχνοκρατικά σωστή, αλλά δε θα συμφωνήσω γιατί οι ανθρωπιστικές σπουδές επιτελούν έναν πολύ ευρύτερο πολιτισμικό ρόλο απ’ ό,τι μία σχολή τεχνοκρατικής κατεύθυνσης, για την αξιοποίηση, για παράδειγμα, του φυσικού αερίου, όπου η υπερπαραγωγή εξειδικευμένων επιστημόνων στον κλάδου αυτό, αποτελεί πράγματι κοινωνική σπατάλη. Αυτό όμως δεν ισχύει για τις ανθρωπιστικές σπουδές, που σε κάθε περίπτωση «πιάνουν τόπο». Εξάλλου, αυτό θα σήμαινε πρακτικά το κλείσιμο των τμημάτων Φιλολογίας για τουλάχιστον δέκα χρόνια!

Καλώς, δηλαδή η χώρα μας δίνει τη δυνατότητα, σε όποια και όποιον το επιθυμεί, να σπουδάσει δωρεάν σε τμήμα Φιλολογίας, Ιστορίας και Φιλοσοφίας. Είναι δείκτης υψηλού πολιτιστικού και πνευματικού επιπέδου. Το εάν κάποιος θα καταφέρει να ολοκληρώσει τις σπουδές του, επειδή θα έχει εισαχθεί με ελλιπείς γνώσεις, αφορά τον ίδιο και το ακαδημαϊκό κύρος του τμήματος, που καλείται να πιστοποιήσει την επάρκεια του φοιτητή μέσω των εξετάσεων. Η ποιότητα των σπουδών θα πρέπει να διαφυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού. Είναι απαράδεκτο να επικρατεί και στο πανεπιστήμιο η λογική της χαριστικής προαγωγής όπως, κακώς, κάκιστα, γίνεται στο σχολείο. Όμως, πόσο ωφελημένη είναι μία κοινωνία της οποίας ένα μεγάλο ποσοστό έχει λάβει ανθρωπιστική παιδεία στο υψηλότερο επίπεδο; Αυτό αποτελεί μία, αν μου επιτρέπετε την έκφραση, προστιθέμενη αξία στο συνολικό πολιτισμικό κεφάλαιο μιας χώρας.

Είναι μαθηματικά βέβαιο, και συμβαίνει εξάλλου ήδη προ πολλού, ότι οι περισσότεροι πτυχιούχοι του κλάδου ΠΕ02 δε θα απασχοληθούν στο αντικείμενο που έχουν σπουδάσει. Όμως, θα έχουν ωφεληθεί πολλαπλώς τόσο οι ίδιοι ατομικά όσο και το κοινωνικό σύνολο. Ένας πολιτικός που έχει σπουδάσει Φιλοσοφία διαθέτει συγκροτημένη σκέψη και λόγο κι ας μην είναι ο ιδανικός πλατωνικός φιλόσοφος. Η δε σωστή χρήση του λόγου προσφέρει ένα σαφές πλεονέκτημα στον υποψήφιο για οποιαδήποτε θέση εργασίας και συντελεί, γενικότερα, στη βελτίωση της επικοινωνίας οποιασδήποτε μορφής. Πιστεύω όμως ότι ακόμη κι ο φοιτητής που θα δυσκολευτεί να ολοκληρώσει τις σπουδές του ή που μπορεί και να τα παρατήσει ακόμη, θα βγει ωφελημένος. Γιατί θα έχει έρθει σε επαφή με αυτόν τον τεράστιο πνευματικό πλούτο έστω και κατ’ ελάχιστον. Γιατί θα έχει την ευκαιρία να ακούσει διδάσκοντες εξαιρετικά υψηλού επιπέδου στη μεγάλη τους πλειοψηφία με πολύ «βαριά» βιογραφικά. Ας μην το ξεχνάμε αυτό όταν περιφρονούμε, λόγου χάρη, τη Φιλολογία του Δημοκριτείου γιατί ο τελευταίος πέρασε με βαθμό κάτω από τη βάση. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό τμήμα με υψηλή ποιότητα σπουδών. Το ίδιο ισχύει και για όλα τα περιφερειακά τμήματα Φιλολογίας. Γενικότερα, φτάνει πια με το αυτομαστίγωμα! Οι σπουδές μας, η ανθρωπιστική παιδεία, αποτελούν τη βάση του πολιτισμού, επιτρέπουν την καλύτερη κατανόηση του κόσμου και καλλιεργούν γλωσσικά, ηθικά, ψυχικά, συναισθηματικά και αισθητικά τον άνθρωπο.

Δεν πρόκειται για κάποια ελιτίστικη αντίληψη που θεωρεί πως σπουδάζουμε αποκλειστικά για την πνευματική αυτοβελτίωση και το γούστο μας. Γιατί το όφελος αφορά και το άτομο αλλά και την κοινωνία, όταν σημαντικό ποσοστό των μελών της διαθέτει ανθρωπιστική παιδεία. Από την άλλη, το γνωρίζουμε ότι δεν είναι δυνατόν να απορροφηθούν αποκλειστικά στο δημόσιο 40.000 Φιλόλογοι, όπως εξακολουθούν να υποστηρίζουν ορισμένοι και να διατυπώνουν και τα ανάλογα αιτήματα «πάλης». Αιτήματα που εξασφαλίζουν περισσότερες θέσεις εργασίας για Φιλολόγους βεβαίως και θα πρέπει να διεκδικούνται, όπως είναι αυτά που αφορούν τους διορισμούς Φιλολόγων μέσω της αύξησης των ωρών διδασκαλίας των φιλολογικών μαθημάτων και της αλλαγής στις αναθέσεις μαθημάτων και ειδικά της Ιστορίας, που εδώ και πάρα πολλά χρόνια ανατίθεται σ’ ένα κάρο, άσχετες, ειδικότητες. Σημαντική, επίσης, είναι και η πρόταση για την επαναφορά του θεσμού του Κλασικού Λυκείου. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία, που έχουμε την τάση να την ξεχνάμε, είναι υποστελεχωμένη και άρα κι εκεί θα πρέπει να γίνουν μαζικοί διορισμοί. Η χώρα μας θα πρέπει επίσης να εξετάσει τη λειτουργία διεθνών κέντρων κλασικών σπουδών, αρχαίου δράματος, κλασικού αθλητισμού και ολυμπιακής παιδείας γενικότερα, αρχαίας ελληνικής Φιλοσοφίας, βυζαντινής φιλολογίας όπου επίσης μπορούν να απορροφηθούν συνάδελφοι του κλάδου μας. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα μπορεί να καταστεί διεθνές κέντρο ανθρωπιστικών σπουδών. Η λειτουργία προγραμμάτων που απευθύνονται σε ξένους φοιτητές σε όλα τα τμήματα Φιλολογίας είναι επίσης ένα μέτρο στην ίδια κατεύθυνση. Γενικότερα, οι ανθρωπιστικές σπουδές, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται φυσικά και η αρχαιολογία, θα μπορούσαν να αποτελέσουν μοχλό ανάπτυξης για τη χώρα.

Και πάλι, όμως, η πλειοψηφία των πτυχιούχων δε θα μπορέσει να διοριστεί στο δημόσιο. Από την πληθώρα, ωστόσο, των αποφοίτων, το ελληνικό κράτος έχει την πολυτέλεια να μπορεί να επιλέξει τους καλύτερους. Δεν είναι δυνατόν με το υπάρχον σύστημα να επιβραβεύονται μεθοδεύσεις στα όρια της νομιμότητας ή και εντελώς παράνομες με την απόκτηση αδρά πληρωμένου διδακτορικού διπλώματος με …ταχυμεταφορά από τη Βουλγαρία. Συστήματα επιλογής υπάρχουν πολλά ανά τον κόσμο. Στη γειτονική μας Ιταλία, ισχύει εδώ και χρόνια ένα αδιάβλητο σύστημα με βάση το οποίο, ενώ δεν υπάρχουν εξετάσεις εισαγωγής στις φιλοσοφικές σχολές, οι πτυχιούχοι εισάγονται με εξετάσεις σε αμιγώς καθηγητικές σχολές διετούς φοίτησης. Η επιτυχής ολοκλήρωση αυτού του διετούς προγράμματος οδηγεί σε απευθείας διορισμό γιατί οι θέσεις σε αυτές τις σχολές ορίζονται κάθε φορά από τις πραγματικές ανάγκες σε διδακτικό προσωπικό. Αν στην Ελλάδα, αντί της ίδρυσης διετών σχολών προετοιμασίας και επιλογής υποψηφίων για διορισμό στο δημόσιο σχολείο, ορίζονταν κάποια από τα υπάρχοντα τμήματα για να επιτελέσουν αυτόν τον ρόλο, στοιχηματίζω ότι η βάση εισαγωγής σε αυτά τα τμήματα, θα ξεπεράσει αυτήν της Ιατρικής. Μία σωστή αναλογία που συνδυάζει εξετάσεις, πιστοποιημένη προϋπηρεσία και αυστηρά ελεγμένα ακαδημαϊκά προσόντα και ίσως μια περίοδο δοκιμασίας με τον θεσμό του μέντορα και αξιολόγησης στο τέλος της διετίας, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες είναι μία άλλη επιλογή. Ιδανική λύση που να μπορεί να επιλέγει αυτούς που πραγματικά έχουν γνώσεις και αγαπούν τη δουλειά τους, ίσως να μην υπάρχει, μπορεί, ωστόσο να υπάρξει ένα δικαιότερο και αδιάβλητο σύστημα.
Και οι υπόλοιποι; Αυτή η μεγάλη μάζα ενός πνευματικού προλεταριάτου που δε θα βρεθεί ποτέ σε σχολική αίθουσα; Θα πρέπει να θεωρείται ικανοποιητική η όποια μόρφωση έχει λάβει; Και πώς θα βιοπορίζεται; Το πτυχίο τμήματος Φιλολογίας αποτελεί ήδη ένα σημαντικό εφόδιο το οποίο μπορεί να επενδυθεί και σε άλλους τομείς ως ένα προσόν εγνωσμένου κύρους. Η σωστή επιλογή μεταπτυχιακών σπουδών με βάση και τις κλίσεις του καθενός ενισχύει τη θέση του Φιλολόγου στην αγορά εργασίας. Η διεκδίκηση να περιλαμβάνονται και τα τμήματα Φιλολογίας σε προκηρύξεις για θέσεις γραμματέων στα δικαστήρια και ένα σωρό άλλους οργανισμούς είναι σταθερή ενώ στον ιδιωτικό τομέα για τη γραμματειακή υποστήριξη οι απόφοιτοι τμημάτων Φιλολογίας έχουν ένα σαφές προβάδισμα εφόσον καλύπτουν και τα προσόντα της χρήσης υπολογιστών και γνώσης ξένων γλωσσών. Το ίδιο και στην τουριστική βιομηχανία, στην υποδοχή ξενοδοχειακών μονάδων, στις ξεναγήσεις και σ’ ένα σωρό άλλες δραστηριότητες. Οι σχολές ξεναγών έχουν ανοίξει και πάλι και οι απόφοιτοι τμημάτων Φιλολογίας και δη Ιστορίας και Αρχαιολογίας έχουν ένα καλύτερο σημείο εκκίνησης.

Η πτώση των βάσεων λοιπόν δεν πρέπει να αποτελεί αιτία για αυτοοικτιρμό και αυτολύπηση. Σε καμία περίπτωση επίσης, δεν επιτρέπεται να επικρατήσει η λογική του συνθήματος: «καμία θυσία για άχρηστα πτυχία» γιατί αυτό θα σημάνει την πραγματική απαξίωση των ανθρωπιστικών σπουδών και όχι η πτώση των βάσεων εισαγωγής. Η απαίτηση θα πρέπει να είναι σταθερά η ποιοτική αναβάθμιση των σπουδών και όχι η υποβάθμισή τους, για την ακώλυτη απόκτηση ενός πτυχίου. Δεν το οφείλουμε μόνο στους εαυτούς μας και τους πολλούς άριστους φοιτητές που, όπως είδαμε, επιλέγουν, κόντρα στο ρεύμα να σπουδάσουν σε τμήματα Φιλολογίας· το χρωστάμε και σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο. Έχουμε το προνόμιο να είμαστε οι φυσικοί κληρονόμοι, όχι του καλύτερου, αλλά σίγουρα ενός σπουδαίου πολιτισμού, που στις πιο γόνιμες στιγμές του συνομιλούσε με όλα τα δημιουργικά ρεύματα. Αντί να τον αντιμετωπίζουμε, λοιπόν, ως εκείνο το «μαρμάρινο κεφάλι που μας εξαντλεί τους αγκώνες», όπως το διατύπωσε με ποιητική ακρίβεια ο Σεφέρης, ας τον αναδείξουμε όπως του αξίζει και ας θεωρήσουμε τους εαυτούς μας τους ευλογημένους θεματοφύλακές του.

Οι Φιλόλογοι της χώρας αποτελούμε μια αθόρυβη αλλά μεγάλη δύναμη. Είμαστε ένας κοιμώμενος γίγαντας. Ας σηκωθεί αυτός ο γίγαντας επιτέλους κι ας διεκδικήσει, όχι τη συρρίκνωση των ανθρωπιστικών σπουδών αλλά την αποκατάσταση του κύρους τους στο πανεπιστήμιο και στην κοινωνία. Φτάνει πια με την αυτοαπαξίωση και το προσφιλές μας αλληλοφάγωμα. Ως πρώτο ελάχιστο βήμα, ας συμμετέχουμε ενεργά στους κατά τόπους Συνδέσμους και στην Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, εκτός εάν έχουμε να προτείνουμε άλλα οργανωτικά σχήματα εκπροσώπησής μας. Σημασία δεν έχει η μορφή της συλλογικής μας οργάνωσης, αλλά η ύπαρξή της και η ενίσχυση της φωνής της. Συνάδελφοι, ψηλά τις καρδιές μας!
Καλή σχολική χρονιά!

*Δρ Ιστορίας, εν ενεργεία εκπαιδευτικός, Οργανωτικός Γραμματέας της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων

3 Σχόλια

  1. Πέτρος Δ. Χατζησαββας says:

    Μήπως χρειάζεται η επαναφορά του μαθήματος των αρχαίων ελληνικών στα γυμνάσια και στα λύκεια ώστε να ανέβει και το επίπεδο μόρφωσης και η γλώσσα μας στο θρόνο της;

  2. Η κεντρική ιδέα του άρθρου είναι κατά τη γνώμη μου εντελώς εσφαλμένη. Προφανώς υπάρχει υπερεπάρκεια φιλολόγων για πολλά – πολλά χρόνια. Προφανώς θα έπρεπε να κλείσουν σχεδόν όλα τα φιλολογικά τμήματα για πολλά – πολλά χρόνια, μέχρι να απορροφηθούν από την αγορά πρώτα αυτοί που έχουν ήδη σπουδάσει.
    Σε μια χώρα που κινδυνεύει η ύπαρξή της είναι πολυτέλεια να λες στα παιδειά, σπουδάστε για τη μόρφωση. Παράγεις τελικά άχρηστους ανθρώπους που θα συνωστίζονται για μια δουλίτσα στο δημόσιο. Το κόστος των φιλολογικών τμημάτων γιατί να το καλύπτει το κράτος μας, αντί να αγοράσει κανένα πολεμικό αεροπλάνο;
    Η χώρα μας έχει τον μεγαλύτερο αριθμό εκπαιδευτικών ανά μαθητή στον ΚΟΣΜΟ. Και ταυτόχρονα τους πιο αγράμματους μαθητές όλου του πολιτισμένου κόσμου, επιπέδου Βουλγαρίας, που συνεχώς πέφτει. Μήπως οι σπουδές για τη μόρφωση δεν είναι η λύση; Μήπως αυτή η λογική μας έφερε ως εδώ;
    Επίσης, ο συνδικαλισμός, οι κοιμώμενοι γίγαντες, που θα διεκδικήσουν και θα πάρουν αυτά που τους ανήκουν κτλ κτλ. Αυτά μας έφεραν σε αυτήν την κατάντια σας έθνος. Αυτή η σαπίλα που ζούμε κερδήθηκε με αγώνες…

  3. Τάσος Χατζηαναστασίου says:

    Πρέπει να καταλάβουμε κάποτε σ’ αυτήν τη χώρα πως το να πολεμάς για τη γλώσσα και την ελευθερία είναι το ίδιο και οι Φιλοσοφικές Σχολές είναι οι θεματοφύλακες της γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού γενικότερα. Κι αν δεν επιτελούν το έργο τους, όπως πρέπει, να παρέμβουμε να το επιτελέσουν, όπως το ίδιο απαιτούμε και από τις ένοπλες δυνάμεις μας. Η αντιστροφή του συνθήματος: “πουλήστε κανέναν πύραυλο να πάρουμε βιβλία” σε “κλείστε τις φιλοσοφικές σχολές να αγοράσουμε αεροπλάνα” κινείται στην ίδια λογική αδυναμίας κατανόησης της ουσίας του εθνικού μας προβλήματος, που αφορά την υπεράσπιση του εδάφους, του αέρα, της θάλασσας αλλά και του ελληνικού πολιτισμού, της γλώσσας, της ταυτότητάς μας. Στοιχεία αυτής της ταυτότητας θεραπεύονται από τις φιλοσοφικές σχολές. Κι ένα ποίημα του Κάλβου ή πέντε στίχους του Ομήρου να ακούσει κάποιος, ή τα μέρη ενός δωρικού ναού σ’ ένα υψηλότερο επίπεδο είναι κέρδος, ατομικό, αλλά και εθνικό.
    Όσο για τους “συνδικαλιστές που θα πάρουν όσα τους ανήκουν” μόνον εσείς τους είδατε διότι δεν υπάρχουν στο κείμενο. Η αποκατάσταση του κύρους των ανθρωπιστικών σπουδών είναι υψίστης σημασίας και είναι το μόνο που καλώ τους φιλολόγους να υπερασπιστούν και να διεκδικήσουν ενώ κανονικά θα έπρεπε να είναι αίτημα πανεθνικό.
    Η λογική: σπουδές για διορισμό στο δημόσιο μας έφερε ως εδώ και όχι οι σπουδές για την άνοδο του πνευματικού επιπέδου. Όλες οι έρευνες από τον 19ο αιώνα αυτό δείχνουν. Μπορείτε βεβαίως να έχετε όποια άποψη θέλετε αλλά φτάνει πια με τους μανιχαϊσμούς του τύπου: ή σπουδές ή άμυνα, κακοί συνδικαλιστές και καλοί εργαζόμενοι.
    Ούτε έχουμε τους πιο αγράμματους μαθητές. Πόση υπερβολή πια! Οι γιατροί μας και τόσοι πτυχιούχοι είναι παντού περιζήτητοι, στους δε διεθνείς διαγωνισμούς μαθηματικών, βιολογίας, νομικής, ρομποτικής κ.ά. κερδίζουν πρωτιές και μόνο στην PISA πατώνουν διότι κινείται σε πολύ διαφορετική λογική από αυτήν του ελληνικού σχολείου και αυτό πράγματι είναι θέμα που πρέπει να αλλάξει, σαφώς. Υπερβολή βεβαίως και η αναλογία εκπαιδευτικών – μαθητών που αναφέρετε. Με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ υπάρχουν πολλές χώρες στην ΕΕ που έχουν μικρότερη και μάλιστα χωρίς να διαθέτουν το δικό μας γεωγραφικό ανάγλυφο και τα τόσα νησιά, όπου η ύπαρξη σχολείου επίσης επιτελεί έναν σπουδαίο εθνικό ρόλο. Ακόμη και για έναν μαθητή στο Αγαθονήσι ή στη Γαύδο. Ας μην υιοθετούμε τις στρεψοδικίες περί 17 μαθητών ΜΟ στα τμήματα γιατί όλοι έχουμε παιδιά και ξέρουμε πόσα είναι σε κάθε τμήμα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek