του Γ. Ρακκά

Κατά την ανάλυση της δραστηριότητας, της ιδεολογίας και του αποτυπώματος που έχει στον σύγχρονο κόσμο το δίκτυο του Τζόρτζ Σόρος, τονίζαμε πάντοτε ως Άρδην ότι δεν αποδίδουμε προσωποπαγή χαρακτηριστικά στην λειτουργία του. Δεν επρόκειτο, δηλαδή, για κάποιον ‘αυτοκράτορα’ του κόσμου, αλλά για συστημικό γνώρισμα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου –το πώς συναντά την δικαιωματιστική ιδεολογία, και την εναγκαλίζεται, για να προωθήσει έναν εθνομηδενιστικό και πολυπολιτισμικό μετασχηματισμό των κοινωνιών, ώστε να διαμορφώσει το περιβάλλον εκείνο μέσα στο οποίο αποδίδει καλύτερα. Το ενδιαφέρον ήταν λιγότερο στα πρόσωπα, και περισσότερο στους μηχανισμούς τους οποίους εκπροσωπούσαν: Τις ΜΚΟ, για παράδειγμα, που στην ουσία έχουν μετεξελιχθεί σε ‘ιδιωτικά κράτη’ και αποσπούν ολόκληρα κομμάτια από την αρμοδιότητα των συνταγματικών κρατών, δρώντας πέραν κάθε δημοκρατικής βούλησης και ελέγχου.

Άλλοι, ωστόσο, στον Σόρος βλέπανε τον «άρχοντα του Σκότους», δηλαδή, τον κλειδοκράτορα της παγκοσμιοποίησης. Η κριτική τους γι’ αυτόν, είχε δυο όψεις: από τη μία εκείνη του απόλυτου μίσους για το πρόσωπο και όσων συμβολίζει· από την άλλη μια σκοτεινή έλξη, που διακρίνεται στο πως τον περιγράφουν ως «αντι-φύρερ». Δηλαδή, και με λίγα λόγια, αν τα νήματα της πραγματικότητας μπορούν να κινούνται από αυτόν τον τρομερό άνθρωπο, αρκεί να σταθεί απέναντί του ένας «αντι-Σόρος» (που μπορεί να λέγεται Τραμπ, Ορμπάν, ή ακόμα, Ερντογάν για άλλους) που θα αναποδογυρίσει με μιας το παιχνίδι υπέρ των δυνάμεων του «καλού».

Ένα ρήγμα στο εσωτερικό των ελίτ

Απέναντι στην ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης, συγκροτήθηκε έτσι μια άλλη ιδεολογία που αναζητούσε δεσποτικές, τοτεμικές προσωπικότητες για να την αμφισβητήσουν. Χαρακτηριστικό το γεγονός ότι από τους εκφραστές τους, τον Ντόναλντ Τραμπ, τον Μπόρις Τζόνσον, τον Βικτώρ Ορμπάν, μιλούμε και πάλι για πτέρυγες των ελίτ και των υπερπλουσίων, που ωστόσο πρωταγωνιστούν σε άλλες δραστηριότητες πέραν εκείνων που κατ εξοχήν έχουν συνδεθεί με την παγκοσμιοποίηση. Δεν είναι, δηλαδή, η οικονομία της Σίλικον Βάλεϊ, αλλά πετρελαιάδες, μεγαλοεργολάβοι ή μεγαλοβιομήχανοι, που έχουν αποστασιοποιηθεί από την παγκοσμιοποίηση για μια σειρά από λόγους: από το ότι δεν τους ευνοούν οι πολιτικές για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, μέχρι το ότι πλέον το ελεύθερο εμπόριο με την ασυναγώνιστη Κίνα βλάπτει πολύ περισσότερο την Δύση και ωφελεί την Ανατολή.

Ο ευρύτερος χαρακτήρας της παγκοσμιοποίησης, εξάλλου, έχει πλέον αλλάξει και δεν μπορούμε να την ταυτίσουμε με τόση ευκολία με τον υπερφιλελευθερισμό της Γουόλ Στρητ, του Βερολίνου και του Σίτι: Η ατμομηχανή της πλανητικής ανάπτυξης βρίσκεται στην Ανατολή, στα χέρια μιας αυταρχικής μονοκομματικής γραφειοκρατίας, και η στρατιωτική υπερεπέκταση δεν υλοποιείται πια κυρίως από τις ευρωατλαντικές δυνάμεις –που αναδιπλώθηκαν έπειτα από το φιάσκο του Ιράκ και εκείνο του Αφγανιστάν– αλλά από τον άξονα Ρωσίας-Τουρκίας, δυο χώρες που κυβερνώνται από ‘ηγεμόνες’.

Οι ελίτ αυτές επιδιώκουν να χτίσουν πολιτικά μέτωπα, τα οποία φέρουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Δυο είναι τα κύρια που μας απασχολούν εδώ:

Το πρώτο, γυρεύουν με την ρητορική τους να εκφράσουν τις αποκλεισμένες από την παγκοσμιοποίηση κατώτερες και μεσαίες τάξεις, αλλά αρνούνται να τις αντιπροσωπεύσουν και να τις αναδείξουν. Η εκπροσώπηση περιορίζεται στο επίπεδο του στυλ και της συμπεριφοράς, της φρασεολογίας, των συμβόλων. Δεν φτάνει ποτέ να προωθήσει ωστόσο, μια πραγματική πολιτική ατζέντα για τα στρώματα αυτά, και κυρίως καμία δημοκρατική διαδικασία: Ο εκάστοτε «γκουρού» συνδέεται μυστικιστικώς με το πλήθος των υποστηρικτών του, αποδεικνύει συχνά ότι τους «καταλαβαίνει», αλλά τους εκφράζει πραγματικά μόνο όταν ‘δίνει πόνο’ στους αντιπάλους του.

Έτσι, η πολιτική υποβαθμίζεται σε αρένα. Κυρίως όμως, τα αποκλεισμένα από την παγκοσμιοποίηση στρώματα της εθνικής, λαϊκής κοινωνίας υποβιβάζονται στους «πληβείους του Κολοσσαίου» (ή σήμερα, του Facebook), που ζουν με άρτο και θεάματα, και συρρέουν στο γεγονός για να παρακολουθήσουν τους αγώνες που τους εκπαιδεύουν στην ‘θέληση για δύναμη’ και το ‘δίκαιο του ισχυρότερου’.  

Το δεύτερο στοιχείο, είναι ότι η ρητορική τους αναπαράγει επί της ουσίας στην κεντρική πολιτική σκηνή την αργκό της αγανάκτησης που αρθρώνεται μεταξύ των πιο αποκλεισμένων μερίδων της λαϊκής κοινωνίας. Υποτίθεται, ότι η ρητορική αυτή, δίνει ακριβώς το σήμα της λαϊκότητας στο ακροατήριο, ότι εκείνος που την χειρίζεται «είναι ένας από εμάς».

Στην πραγματικότητα, όμως, κάνει ακριβώς το αντίθετο: Στον το γκάνκστα-ραπ, ταπεινώνει την λαϊκότητα στην πιο λούμπεν έκφραση. Και μαζί της, μεταβάλει σε υποκουλτούρα και όλες τις αρχές και αξίες που επικαλείται (το έθνος, την θρησκευτικότητα, την ιστορική μνήμη), γιατί ακριβώς τις παίρνει και τις μεταμορφώνει σε εργαλείο ενός ολοκληρωτικού «ρητορικού πολέμου»: στο στόμα του φιλολαϊκού Δεσπότη, οι πατροπαράδοτες αξίες γίνονται κραυγή, και έκκληση για την ισοπέδωση του αντιπάλου. Ο οποίος δεν είναι μόνον η παγκοσμιοποίηση, αλλά εν τέλει κάθε κριτική φωνή που βλέπει ποιες είναι οι συνέπειες από την συγκρότηση ενός τέτοιου πολιτικού στρατοπέδου. Ίσα ίσα που ακόμα και αυτή η κριτική στην παγκοσμιοποίηση γίνεται αντικείμενο ρητορικής εκμετάλλευσης, αφού για παράδειγμα, ο οποιοσδήποτε κι αν έκανε κριτική στον Τραμπ, για την σχέση του με το λόμπι πολεμικών βιομηχανιών και πετρελαιάδων, ή με τον Ερντογάν ήταν εν τέλει… «πράκτορας του Σόρος».

Η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή, χρησιμεύει ως μπαμπούλας, και ως σκιάχτρο που συντηρεί υψηλά τα ποσοστά κοινωνικής συσπείρωσης στην Δεσποτική εξουσία. Έτσι όμως, η καθήλωση των στρωμάτων αυτών στην υλική και πνευματική μιζέρια που συνέβη με την παγκοσμιοποίηση, χειροτερεύει από τις ίδιες της δυνάμεις που υπόσχονται την αμφισβήτσή της.   

Οι προσωρινές επιτυχίες που είχαν στη Δύση, δυνάμεις που πρόταξαν έναν τέτοιου τύπου δεσποτισμό απέναντι στην παγκοσμιοποίηση, στις ΗΠΑ, την Αγγλία, την Ουγγαρία και αλλού, δημιούργησαν ‘σχολή’. Ένα ευρύτερο ρεύμα με αυτά τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά έρχεται να διαρρήξει την κεντρική πολιτική σκηνή, και να πλασαριστεί με αξιώσεις μέσα σε αυτήν.

Πανδημία και δεσποτισμός

Το ίδιο συμβαίνει στις μέρες που ζούμε στην Ελλάδα, με αφορμή την πανδημία.  Αξίζει να αναφέρουμε λίγο γιατί συμβαίνει εν μέσω αυτής. Κατ’ αρχάς η πανδημία, επιταχύνει δραματικά την κρίση της παγκοσμιοποίησης, και άρα πολλαπλασιάζει την ένταση των επιπτώσεών της πάνω στις σύγχρονες κοινωνίες: Επειδή, η οικονομική και κοινωνική ζωή περιορίζεται δραστικά, άρα, βαθαίνει η πτώση των μεσαίων και των κατώτερων στρωμάτων, και επιτείνεται ο αποκλεισμός της υποβαθμισμένης εθνικής κοινωνίας από την κεντρική σκηνή του δημόσιου και ιδίως του πολιτικού βίου.

Σε αυτήν την αρνητική τροπή, προστίθεται και η ψυχολογική διάσταση: Η αποσασιοποίηση από το κοινωνικό περιβάλλον, η οικονομική επιδείνωση, η αίσθηση της βιολογικής απειλής, καθώς και η αγωνία για το μέλλον δημιουργούν σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού συνθήκες ακραίας ψυχολογικής ρευστότητας και ανασφάλειας. Δημιουργείται έτσι ένα ιδανικό περιβάλλον μέσα στο οποίο επωάζεται ο ‘ολοκληρωτικός εαυτός’.

Αξίζει να διευκρινίσουμε ότι ο ολοκληρωτισμός δεν συνιστά διακριτό πολιτικό ρεύμα. Δεν είναι ίδιον μόνον των μεσσιανικών ιδεολογιών του 20ου αιώνα, του φασισμού ή του κομμουνισμού για παράδειγμα. Αντίθετα είναι παρών στα περισσότερα πολιτικά ρεύματα. Ακόμα και στον φιλελευθερισμό αν κρίνουμε με τον τρόπο που επιβάλλεται η ‘πολιτική ορθότητα’.

Άρα, πρέπει να αναζητήσουμε άλλη ερμηνευτική προσέγγιση για να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα του ολοκληρωτισμού. Η κοινωνική ψυχολογία έχει βοηθήσει αρκετά σε αυτό, εντοπίζοντας τον ‘ολοκληρωτικό εαυτό’ ως τάση που εντοπίζεται σε κάθε ανθρώπινη προσωπικότητα, και συνυπάρχει ταυτόχρονα με άλλες, αντίθετες τάσεις: τον ‘δημοκρατικό’, τον ‘ανοιχτό’ μας εαυτό κ.ο.κ. Σημασία εν τέλει, για την συμπεριφορά μας είναι ποιος από όλους τους ‘εαυτούς’ μας έχει το πάνω χέρι για την διαμόρφωσή της.

Οι επιπτώσεις της πανδημίας υποβοηθούν την ανάδυση και την κυριαρχία του ‘ολοκληρωτικού εαυτού’.  Κυρίως μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων που αντιμετωπίζουν την μεγαλύτερη ανασφάλεια, και ταυτόχρονα έχουν τα λιγότερα εφόδια οικονομικά, μορφωτικά, αξιακά, ακόμα και πολιτισμικά ώστε να εκλογικεύσουν την κρίση που βιώνουν. Στερούμενοι των δυνατοτήτων να καταρτίσουν μέσα στο ευρύτερο ρευστό κλίμα μια έλλογη στρατηγική επιβίωσης, σπεύδουν προς αναζήτηση ισχυρών, αυταρχικών προσωπικοτήτων που θα τους βοηθήσουν να αποκαταστήσουν μέσα τους τα ερείπια από τις κλονισμένες βεβαιότητες. Αλλά και θα δώσουν μορφή και στόχο στην αγανάκτηση που δημιουργεί ο κλονισμός αυτός. Η εξίσωση, επομένως, συμπληρώνεται και η πολιτική ζήτηση για τις δεσποτικές φιγούρες πολλαπλασιάζεται.

Τζογάροντας στο μίσος

Ο μηχανισμός αυτός έρχεται στην Ελλάδα να αλληλοεπιδράσει με πολιτικά φαινόμενα που μας κληροδότησε η προηγούμενη «δεκαετία των μνημονίων». Ούτως ή άλλως, η παγκοσμιοποίηση προκάλεσε ένα τεράστιο ρήγμα μέσα σε όλες τις κοινωνίες της Δύσης: το πολιτικό προσωπικό, ο πνευματικός κόσμος εντάχθηκε μαζί με άλλα στρώματα προνομιακά μέσα σε αυτήν, ενώ μια σημαντική μερίδα της κοινωνίας έμεινε πίσω, γαντζωμένη στις ‘ζώνες απαξίωσης’ που εξαπλώθηκαν μέσα στην εκάστοτε χώρα.

Το ρήγμα αυτό στην Ελλάδα πολλαπλασιάστηκε εξαιτίας των καταιγιστικών επιδράσεων που είχαν όχι μόνο οι πολιτικές των μνημονίων, αλλά και η ταπείνωση της χώρας που προκλήθηκε από δυνάμεις που κατάφεραν να αποσπάσουν την εξουσία προτάσσοντας έναν κούφιο αντι-μνημονιακό τυχοδιωκτισμό. Ο εθνικός διασυρμός της Συμφωνίας των Πρεσπών, που με τις άθλιες μέριμνές της περί μακεδονικής γλώσσας και εθνικότητας σφράγισε την εκχώρηση της ‘μακεδονικότητας’ στους γείτονες, ήρθε ως επιστέγασμα των αρνητικών εξελίξεων της δεκαετίας του 2010.

Εκείνο που άφησαν πίσω τους όλα αυτά, είναι η απόλυτη κατάρρευση της εμπιστοσύνης που εξέφραζε η κοινωνία στους θεσμούς, τυπικούς, όπως είναι το κράτος, η Εκκλησία ακόμα (βλέπε το τι συμβαίνει στο εσωτερικό της σήμερα) αλλά και άτυπους όπως είναι ο πολιτικός ή ο πνευματικός κόσμος της χώρας. Την ίδια στιγμή, δημιουργήθηκε μια σχολή πολιτικής που ‘τζογάρει’ θα λέγαμε πάνω στην αρνητικότητα προκειμένου να αναδειχθεί στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής, και να υποκαταστήσει το απαξιωμένο πολιτικό προσωπικό.

Η επένδυση στο μίσος μεταβλήθηκε στο κατ εξοχήν εργαλείο του πολιτικού επιχειρείν, ιδίως για πολιτικές ομαδοποιήσεις και προσωπικότητες που μέχρι τώρα ζούσαν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής του τόπου. Ξεπήδησε έτσι μια νοοτροπία εργαλειοποίησης της αγανάκτησης, που αξιώνει να επαναλαμβάνει σε κάθε ρητορική της στιγμή το θερμό πολιτικό κλίμα των πλατειών και των συλλαλητηρίων, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα προσελκύσει όλες τις μερίδες εκείνες της κοινωνίας που επανήλθαν στο φάσμα της μεγάλης απελπισίας, ωθούμενες από την αιφνίδια κρίση της πανδημίας.

Η εργαλειοποίηση διαφαίνεται χαρακτηριστικά στο γεγονός ότι οι ομαδοποιήσεις και οι προσωπικότητες που επιδιώκουν να εκφράσουν την αρνητική στάση μερίδων της κοινωνίας έναντι των υγειονομικών μέτρων που απαιτούνται για την έξοδο από την πανδημία, λειτουργούν περισσότερο συμπεριφορικά και όχι ιδεολογικά. Αυτό φαίνεται από την μεγάλη αντιφατικότητα των θέσεων που υποστηρίζουν οι φωνές αυτές: Μπορούν με εξαιρετική ευκολία να περνούν από την υποτίμηση του υγειονομικού κινδύνου, στην καταγγελία των υγειονομικών μέτρων επειδή ο κίνδυνος αυτός γενικεύτηκε για την ελληνική κοινωνία κατά την έξαρση του δεύτερου κύματος της πανδημίας. Ακόμα, από εντελώς σχιζοφρενική στάση που εκφράζουν οι θέσεις αυτές απέναντι στους «ειδικούς»: Κριτήριο για την απόρριψη ή μη των ειδικών, είναι ο βαθμός με τον οποίον ταυτίζονται με τις απόψεις των αρνητών. Έτσι, ο Σωτήρης Τσιόδρας μπορεί να διασύρεται καθημερινά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ η λοιδορία υποτίθεται συνοδεύεται από την απόρριψη κάθε προτεραιότητας που δίνεται στην άποψη των ειδικών στο όνομα της δημοκρατίας. Από την άλλη, στην περίπτωση του Γιάννη Ιωαννίδη, δεν υπάρχει καμία δημοκρατία. Κάθε κριτική θεωρείται έγκλημα καθοσιώσεως, προσβολή στο ‘μέγα βιογραφικό’ του λαμπρού επιστήμονα. Την ίδια αντιφατικότητα βλέπουμε και σε ένα άλλο ζήτημα. Κατηγορούνται οι υποστηρικτές των υγειονομικών μέτρων ως ‘διχαστικοί’ διότι υποτίθεται αποπέμπουν στο όνομα της υγειονομικής ασφάλειας, κάθε αντισυμβατική θεωρία για την έλευση και την διαχείριση της πανδημίας. Την ίδια στιγμή όμως, κάθε απόκλιση από τον… ‘αντισυμβατικό κανόνα’ αντιμετωπίζεται με ρητορικές μίσους περί ‘σανοφάγων’, ‘μενουμεσπιτάκηδων’, ή χειρότερα περί ‘κοπρόσκυλων των ελίτ’.

Γενικώς, η πολιτική της άρνησης επιτίθεται εν τέλει σε κάθε μέτρο που προτείνεται για την πανδημία: Καταγγέλλει τις μάσκες, τον κοινωνικό περιορισμό, τις συνθήκες αυξημένης επιτήρησης του γενικού πληθυσμού και της κοινωνικής ζωής του, που απαιτείται ώστε να γίνει αποτελεσματική ιχνηλάτηση των κρουσμάτων, και να περάσουμε από την εφαρμογή οριζόντιων σε εξειδικευμένα μέτρα. Αντιτίθεται εν τέλει σε όλη την γκάμα όλων των δυνατών εναλλακτικών πολιτικών που μια πολιτεία μπορεί να επιστρατεύσει απέναντι στην πανδημία. Επιτίθεται στην κυβέρνηση γιατί «δεν φτιάχνει ΜΕΘ», στην διαχείριση των ΜΕΘ που ακολουθεί «πουλημένες έρευνες» και ως εκ τούτου «σκοτώνει τον κόσμο», στα νοσοκομεία που «διογκώνουν τα κρούσματα». Καταγγέλλεται ταυτοχρόνως το πρόωρο άνοιγμα, και το κλείσιμο της χώρας, το ρίσκο χαλάρωσης των μέτρων που πάρθηκε χάριν του τουρισμού, και η οικονομική ζημιά που προκλήθηκε σε αυτόν εξαιτίας των μέτρων.

Μέσα στην ασφυκτική κατάσταση που βιώνουμε είναι απολύτως φυσιολογικό να παρασέρνονται διάφορα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας στον πανικό, την σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό. Η μομφή, εντούτοις, δεν απευθύνεται σε αυτούς, αλλά σε εκείνους που ζηλώνουν δάφνες ηγεσίας.

Αντί να μετασχηματίζουν την αγωνία σε θετική δυναμική, στρέφονται προς τον μηδενισμό των πάντων, καταλήγοντας εν τέλει να την υποδαυλίζουν. Αυτό είναι το ‘καύσιμο’ της πολιτικής τους, εξάλλου, και άρα θα πρέπει να λειτουργούν με τρόπο που να το πολλαπλασιάζουν, για να διευρύνουν και την δική τους απήχηση. Έτσι το ρήγμα που υπάρχει μέσα στην κοινωνία οφείλει σύμφωνα με την λογική τους να επιβεβαιώνεται σε κάθε ζήτημα του επιστητού, και η αντιπαλότητα να οξύνεται διαρκώς.

Κόντρα στην πολιτική του μίσους, εθνική πολιτική

Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό σημείο σύγκρουσης του δημοκρατικού πατριωτισμού με τον χώρο αυτό. Εμείς ισχυριζόμαστε ότι η φύση των απειλών που η χώρα αντιμετωπίζει στην παρούσα ιστορική συγκυρία –πρωτίστως, ο τουρκικός επεκτατισμός– προϋποθέτει πολιτικές εθνικής συσπείρωσης. Και ότι άρα η όξυνση πολιτικών του μίσους και του διχασμού κινδυνεύουν να μας σύρουν σε μια νέα, μεγάλη εθνική καταστροφή. Η άλλη πλευρά, αντίθετα, πρεσβεύει ότι το πρόβλημα δεν είναι ο Ερντογάν αλλά ο ‘εσωτερικός εχθρός’, δηλαδή οι ελίτ των Αθηνών που έχουν κηρύξει πολιτισμικό και οικονομικό πόλεμο στις εθνολαϊκές κοινωνικές δυνάμεις.

Η ρήξη μας με αυτόν τον χώρο, επομένως, και η ιδεολογική αντιπαράθεση μαζί του, έχουν στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερο βάθος από την πανδημία: Εθνική πολιτική, με το βλέμμα στην μείζονα απειλή που αντιμετωπίζει ο Ελληνισμός, ή διχαστική πολιτική και εσωτερική αντιπαράθεση «μέχρι να σβήσει ο ήλιος» (της Ελλάδας);

Στην δική μας οπτική, ‘εθνική πολιτική’ δεν είναι μέσος όρος των απόψεων που χαρακτηρίζουν τις δυνάμεις οι οποίες οφείλουν να συσπειρωθούν. Η συσπείρωση διατηρεί την δική της ατζέντα, δεν είναι ενότητα για την ενότητα, αλλά ένα συγκεκριμένο αναμορφωτικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της νέο-οθωμανικής απειλής, την εξασφάλιση της εθνικής ελευθερίας και των προοπτικών κοινωνικής δικαιοσύνης και δημοκρατίας μέσα στον 21ο αιώνα.

Η σύγκρουσή μας με αυτούς τους πολιτικούς χώρους, και επίσης, η διαφοροποίησή μας από την άνευρη και κούφια παραδοσιακή αντιπολίτευση που εκφράζεται εκ μέρους των υπολοίπων κοινοβουλευτικών κομμάτων, δεν είναι μόνον πολιτικο-ιδεολογικός, αλλά και έχει να κάνει και με τον χαρακτήρα της αντιπολίτευσης που αρθρώνεται ενάντια στην κυβέρνηση. Καθώς και την ευρύτερη κριτική για τον τρόπο που οι ελίτ διαχειρίζονται την χώρα.

Ο δικός μας λόγος έχει στρατηγικό χαρακτήρα, και αντιπαραθέτει αρχές, ατζέντες, και πολιτικές. Είναι δηλαδή μια ολική κριτική. Ο δικός τους είναι λόγος μιας εργαλειοποιημένης αγανάκτησης, όπου το μίσος και η οργή από μέσο έχουν καταστεί αυτοσκοπός και ανακυκλώνονται για να δικαιολογήσουν την πολιτική ύπαρξη και παρουσία του δήθεν αντισυστημικού, στην πραγματικότητα μηδενιστικού, τυχοδιωκτισμού.  

Γιώργος Ρακκάς

3 Σχόλια

  1. Αγαπητέ κ. Ρακκά,
    δύο ερωτήματα:
    1. Θεωρείτε ότι το πολίτευμα που περιγράφει το σύνταγμα της χώρας
    μας είναι δημοκρατικό;
    2. Ποιός είναι ο ορισμός σας για τον όρο «δημοκρατικό πολίτευμα»;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek