του Aρχιμανδρίτη Δοσίθεου, από το Άρδην τ. 38-39, Νοέμβριος 2002

Έ­να τα­ξί­δι στην Καπ­πα­δο­κί­α, εί­ναι έ­να τα­ξί­δι στην ι­στο­ρί­α. Σ’ έ­να τέ­τοιο τα­ξί­δι με­τέ­σχε προ­σφά­τως και ο γρά­φων. ΄Eζη­σε στην ι­στο­ρί­α, προ­σκύ­νη­σε σε χώ­ρους ιε­ρούς, σε μέ­ρη που πά­ντα ε­πι­θυ­μού­σε να ε­πι­σκε­φθή, αλ­λά δεν το εί­χε κα­τορ­θώ­σει.


Η Α.Θ. Πα­να­γιό­της ο Οι­κου­με­νι­κός Πα­τριάρ­χης η­γα­θύν­θη να συ­μπε­ρι­λά­βη την ε­μήν ε­λα­χι­στό­τη­τα εις την τι­μί­αν συ­νο­δεί­αν Του. Δύ­ο Θεί­ες Λει­τουρ­γί­ες και έ­νας ε­σπε­ρι­νός στην Καπ­πα­δο­κί­α εί­ναι έ­να ό­νει­ρο που πραγ­μα­το­ποιεί­ται. Εί­ναι ο ευ­λο­γη­μέ­νος τό­πος ό­που η Χρι­στια­νι­κή πί­στις εί­χε βα­θειές τις ρί­ζες. Απ’ τα χρό­νια των Α­γί­ων Α­πο­στό­λων. Ε­κεί οι με­γά­λοι Καπ­πα­δό­και Πα­τέ­ρες έ­ζη­σαν, με­γα­λούρ­γη­σαν, ε­δογ­μά­τι­σαν “Τριά­δα σέ­βειν Α­γί­αν”, η­γί­α­σαν. Βιά­ζει μου την γρα­φί­δα ο πό­θος να κα­τα­γρά­ψω στο ά­ψυ­χο χαρ­τί ό­σα η ψυ­χή μου έ­νοιω­σε. Κά­τι που μάλ­λον δεν θα κα­τορ­θώ­σω…


Το α­ε­ρο­πλά­νο προ­σγειώ­νε­ται στο α­ε­ρο­δρό­μιο της Και­σα­ρεί­ας. Δεν την ε­πι­σκε­πτό­με­θα. Ο προ­ο­ρι­σμός μας εί­ναι άλ­λος. Αλ­λά και μό­νον πα­τώ­ντας σ’ ε­κεί­νο το ευ­λο­γη­μέ­νο έ­δα­φος νο­μί­ζεις ό­τι θα χαι­ρε­τή­σης ή μάλ­λον θα προ­σκυ­νή­σης με προ­σκύ­νη­σιν ε­δα­φιαί­α τον Ά­γιο Βα­σί­λειο. Αι­σθά­νε­σαι ό­τι ξάφ­νου θα εμ­φα­νι­σθή μπρο­στά σου. Αυ­τή η με­γά­λη της Εκ­κλη­σί­ας μορ­φή, ο ό­λως ιε­ρω­μέ­νος Θε­ώ, κα­τώρ­θω­σε να με­τα­βά­λη τα “Καπ­πα­δό­κια κα­κά”, τας α­γριε­λαί­ους εις καλ­λιε­λαί­ους. Πα­τού­με σε έ­δα­φος, ό­που ήκ­μα­σεν ο κοι­νο­βια­κός μο­να­χι­σμός, η φι­λαν­θρω­πί­α, η ορ­θο­δο­ξί­α της πί­στε­ως. Μου ήλ­θε να προ­σκυ­νή­σω το χώ­μα ό­που ε­πά­τη­σαν οι πό­δες τό­σων α­γί­ων Πα­τέ­ρων. Αλ­λά χώ­μα δεν υ­πήρ­χε που­θε­νά. Ά­σφαλ­τος μό­νο και τσι­μέ­ντο. Κι ε­δώ η α­στυ­φι­λί­α. Κι ε­δώ οι ά­χα­ρες πο­λυ­κα­τοι­κί­ες. Και συ­νε­χώς ξε­φυ­τρώ­νουν κι άλ­λες. Δε­κα­πε­ντα­ό­ρο­φες, κα­κο­φτιαγ­μέ­νες, με ζω­η­ρά χρώ­μα­τα βαμ­μέ­νες. Ό­πως και στην Πό­λι. Χω­ρίς μπαλ­κό­νια, χω­ρίς ε­ξώ­στες, χω­ρίς πρά­σι­νο. Ού­τε έ­να λου­λού­δι. Σε πε­ντα­κό­σιες πε­νή­ντα χι­λιά­δες ο πλη­θυ­σμός τής Και­σα­ρεί­ας τώ­ρα. Και η φτώ­χεια α­πε­ρί­γρα­πτη. Εν­δει­κτι­κή η ε­πι­γρα­φή: Γίνε­ται έκ­πτω­σις στο … ψω­μί!


Α­ρι­στε­ρά μας δια­γρά­φε­ται πε­ρή­φα­νο, χιο­νι­σμέ­νο, τό Αγ­γαί­ον ό­ρος με τας τέσ­σα­ρες χι­λιά­δες σχε­δόν μέ­τρα του. Εί­ναι το ψη­λό­τε­ρο της Μι­κράς Α­σί­ας. Και ε­νώ ο ή­λιος έ­γερ­νε προς την δύ­σι, έ­να ο­λό­γιο­μο φεγ­γά­ρι ξε­προ­βάλ­λει απ’ τις βου­νο­κορ­φές του. Θέ­α­μα ε­ξαί­σιο που μας θυ­μί­ζει το α­γιο­γρα­φι­κό “στή­τω ή­λιος κα­τά Γα­βα­ών και σε­λή­νη κα­τά φά­ραγ­γα Αι­λών”.


Προ­ο­ρι­σμός το Προ­κό­πιον δια δια­νυ­κτέ­ρευ­σι. Περ­νού­με πε­ριο­χές έ­ρη­μες. Α­καλ­λιέρ­γη­τες, α­πέ­ρα­ντες ε­κτά­σεις, υ­ψί­πε­δα ό­που η πα­ρου­σί­α του αν­θρώ­που εί­ναι σπά­νια. Ε­λά­χι­στα τα χω­ριά στην δια­δρο­μή μας. Οι καλ­λιέρ­γειες εί­ναι ε­λά­χι­στες. Ό­που υ­πάρ­χει νε­ρό κι αυ­τό εί­ναι πά­ντα λί­γο. Α­μπέ­λια λυμ­φα­τι­κά, βε­ρυ­κο­κιές α­ναι­μι­κές. Φτώ­χεια και ε­γκα­τά­λει­ψις. Οι σύγ­χρο­νες μορ­φές καλ­λιέρ­γειας α­νύ­παρ­κτες. Ύ­στε­ρα α­πό δια­δρο­μή μιας ώ­ρας σε ά­σφαλ­το κα­κο­δια­τη­ρη­μέ­νη και με κλί­σεις πέ­ραν του 10%,εμ­φα­νί­ζε­ται το Προ­κό­πιο. Κά­τω χα­μη­λά, σε μια ευ­ρεί­α κοι­λά­δα, ξε­νο­δο­χεί­α πολ­λών α­στέ­ρων φω­τι­σμέ­να και χι­λιο­πλου­μι­σμέ­να μας πε­ρι­μέ­νουν. Ξε­χνάς ό­τι βρί­σκε­σαι στο κέ­ντρο της Μι­κράς Α­σί­ας. Κά­ποια α­ραιο­φυ­τευ­μέ­να πεύ­κα και αρ­κε­τές λεύ­κες στα ρυά­κια δί­πλα δί­νουν έ­να τό­νο πρα­σί­νου. Ό­μως το κλί­μα στα χί­λια ε­κα­τό μέ­τρα που βρι­σκό­μα­στε εί­ναι ξη­ρό, η νύ­χτα δρο­σε­ρή και ο ύ­πνος ευ­χά­ρι­στος.


Ό­σο να με πά­ρη ο ύ­πνος, σκέ­πτο­μαι: Βρι­σκό­μα­στε στο Προ­κό­πιο. Έ­να χω­ριό γνω­στό στην Ελ­λά­δα α­πό τον Ά­γιο Ιω­άν­νη τον Ρώσ­σο. Αλ­λ’ ό­χι μό­νον. Ε­δώ συμ­βαί­νει και κά­τι άλ­λο. Το αι­σθά­νο­μαι. Δεν εί­ναι το α­ε­ρά­κι που με δρο­σί­ζει α­πό το α­νοι­χτό πα­ρά­θυ­ρο. Δεν εί­ναι το με­λι­χρό φως της σε­λή­νης που με­σου­ρα­νεί. Ού­τε το ά­ρω­μα κά­ποιων λου­λου­διών α­πό τον κή­πο του ξε­νο­δο­χεί­ου. Αι­σθά­νο­μαι ό­τι απ’ το πα­ρά­θυ­ρο μπαί­νει έ­να ά­ρω­μα δια­φο­ρε­τι­κό, ό­λως άλ­λο. Εί­ναι το ά­ρω­μα της α­γιό­τη­τας του τό­που.
Ας γυ­ρί­σω ό­μως απ’ το δε­ξιό πλευ­ρό για να α­πο­κοι­μη­θώ. Κι α­πό το πο­λύ να σκέ­πτε­ται, α­πο­κοι­μή­θη­κεν ο γέ­ρος…
Αύ­ριο έ­χου­με Θεί­α Λει­τουρ­γί­α στην Σι­να­σό. Λί­γα χι­λιό­με­τρα μα­κρύ­τε­ρα…


Στον να­ό των Α­γί­ων Κων­στα­ντί­νου και Ε­λέ­νης. Ο να­ός στέ­κε­ται όρ­θιος. Ό­μως και οι πλά­κες α­πό το δά­πε­δο λεί­πουν. Τα πα­ρά­θυ­ρα δεν έ­χουν καν κου­φώ­μα­τα. Έ­τσι, τα πε­ρί­ερ­γα παι­δι­κά μα­τά­κια δεν δυ­σκο­λεύ­ο­νται να βλέ­πουν απ’ έ­ξω. Εξ άλ­λου εί­ναι εύ­κο­λο. Ο να­ός εί­ναι χω­μέ­νος στη γη. Για να μη πο­λυ­φαί­νε­ται. Να μη προ­κα­λή. Ει­κό­νες δεν υ­πάρ­χουν. Τέ­μπλο δεν υ­πάρ­χει. Ο χώ­ρος χρη­σι­μο­ποιεί­ται για γιορ­τές και πα­νη­γύ­ρια. Ε­τοι­μά­ζο­νται τα της Θ. Λει­τουρ­γί­ας. Ό­λα έ­χουν έλ­θει απ’ την Πό­λι. Α­πό Ά­γιο Δι­σκο­πό­τη­ρο μέ­χρι μα­χαί­ρι για το α­ντί­δω­ρο. Ε­κεί δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τε. Ού­τε καρ­φί για να κρε­μά­σου­με το θυ­μια­τό.


Έξω α­κού­ο­νται ζουρ­νά­δες και ντα­ού­λια. Σεί­ο­νται ση­μαί­ες τουρ­κι­κές και ελ­λη­νι­κές. Ει­σβάλ­λουν οι … Έλ­λη­νες.
Κα­τά τις εν­νέ­α και μι­σή, φθά­νει ο Πα­τριάρ­χης με την των αρ­χιε­ρέ­ων συ­νο­δεί­α Του. Εν­δύ­ε­ται κα­τά την αρ­χαί­αν τά­ξιν. Ο χο­ρός, με ε­πί κε­φα­λής τον Άρ­χο­ντα Πρω­το­ψάλ­τη ψάλ­λει το αρ­γό “Α­να­στά­σε­ως η­μέ­ρα”, Μα­νου­ήλ του Χρυ­σά­φου.


Η Θεί­α Λει­τουρ­γί­α αρ­χί­ζει. Κα­τά την Πα­τριαρ­χι­κήν τά­ξιν. Εί­ναι Κυ­ρια­κή του Πα­ρα­λυ­τι­κού, Μα­ΐ­ου 26. Με­τά το Ευαγ­γέ­λιο ο­μι­λεί ο Πα­τριάρ­χης. Λαμ­βά­νει α­φορ­μήν α­πό την ο­νο­μα­σί­α του Να­ού. Και α­να­φέ­ρε­ται στην α­νε­ξι­θρη­σκεί­α του Με­γά­λου Κων­στα­ντί­νου. Ε­πέ­τρε­ψε την Χρι­στια­νι­κή πί­στι και οι άν­θρω­ποι ζού­σαν αρ­μο­νι­κά χω­ρίς δια­μά­χες και φα­να­τι­σμούς. Έ­τσι ζού­σαν και οι ε­δώ Χρι­στια­νοί με τους μου­σουλ­μά­νους, έ­ως ό­του ήλ­θεν η α­πο­φράς η­μέ­ρα… Τώ­ρα ό­μως ήλ­θε μια νέ­α ε­πο­χή κα­τα­νο­ή­σε­ως, αλ­λη­λο­πε­ρι­χω­ρή­σε­ως, σε­βα­σμού της δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τος. Και ελ­πί­ζου­με ό­τι αυ­τό θα συ­νε­χι­σθή. Ε­πα­κο­λού­θη­σε προ­σφώ­νη­σις και Τουρ­κι­στί προς τον δή­μαρ­χο τής Πε­ριο­χής. Αλ­λ’ ως α­γνο­ών την γλώσ­σαν α­δυ­να­τώ να κα­τα­γρά­ψω τα λε­χθέ­ντα. Πά­ντως ή­σαν ευ­χα­ρι­στί­αι δια την υ­πο­δο­χήν. Τας ε­πι­δα­ψι­λεύ­σεις και για την ά­δεια προς τέ­λε­σιν της Θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας.
Ό­λα τε­λεί­ω­σαν κατ’ ευ­χήν. Ο Πα­τριάρ­χης με­τέ­βη με­τά της συ­νο­δεί­ας του εις το δη­μαρ­χεί­ον της πό­λε­ως και εις γεύ­μα. Αλ­λ’ ο γρά­φων α­πο­πη­δή­σας ε­ξέ­κλι­νε λά­θρα και ε­ξα­φα­νι­σθείς η­κο­λού­θη­σε το συ­νερ­γεί­ον της ΕΡ­Τ προς ξε­νά­γη­σιν εις την πε­ριο­χήν.


Τι εί­δα; Πράγ­μα­τα που ού­τε καν υ­πο­πτευό­μουν.


Τριά­ντα χι­λιό­με­τρα μα­κρύ­τε­ρα εί­ναι το Κα­ϊ­μα­κλή. Ε­κεί υ­πάρ­χει μί­α απ’ τις υ­πό­γειες πο­λι­τεί­ες της Καπ­πα­δο­κί­ας. Χω­ρού­σε εξ χι­λιά­δες Χρι­στια­νούς. Εί­ναι έρ­γα φό­βου και α­γω­νί­ας. Αλ­λ’ ας βά­λω σε τά­ξι τις σκέ­ψεις μου.
Οι διά­φο­ροι ε­πι­δρο­μείς εξ Α­να­το­λών και Νό­του έ­να σκο­πό εί­χαν. Την Πό­λι. Ό­λοι ό­μως έ­πρε­πε να πε­ρά­σουν α­πό τα υ­ψί­πε­δα τής Καπ­πα­δο­κί­ας. Ό­μως η ο­χύ­ρω­σί της ή­ταν δύ­σκο­λη. Οι χθα­μα­λοί λό­φοι δεν προ­σφέ­ρο­νταν για σθε­να­ρή ά­μυ­να. Οι πλη­θυ­σμοί δεν εί­χαν πού να κα­τα­φύ­γουν. Και οι ε­πι­δρο­μές ή­σαν συ­νε­χείς και αλ­λε­πάλ­λη­λες. Βρέ­θη­κε η λύ­σις του α­σπά­λα­κος. Το έ­δα­φος προ­σφέ­ρο­νταν. Εί­ναι ψαμ­μί­της και σκά­βε­ται εύ­κο­λα. Έ­σκα­ψαν λοι­πόν πό­λεις υ­πό­γειες. Πε­ντα­ό­ρο­φες. Με δαι­δα­λώ­δεις δια­δρό­μους γύ­ρω α­πό έ­να κε­ντρι­κό α­ε­ρα­γω­γό. Με Εκ­κλη­σί­ες και χώ­ρους τα­φής. Με υ­πνο­δω­μά­τια και σταύ­λους. Με μύ­λους και α­πο­θή­κες. Με μα­γει­ριά και α­να­παύ­σεις. Με φω­τι­σμό α­νύ­παρ­κτο σχε­δόν. Με λυ­χνά­ρια και δά­δες. Α­τμό­σφαι­ρα πνι­γη­ρή. Δρο­μί­σκοι και στο­ές στε­νό­χω­ρες που πρέ­πει να γο­να­τί­σεις για να διέλ­θης. Δεν μπο­ρέ­σα­με να μεί­νου­με πέ­ραν της ώ­ρας. Τα πνευ­μό­νια μας ζη­τού­σαν ε­πί­μο­να κα­θα­ρόν α­έ­ρα και τα μά­τια μας το φως του ή­λιου. Πώς ζού­σαν και για πό­σο ζού­σαν στα έ­γκα­τα της γης; Μυ­στή­ριο! Κι ό­ταν οι ε­πι­δρο­μείς περ­νού­σαν, άν­θι­ζαν ξα­νά οι πό­λεις και τα χω­ριά. Κα­η­μέ­νη Χρι­στια­νο­σύ­νη, τι τρά­βη­ξες για να ε­πι­βιώ­σης σ’ αυ­τά τα μέ­ρη. Τα κα­τά­φε­ρες ό­μως. Έ­ως ου έ­φθα­σεν η α­πο­φράς η­μέ­ρα …


Το μι­κρό μας λε­ω­φο­ρεί­ο τρα­βά ντά­λα με­ση­μέ­ρι για το Γκέ­ρε­με. Εί­ναι έ­να το­πί­ο μο­να­δι­κό στον κό­σμο. Πα­ντού γύ­ρω μας κο­λώ­νες πε­λώ­ριες ψαμ­μί­τη. Ό­σες έ­χουν, σκλη­ρό “κα­λυ­μαύ­χι” δια­τη­ρού­νται. Άλ­λες το φο­ρούν στρα­βά, σ’ άλ­λες εί­ναι έ­τοι­μο να πέ­ση. Ό­σες δεν έ­χουν α­πο­σα­θρού­νται, κα­ταρ­ρέ­ουν. Ε­πί ε­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια ο ά­νε­μος, η βρο­χή, η δια­φο­ρά θερ­μο­κρα­σί­ας η­μέ­ρας και νύ­χτας, η πα­γω­νιά, ε­πι­τε­λούν αρ­γά αλ­λά στα­θε­ρά το έρ­γο της δια­βρώ­σε­ως. Στις με­γα­λύ­τε­ρες κο­λώ­νες, σκα­λι­σμέ­νες κα­τοι­κί­ες. Εύ­κο­λο το σκά­ψι­μο, μη­δα­μι­νή η δα­πά­νη. Μια σμί­λη και έ­να σφυ­ρί και το σπί­τι εί­ναι έ­τοι­μο. Χω­ρίς στέ­γη, χω­ρίς κε­ρα­μί­δια, χω­ρίς τού­βλα και σο­βά­δες. Και το κυ­ριό­τε­ρο, με στα­θε­ρή θερ­μο­κρα­σί­α, χει­μώ­να, κα­λο­καί­ρι.


Μα­γα­ζά­κια προ­χει­ρο­στη­μέ­να πω­λούν λο­γής-λο­γής α­να­μνη­στι­κά. Μέ­χρις και γύ­ψι­νες α­να­πα­ρα­στά­σεις των βρά­χων. Ε­ξό­χως κα­κό­τε­χνες. Υ­πάρ­χουν και κα­μή­λες. Για τους του­ρί­στες. Λιά­ζο­νται οι τα­λαί­πω­ρες α­να­χα­ρά­ζο­ντας τους βλω­μούς των και κοι­τά­ζο­ντας η­λι­θί­ως τους διερ­χο­μέ­νους. Θα ση­κω­θούν μό­νον ό­ταν βρε­θή ο τολ­μη­ρός του­ρί­στας που θα σκαρ­φα­λώ­ση στην κα­μπού­ρα τους. Και ο κα­μη­λιέ­ρης, ντυ­μέ­νος με την το­πι­κή πλην ευ­τε­λή εν­δυ­μα­σί­α του, τον Αμε­ρι­κά­νο ή τον Άγ­γλο του­ρί­στα που υ­πε­ρή­φα­νος θα φω­το­γρα­φη­θή ε­πί του ή­βου με ύ­φος Λώ­ρεν­ς της Α­ρα­βί­ας.


Φθά­νου­με στο “α­νοι­χτό μου­σεί­ο” του Γκέ­ρε­με. Στα βρά­χια δια­κρί­νο­νται α­πει­ρά­ριθ­μες τρύ­πες. Κελ­ιά μο­να­χών, εκ­κλη­σί­ες, α­σκη­τή­ρια. Άλ­λα στα ψη­λά, άλ­λα χα­μη­λά. Άλ­λα ε­μπρός μας, άλ­λα α­πό­με­ρα. Πλη­ρώ­νου­με ει­σι­τή­ριο. Εί­ναι Κυ­ρια­κή και ο κό­σμος πο­λύς. Μα­θη­τού­δια α­να­κα­τε­μέ­να με του­ρί­στες. Άλ­λοι μι­σό­γυ­μνοι, άλ­λοι προ­σκο­πά­κια ε­τών ε­βδο­μή­ντα. Ντό­πιοι και ξέ­νοι, χρι­στια­νοί και μου­σουλ­μά­νοι. Μια κι­νού­με­νη μά­ζα. Δια­βά­ζουν ε­πι­γρα­φές, μπαί­νουν, βγαί­νουν. Μέ­σα σ’ αυ­τή την κο­σμο­συρ­ρο­ή και το συ­νε­χές πή­γαι­νε, έ­λα, αι­σθά­νομαι μήπως ό­τι εί­μαι ο μό­νος σχε­τι­κός με τον χώ­ρο. Αι­σθά­νο­μαι σαν να εί­μαι ο τε­λευ­ταί­ος κα­λό­γη­ρος αυ­τών των μο­να­στη­ριών. Γί­νο­μαι έ­να μ’ αυ­τά τα α­για­σμέ­να βρά­χια. Μπαί­νω σε χώ­ρους γνώ­ρι­μους. Ε­δώ εί­ναι το ιε­ρό, το κα­θο­λι­κό, ο νάρ­θηξ. Ε­κεί η τρά­πε­ζα, δί­πλα το μα­γει­ριό. Ε­δώ το μαγ­γι­πεί­ον, ε­κεί ο μύ­λος. Ό­λα γνώ­ρι­μα σε μέ­να, οι­κεί­α. Εί­μαι σαν στο μο­να­στή­ρι μου. Έρ­χο­μαι για πρώ­τη φο­ρά και αι­σθά­νο­μαι σαν να έ­ζη­σα ε­δώ για ό­λη μου την ζω­ή.


Αρ­κε­τές ο­λό­σκα­φες εκ­κλη­σί­ες έ­χουν και τοι­χο­γρα­φί­ες. Εφ’ υ­γροίς, τέ­χνη για πά­ντα χα­μέ­νη. Ει­κό­νες ο­λο­ζώ­ντα­νες, λα­ϊ­κής τέ­χνης του ε­νά­του και του δε­κά­του αιώ­νος. Με πολ­λές α­νορ­θο­γρα­φί­ες. Μα ση­μα­σί­α έ­χει το τι πα­ρι­στούν, τι θέ­λουν να εκ­φρά­σουν και ό­χι η ορ­θο­γρα­φί­α. Τα μά­τια στις χα­μη­λό­τε­ρες τοι­χο­γρα­φί­ες εί­ναι βγαλ­μέ­να. Για να μην βλέ­πουν οι ει­κο­νι­ζό­με­νοι ά­γιοι τις αι­σχρουρ­γί­ες. Α­φε­λής ταύ­τι­σις ει­κό­νας και ει­κο­νι­ζό­με­νου.
Κι ό­λα αυ­τά με τον φό­βο του α­φα­νι­σμού. Οι βρά­χοι α­πο­σα­θρού­νται, δια­λύ­ο­νται σε ψι­λή άμ­μο. Η φθο­ρά εί­ναι κα­τα­φα­νής. Για πό­σο θα α­ντέ­ξουν; Ίσως γιά αιώ­νες, αλ­λ’ ό­χι για πά­ντα …
Φεύ­γο­ντας, έ­κα­μα μια βα­θειάν υ­πό­κλι­σι. Ο α­μό­να­χος μο­να­χός υ­πο­κλί­νε­ται βα­θυ­σε­βά­στως εις τους α­νω­νύ­μους α­γί­ους μο­να­χούς της Καπ­πα­δο­κί­ας. Ά­γιοι του Θε­ού πρε­σβεύ­σα­τε υ­πέρ ε­μού του α­μαρ­τω­λού.
Αλ­λά της η­μέ­ρας διελ­θού­σης ήγ­γι­κεν η ε­σπέ­ρα. Και πε­ρί λύ­χνων α­φάς εί­ναι κα­λή μια βόλ­τα στην α­γο­ρά τού Προ­κο­πί­ου. Τα σπί­τια εί­ναι σχε­δόν ό­λα πα­λαιά, προ της α­νταλ­λα­γής. Ό­πως ή­σαν τό­τε. Με κα­τα­φα­νή την εκ του χρό­νου φθο­ράν. Του­ρι­στι­κά κα­τα­στή­μα­τα, ε­στια­τό­ρια αμ­φι­βό­λου κα­θα­ριό­τη­τος, ζα­χα­ρο­πλα­στεί­α. Ό­λα για τους ό­λο και αυ­ξα­νό­με­νους του­ρί­στες. Εξ άλ­λου αυ­τή εί­ναι η μό­νη τους α­πα­σχό­λη­σις. Οι υ­πό­λοι­ποι έ­φυ­γαν. Για την Πό­λι. Με ελ­πί­δα ό­τι κο­ντά εί­ναι και η Ευ­ρώ­πη.
Πλην ό­μως αύ­ριο έ­χου­με Θεί­αν Λει­τουρ­γί­α ε­πί τη μνή­μη του Α­γί­ου Ιω­άν­νου του Ρώσ­σου. Και­ρός ε­πι­στρο­φής στο ξε­νο­δο­χεί­ο. Αλ­λ’ ο δαί­μων της αρ­γο­λο­γί­ας πα­ρέ­τει­νε την πα­ρα­μο­νή μας εις την αί­θου­σα υ­πο­δο­χής ά­χρι με­σο­νυ­κτί­ου. Α­φού θά­ψα­με πολ­λούς, α­πο­συ­ρό­με­θα. Με την ι­κα­νο­ποί­η­σι ό­τι εί­με­θα ά­ρι­στοι νε­κρο­θά­πται (τα πα­ρα­λέ­ω, εί­πα­με και πολ­λά κα­λά λό­για για πολ­λούς, αλ­λ’ ό­χι και για ό­λους).


Το πρω­ΐ της ει­κο­στής ε­βδό­μης Μα­ΐ­ου, η Θ. Λει­τουρ­γί­α γί­νε­ται σ’ έ­να πο­δο­σφαι­ρι­κό γή­πε­δο. Αρ­κε­τά ε­νω­ρίς ξε­κι­νά­με να ε­τοι­μά­σου­με τα πρε­πού­με­να. Βλέ­που­με ό­τι μό­νον τα δο­κά­ρια θυ­μί­ζουν ό­τι εί­ναι γή­πε­δο. Εί­ναι μί­α α­λά­να με θέ­α προς το Πα­λαιό Προ­κό­πιο. Οι υ­πάλ­λη­λοι της Δη­μαρ­χί­ας έ­χουν ή­δη αρ­χί­σει το στή­σι­μο της ε­ξέ­δρας και της τέ­ντας. Ό­λα ε­τοι­μά­σθη­καν με αρ­κε­τό κό­πο. Τα τρα­πέ­ζια ή­σαν ε­τοι­μόρ­ρο­πα. Έ­νας δυ­να­τός α­έ­ρας άρ­χι­σε να φυ­σά. Ό­μως, ό­λα πή­γαν κα­λά. Ο Πα­τριάρ­χης με­τά της Τι­μί­ας συ­νο­δεί­ας Του έρ­χε­ται στις εν­νέ­α και κάρ­το (ό­πως λέ­νε στην Πό­λι). Η Θ. Λει­τουρ­γί­α άρ­χι­σε με ά­δειες τις κα­ρέ­κλες. Οι πι­στοί δεν εί­χαν α­κό­μη φα­νεί. Έ­φθα­σαν στο Ευαγ­γέ­λιο. Έ­πρε­πε να φά­νε πρώ­τα το πρω­ϊ­νό τους στο ξε­νο­δο­χεί­ο. Εί­ναι ο νέ­ος τύ­πος προ­σκυ­νη­τών. Το τερ­πνόν με­τά του ω­φε­λί­μου. Και το τερ­πνόν πά­ντο­τε προ­η­γεί­ται. Ήλ­θαν ε­πί­ση­μοι α­πό την Σμύρ­νη. Η πρό­ξε­νος, α­νώ­τε­ροι α­ξιω­μα­τι­κοί του κλι­μα­κί­ου του ΝΑ­ΤΟ. Και έ­να λε­ω­φο­ρεί­ο α­πό το νέ­ο Προ­κό­πιον Ευ­βοί­ας. Α­κύ­ρω­σαν και άλ­λα δύ­ο. Έ­νε­κα Μπους με τα πε­ρί τρο­μο­κρα­τι­κού κτυ­πή­μα­τος στην Τουρ­κί­α μέ­χρι της 22ας Μα­ΐ­ου. Τώ­ρα έ­χου­με 27 Μα­ΐ­ου. Αλ­λά μπο­ρεί να έ­κα­με λά­θος ο πλα­νη­τάρ­χης. Μή­πως εί­ναι το πρώ­το ή μή­πως θα εί­ναι το τε­λευ­ταί­ο; Και οι Νε­ο­έλ­λη­νες φο­βού­νται πο­λύ για την ζω­ού­λα τους.


Με­τά το Ευαγ­γέ­λιο ω­μί­λη­σεν ο Πα­τριάρ­χης. Για τον ά­γιο Ιω­άν­νη τον Ρώσ­σο, που ε­δώ έ­ζη­σε σκλά­βος. Για την εμ­μο­νή στην πί­στη του Χρι­στού. Για τις κα­κου­χί­ες που πέ­ρα­σε, για την υ­πο­μο­νή του. Για την ελ­πί­δα της σω­τη­ρί­ας. Για το ό­τι η ελ­πίς ε­πί τον Κύ­ριον δί­νει λύ­σεις εις τα προ­βλή­μα­τα ό­λων μας.
Και ό­ταν με το κα­λό η Θεί­α Λει­τουρ­γί­α τε­λεί­ω­σε, α­κο­λού­θη­σε έ­να τα­πει­νό προ­σκύ­νη­μα στους χώ­ρους της α­σκή­σε­ως του α­γί­ου Ιω­άν­νου. Τα αυ­το­κί­νη­τα στα­μά­τη­σαν χα­μη­λά. Έ­πρε­πε να α­νε­βού­με στο πα­λαιό Προ­κό­πιο που ή­ταν χτι­σμέ­νο στην δυ­τι­κή πλευ­ρά ε­νός πε­λώ­ριου ψαμ­μη­τι­κού βρά­χου. Που εί­ναι ό­λο τρύ­πες κα­τοι­κιών και μοιά­ζει α­πό μα­κρυά σαν ελ­βε­τι­κό τυ­ρί. Πόρ­τες, πα­ρά­θυ­ρα, εκ­κλη­σί­ες, σκά­λες, α­γιο­γρα­φί­ες και μπρο­στά α­πλω­μέ­νη μπου­γά­δα. Α­νη­φο­ρί­ζου­με στο καλ­ντε­ρί­μι. Μπρο­στά απ’ ό­λους ο Πα­τριάρ­χης. Τα σπί­τια εί­ναι ό­λα έ­ρη­μα, πε­σμέ­να. Το κρά­τος με­τέ­φε­ρε τους κα­τοί­κους χα­μη­λό­τε­ρα σ’ έ­ναν ά­χα­ρο συ­νοι­κι­σμό με ο­μοιό­μορ­φα σπί­τια. Προ­σκυ­νού­με πρώ­τα στον να­ό του α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου. Εί­ναι σκαμ­μέ­νος σ’ έ­να βρά­χο ξε­κομ­μέ­νο, έ­τοι­μος να κυ­λή­ση στην κα­τω­φέ­ρεια. Δεν έ­χει μεί­νει πια τί­πο­τε που να θυ­μί­ζη ό­τι ή­ταν κά­πο­τε να­ός. Μό­νον η α­ψίς του ιε­ρού και κά­ποιες δια­κο­σμη­τι­κές γραμ­μές με κόκ­κι­νη ώ­χρα. Ε­δώ προ­ση­ύ­χε­το ο Ά­γιος. Ε­δώ κοι­νω­νού­σε κά­θε Σάβ­βα­το των Α­χρά­ντων Μυ­στη­ρί­ων. Ε­δώ το­πο­θέ­τη­σαν αρ­γό­τε­ρα το τί­μιον λεί­ψα­νό του ό­ταν τρί­α έ­τη με­τά τον θά­να­τό του (+1730) ευ­ρέ­θη α­κέ­ραιον και α­διά­φθο­ρον. Μέ­χρι το 1924.


Λί­γο πά­ρα πά­νω και α­ρι­στε­ρά εί­ναι το αρ­χο­ντι­κό του α­γά, του ο­ποί­ου ο ά­γιος ή­ταν σκλά­βος. Ε­ρει­πω­μέ­νο τώ­ρα. Αλ­λ’ ό­χι για πο­λύ. Τον χώ­ρο θα α­ξιο­ποι­ή­σουν Αυ­στρια­κοί και θα κά­νουν ξε­νο­δο­χεί­ο χι­λί­ων κλι­νών. Ο δή­μαρ­χος δια­βε­βαί­ω­σε ό­τι θα σε­βα­σθούν τον χώ­ρο ό­που έ­ζη­σεν ο ά­γιος. Ί­δω­μεν…
Ει­σερ­χό­με­θα. Πί­σω απ’ το αρ­χο­ντι­κό ευ­ρί­σκε­ται ο σταύ­λος. Σκαμ­μέ­νος στον βρά­χο. Δε­ξιά και α­ρι­στε­ρά τα πα­χνιά των α­λό­γων. Στο βά­θος, σκα­λι­σμέ­νο στον βρά­χο, το κλι­νί­διον του Α­γί­ου. Βρά­χος και ά­χυ­ρα το στρώ­μα. Σκλά­βος στο σώ­μα, ε­λεύ­θε­ρος στην ψυ­χή. Α­πε­λεύ­θε­ρος Χρι­στού. Προ­σκυ­νού­με τον βρά­χο και α­να­χω­ρού­με με σκέ­ψεις θλι­βε­ρές.
Στις πέ­ντε το α­πό­γευ­μα θα ψα­λή υ­παί­θριος ε­σπε­ρι­νός στο ΄Α­βα­νος. Θα α­πο­δώ­σου­με την ε­ορ­τή του Α­γί­ου.


Ξε­κι­νά­με νω­ρί­τε­ρα για να ε­τοι­μά­σου­με. Το ΄Α­βα­νος α­πέ­χει ε­πτά χι­λιό­με­τρα α­πό το Προ­κό­πιο. Συ­να­ντά­με πά­λι τους πα­ρά­ξε­νους βρά­χους. Αυ­τός ε­δώ μοιά­ζει με κα­μή­λα. Ε­κεί­νος με πί­θη­κο. Αυ­τά ο ξε­να­γός. Η φα­ντα­σί­α ορ­γιά­ζει. Εί­ναι και αμ­μώ­δεις πλα­γιές. Σαν κυ­μα­τι­σμοί α­πό φί­νο με­τά­ξι. Σαν πτυ­χές α­πό α­έ­ρι­νο τού­λι. Σαν κα­ϊ­μά­κι βγαλ­μέ­νο α­πό κορ­νέ α­πό χέ­ρι ε­πι­δέ­ξιου ζα­χα­ρο­πλά­στη πά­νω σε γα­μή­λια τούρ­τα.
Στο ΄Α­βα­νος βρά­χια και πά­λιν βρά­χια. Και ε­δώ ει­σι­τή­ριο. Εκ­κλη­σί­ες, κελ­ιά, α­σκη­τή­ρια, ό­λα σκα­πτά και σμι­λε­μέ­να.
Εί­ναι Δευ­τέ­ρα προς το ε­σπέ­ρας και οι του­ρί­στες ο­λί­γοι. Στα πε­τα­χτά και με πο­λύ ι­δρώ­τα, ε­πι­σκέ­πτο­μαι ό­σες εκ­κλη­σί­ες προ­λαμ­βά­νω. Έ­χω α­φή­σει πολ­λές για άλ­λη ε­πί­σκε­ψη.


Οι βρά­χοι εί­ναι σαν έ­να τε­ρά­στιο πέ­τα­λο. Και στο μέ­σον, κά­τω α­πό στέ­γα­στρο που μό­λις στή­θη­κε, ψάλ­λε­ται ο ε­σπε­ρι­νός. Τα τρο­πά­ρια α­ντι­λα­λούν στα βρά­χια. Και οι ψυ­χές των απ’ αιώ­νες κε­κοι­μη­μέ­νων α­σκη­τών χά­νο­νται α­κού­ο­ντας ψαλ­μω­δί­ες που για αιώ­νες πολ­λούς εί­χαν να α­κού­σουν. Και ο­σφραί­νο­νται θυ­μιά­μα­τος θυ­σί­ας ε­σπε­ρι­νής και ευ­φραί­νο­νται. Και βλέ­πουν τον Πα­τριάρ­χη του Γέ­νους χο­ρο­στα­τού­ντα και δέ­ο­νται του Κυ­ρί­ου Πο­λυ­χρό­νιον Αυ­τού ποι­ή­σαι για να έρ­χε­ται κά­θε χρό­νο να ευ­λο­γή το ποί­μνιό του και να ευ­λο­γή­ται α­πό τους α­γί­ους του ΄Α­βα­νος.
Στο τέ­λος ο­μι­λεί ο Πα­τριάρ­χης. Ευ­χα­ρι­στεί τον Πα­νά­γα­θο Θε­ό που για τρί­τη χρο­νιά χο­ρο­στα­τεί σε ε­σπε­ρι­νό στο ΄Α­βα­νος. Αι­σθά­νε­ται, ως νη­σιώ­της, χα­ρά που τε­λεί ε­σπε­ρι­νό στο ύ­παι­θρο. Και μά­λι­στα σε χώ­ρο κα­θη­για­σμέ­νο α­πο πλή­θος α­νω­νύ­μων α­σκη­τών. Ο ε­σπε­ρι­νός τε­λεί­ω­σε. Κι ε­γώ με­τά βί­ας τε­λειώ­νω. Κό­ρας γαρ ού προ­σγί­νε­ται.


Καπ­πα­δο­κί­α, Καπ­πα­δο­κί­α. Εί­σαι το κέ­ντρον της Μι­κράς Α­σί­ας.
Εί­σαι στο κέ­ντρο της καρ­διάς μας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek