του Α. Πεπονή, από το Άρδην, τ. 36, Μάιος-Ιούνιος 2002

I.             Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του βιβλίου που παρουσιάζουμε σήμερα βρίσκεται έξω από τις σελίδες του. Είναι η ίδια η συγγραφέας. Σε περίοδο κατά την οποία το ενδιαφέρον για την ιστορία μας αποθαρρύνεται, ή επιδιώκεται η αλλοίωση του νοήματος των γεγονότων και η κατεδάφιση των αξιών που εκφράζουν, ένας άνθρωπος της νεότατης γενιάς, η κυρία Αιμιλία Ιωαννίδου, επιλέγει να ασχοληθεί με μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας του νεότερου Ελληνισμού.

Γεγονότα και καταστάσεις ερευνώνται με το ενδιαφέρον του επιστήμονα ερευνητή. Η συγγραφέας έχει εγκύψει σε ένα ευρύ φάσμα πηγών, σε περιγραφές Ελλήνων και Δυτικών χρονικογράφων των χρόνων της Πολιορκίας και της Άλωσης, σε Χρονικά μεταγενέστερα, σε εργασίες και περιγραφές έγκυρων ιστορικών όπως ο Ράνσιμαν και ο Βασίλιεφ.

II.            Η σημαντική προσφορά του βιβλίου της κας Ιωαννίδου έγκειται νομίζω στον σπάνιο συνδυασμό συνοπτικότητας και πληρότητας, που ενθαρρύνουν την ανάγνωσή του. Όπως την ενθαρρύνει και η επιμελημένη έκδοση.

Ο αναγνώστης παρακολουθεί τις καθοριστικές εξελίξεις στον περίγυρο της Αυτοκρατορίας. Ανατρέχει στη γέννηση και την ανάπτυξη της Αυτοκρατορίας, αντιλαμβάνεται τη νευραλγική στρατηγική θέση της Κωνσταντινούπολης, παρακολουθεί τις μεταβολές που σημειώνονταν στον γύρω από την Αυτοκρατορία κόσμο. Αντιλαμβάνεται τη σημασία και τις συνέπειες των επαναλαμβανόμενων κατά διαστήματα μαζικών μετακινήσεων φυλών και λαών από τα βάθη της Ανατολής προς τη Δύση, που με άλλη μορφή και σύνθεση τη συναντάμε και στις μέρες μας. Βλέπει την Αυτοκρατορία να είναι κατά την πληθυσμιακή της σύνθεση πολυεθνική, με κεντρική εξουσία υπερεθνική. Την παρακολουθεί, από εκτεταμένη και ισχυρή, να καταλήγει κατακερματισμένη. Και, ίσως απ’ τα σημαντικότερα του βιβλίου, μας δίνει να καταλάβουμε πως μόνο η πτώση της Πόλης μπορούσε να εκπέμψει πειστικά στον τότε κόσμο το μήνυμα του τέλους της Αυτοκρατορίας του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, που Βυζαντινή αποκαλείται μετά την πτώση της (Ιερώνυμος Βολφ-1562).

Η συγγραφέας αποδίδει συνοπτικά, αλλά και με ενάργεια, το πλέγμα των αιτίων -στα Ανατολικά, στα Δυτικά και στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας- που οδήγησαν στον κατακερματισμό της και στην πτώση της Πόλης: Στα ανατολικά κυρίως, τα επάλληλα κύματα μαζικών και ένοπλων μετακινήσεων από τα βάθη της Ασίας. Στα δυτικά, οι ανταγωνισμοί και οι αντιπαραθέσεις με τα κέντρα συμφερόντων και εξουσίας στην Ευρώπη, που ιδεολογικοποιούνται με τη δογματική διαίρεση της Χριστιανικής Εκκλησίας σε Δυτική και Ανατολική, συνακόλουθα σε κλήρο Ανατολικό υπό τον Πατριάρχη και σε Δυτικό υπό τον Πάπα, αυτόν και με πολιτική επιρροή.

III. Αυτή η θρησκευτική ιδεολογικοποίηση της αντίθεσης είχε γεννήσει και μια άλλη μέσα στο κράτος και μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Είναι η οξεία αντιπαράθεση ανάμεσα στους δυτικόστροφους υποστηρικτές της Ένωσης των δύο Εκκλησιών και στους Ανθενωτικούς υπερασπιστές της Ορθοδοξίας. Αυτήν την αντίθεση την άφησε σαν κληρονομιά η αλωμένη Κωνσταντινούπολη στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό. Παράλληλα, αλλά όχι αναγκαστικά και σε αντιστοιχία με τη διαίρεση σε Ενωτικούς και Ανθενωτικούς, καλλιεργείται η προσμονή της στρατιωτικής συνδρομής από τη Χριστιανική Δύση. Τότε, θα έσωζε την Πόλη! Αργότερα, θα απελευθέρωνε τους υπόδουλους Χριστιανούς! Η συγγραφέας αναφέρει στοιχεία που παρουσιάζουν τις πραγματικές διαστάσεις αυτής της συνδρομής κατά την Πολιορκία, αλλά περιγράφει και επεισόδια που αποδίδουν τους μύθους με τους οποίους τρέφονταν οι ελπίδες των πολιορκημένων. Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή της αναμονής από το Αιγαίο βενετσιάνικης αρμάδας, που διαπιστώθηκε ανύπαρκτη. Αυτή η εναπόθεση ελπίδων και ο προσανατολισμός προς τη Χριστιανική Δύση συνεχίστηκε από την επομένη της Αλωσης και καθ’ όλο διάστημα της Τουρκοκρατίας. Το δημώδες άσμα ζητά να στείλει η Φραγκιά καράβια να σώσουν τον σταυρό, το βαγγέλιο και την άγια τράπεζα. Και ο Ρόδιος Εμμανουήλ Γεωργιλάς απευθύνεται έμμετρα στους βασιλιάδες της Ευρώπης, και τους προτρέπει, αν θέλουν να βγάλουν τον Τούρκον απ’ την Δύσιν, «να ομονοήσουν αι γλώσσαι των Λατίνων» και «τον Πάπα τον άγιο να στήσουνε κεφάλι».

IV. Η συγγραφέας φωτίζει και τον εξελληνισμό της Αυτοκρατορίας στις τελευταίες φάσεις της. όταν ήταν πια εδαφικά συρρικνωμένη. Η αντίσταση στην Οθωμανική απειλή παίρνει ελληνικά εθνικά χαρακτηριστικά. Μεταφέρω την επιγραμματική της διατύπωση: «Από το Βυζάντιο, ισχυρός αλλά με δυσάρεστες συγκυρίες, αναδύθηκε ο Νέος Ελληνισμός». Είναι μια επισήμανση καίριας σημασίας. Η Αυτοκρατορία προβάλλε, την τελευταία της αντίσταση στα κάστρα της Κωνσταντινούπολης με τον Ελληνισμό να εχε. βάλει πια τη σφραγίδα του σ’ αυτήν την πληθυσμιακή χοάνη.

Το βιβλίο της κας Ιωαννίδου μας υπενθυμίζει τη θέση που πήρε η Πόλη και η άλωσή της στους θρύλους και στα οράματα που εμπνέανε τον υπόδουλο ελληνισμό και συμβάλανε και αυτά σπ διαμόρφωση και την τόνωση της εθνικής συνείδησης. Οράματα, συχνά με το ένδυμα της προφητείας, για την ανάσταση της Αυτοκρατορίας, ακόμα και του “μαρμαρωμένου βασιλι:” Αλλά, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, και αυτα τα ονειρικά οράματα, συμβάλανε για να κρατηθεί σε λαϊκά στρώματα η ελπίδα και πιο πολ. η πίστη γι’ αυτό που το λέγανε “Ανάσταση του Γένους”.

Αναστάσης Πεπονής

* Το κείμενο αποτελεί την ομιλία του κ Πεπονή κατά την διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου της Αιμιλίας Ιωαννίδου -Άλωση της Πόλη

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek