Στο δοκίμιό του «Η αινικτή ύλη της ποιήσεως του Σεφέρη» ο Χ. Μαλεβίτσης ερμηνεύει την ποίηση και τον λόγο του Σεφέρη χρησιμοποιώντας τον φιλοσοφικό λόγο του Χάιντεγκερ.

Του Σπύρου Κουτρούλη

H απευθείας, δίχως μεσολαβήσεις –«ιδεαλιστικές» ή «υλιστικές»– προσέγγιση του κόσμου βρίσκει εδραίο έδαφος όχι μόνο στον ποιητικό λόγο του Γ. Σεφέρη αλλά και στην υπεράσπιση της μοντέρνας ποίησης κατά τον εμβληματικό πλέον διάλογό του με τον Κ. Τσάτσο. Αν στον κατ’ εξοχήν φιλοσοφικό λόγο του Κ. Τσάτσου πρυτανεύει η σχολή από τον Πλάτωνα μέχρι τον Χέγκελ και τον Καντ που ονομάστηκε ιδεαλισμός, όπως η υπεράσπιση της ελληνικότητας και η εναντίωση στον σκεπτικισμό, στον Σεφέρη κυριαρχεί η πρωτογενής, αδιαμεσολάβητη προσέγγιση της πραγματικότητας, η υπεράσπιση του μοντερνισμού και η προσπάθεια να αποδείξει την κοινή αναφορά του με τις προτεραιότητες και τους τύπους αυτού που ο ίδιος ονομάτισε  «ελληνικό ελληνισμό».

Ο Χ. Μαλεβίτσης διακρίνει ότι ο Γ. Σεφέρης παντρεύει με επιτυχία στοιχεία που λαμβάνει από άλλους δημιουργούς, αλλά με την δική του πάντα προσωπική σφραγίδα: «Ωστόσο, το ότι ο Σεφέρης είναι γνήσιος και αυθεντικός ποιητής δεν χωράει αμφιβολία. Δεν πρέπει να λησμονούμε πως οι επιγαμίες ιθαγενών στοιχείων με ξενικά είναι κανόνας δημιουργικής εργασίας και όπου υπάρχει δημιουργία υπάρχει τέτοια επιγαμία. Διαφορετικά, η ιθαγενής τέχνη ακολουθώντας τον βιολογικό νόμο περιπίπτει στην στειρότητα και τέλος στον εκφυλισμό»[1]

Όμως η υιοθέτηση της φόρμας του μοντερνισμού συμβαδίζει με την ανάδειξη της σημασίας του ελληνισμού: «Και αυτή η κρυφή γωνιά του σπιτιού του, που την έσκαβε συνεχώς ο Σεφέρης για να βρει τον θησαυρό του, ήταν ο Ερωτόκριτος, ο Μακρυγιάννης, ο Όμηρος. Αν ο Σεφέρης ονειρεύτηκε πως ο θησαυρός του ήταν κρυμμένος στην ελιοτική Μητρόπολη (όπου έγινε το φονικό), ο Έλιοτ του έδειξε πως κι αυτός ονειρεύτηκε στις ρίζες του στη Μεσόγειο. Η Ελλάδα μπορεί να τον πληγώνει τον Σεφέρη, ωστόσο είναι όλος Ελλάδα, όλος αρχαία Ελλάδα και μάλιστα αρχαϊκή»[2].

Ο Μαλεβίτσης και σε αυτό το σημείο, όπως και σε άλλα, ακολουθεί τη φιλοσοφία του Μ. Χάιντεγκερ. Βλέπει ότι σε ένα στάδιο της εξέλιξης του ελληνικού στοχασμού η «μορφή» εκτόπισε την «ύλη». Η τάση αυτή θα εξελιχθεί αργότερα σε «μορφομανία (φορμαλισμός) και ξέμεινε σκέτος σκελετός. Οπότε, αυτοί που ακόμη διατηρούν υγρασία μέσα τους σπεύδουν πίσω προς την «άμορφη» ύλη, την απλώς αινικτήριο, τη σάρκα του κόσμου»[3]. Η τελευταία τάση εκπροσωπείται κυρίως από τη μοντέρνα, τη νεωτερική τέχνη, «από την ποίηση ως τη μουσική και από τη ζωγραφική ως τη γλυπτική. Η πρώτη ύλη της ποιήσεως είναι η γλώσσα χωρίς τις «ιδέες», η υλικότητα της γλώσσας με τη γεύση της, το χρώμα της, τον ήχο της και την αινικτότητά της – ισχύει ότι είπαμε για τον αμφορέα. Αυτός είναι ο πραγματικός «υλισμός». Και αυτός ο υλισμός είναι αντίθετος προς τον «ιδεαλισμό». Ο λεγόμενος διαλεκτικός υλισμός δεν διαφέρει σε τίποτε από τον ιδεαλισμό- είναι και αυτός μια «ιδέα» περί της «μορφής» του κόσμου, είναι μια εκ του μακρόθεν θέαση»[4]. Η νεότερη ποίηση, όπως αυτή του Γ. Σεφέρη, «προσπάθησε να επαναφέρει την ένυλη παρουσία του ποιήματος σε ισοτιμία με τη μορφή»[5] και όπου τα φυσικά στοιχεία που ξετυλίγονται «δεν τα οργανώνει η ιδέα, παρά η μεταξύ τους υλική συνάφεια»[6].

Ο Μαλεβίτσης συνδέει την ποίηση του Σεφέρη με την τέχνη και τον λόγο του Δ. Πικιώνη: «Και ξέρουμε πως ο Πικιώνης εύρισκε ποίηση στο σκοτεινό και αγεωμέτρητο λιθάρι. Δεν τον ενδιέφερε η ιδέα του, που δεν υπήρχε, αλλά η ύλη του ως ύλη- όχι ως οικοδομική ύλη, διότι τότε θα έμπαινε στον γεωμετρικό κόσμο και εκεί θα αφανιζόταν. Στην εποχή μας, όπου όλα εντάσσονται σε συστήματα ιδεών, λησμονήθηκε το μυστήριο της παρουσίας της ύλης ως τοιαύτης. Λέγει ο Σεφέρης: «Σκέφτηκε κανείς να πει τη μοίρα ενός βουνού όπως κοιτάζει την παλάμη;» (Ποιήματα, σ. 162)»[7].

Από τον Οδυσσέα στον Ελπήνορα, και από το φως στο φως, και από τις πέτρες στις πέτρες που βαστήξαμε όσο μπορούσαμε, αλλά βουλιάζοντας από το βάρος τους, ο Μαλεβίτσης ακολουθεί τα ίχνη ενός πολιτισμού – αρχαιότερο,υ αλλά και πιο πρόσφατου– αποτυπωμένα στον λόγο του Σεφέρη. Ο βηματισμός αυτός τον οδήγησε τελικά στους προσωκρατικούς: «στην εποχή μας έγινε προσπάθεια επιστροφής στην κοσμοαντίληψη των προσωκρατικών. Νομίζω πως ο Χάιντεγκερ είναι πιο κοντά τους. Διότι αυτός αρνήθηκε αποτελεσματικά την Πλατωνική και Αριστοτελική εννόηση της αλήθειας, ως συμφωνίας ιδέας και πράγματος. Κατά τον Χάιντεγκερ, αλήθεια είναι η ανάδυση μέσα στην λήθη για την φανέρωση, για τον ερχομό στο φως αυτού που είναι στο σκότος»[8]. Στη συνέχεια ο Μαλεβίτσης θα συνδέσει την σκέψη του Χάιντεγκερ με τον τρόπο του Σεφέρη: «Μέριμνα ολόκληρης της ποιητικής προσπάθειας του Σεφέρη ήταν να κάνει τη γλώσσα να μιλήσει, με την έννοια που ο Χάιντεγκερ αποδίδει στο: Die Sprache spricht. Δεν μιλάει ο άνθρωπος μιλάει η γλώσσα. Εδώ έγκειται και η πηγή της σκοτεινότητας της σεφερικής γλώσσας»[9]. Η σεφερική ποίηση είναι η «κατάφαση του όντος «όπως είναι». Δηλαδή η ταυτότητα δεν επιτυγχάνεται ύστερα από την αναίρεση των αντιθέτων διά της αυξήσεως της κινήσεως, αλλά με την συναίρεσή της διά της μειώσεως της κινήσεως, διά της επιστροφής στο «αυτό», που είναι πλήρες, άρα ακίνητο»[10].

Η ερμηνεία του Χ. Μαλεβίτση τελειώνει με την αναφορά στο σημείο του στοχασμού του Γ. Σεφέρη όπου η διάστασή του με τον ιδεαλισμό είναι αγεφύρωτη. Πρόκειται για τον εμβληματικό διάλογο του Κ. Τσάτσου με τον Γ. Σεφέρη: «Ο διάλογος του Κ. Τσάτσου με τον Γ. Σεφέρη δεν κατέληξε σε κοινό συμπέρασμα, επειδή κυρίαρχη κατηγορία του πρώτου ήταν η ρητή ιδέα ενώ του δεύτερου κυρίαρχη κατηγορία ήταν η αινικτή ύλη. Πράγματα οντολογικώς ισόκυρα, αλλά και ασύμπτωτα, όπως πιστεύουμε πως καταδείξαμε στον παρόντα λόγο»[11].

Ο Χάιντεγκερ προσελκύστηκε, ίσως και θαμπώθηκε, από την ποίηση του Χέντερλιν και του Γ. Τρακλ. Ο Μαλεβίτσης βρήκε ένα ποιητικό αντίστοιχο στον Σεφέρη ώστε να οδηγήσει τον στοχασμό εκεί που τον άφησαν οι προσωκρατικοί. Η ερμηνεία αυτή δεν φιλοδοξεί ούτε και ερμηνεύει το σύνολο του έργου του Γ. Σεφέρη. Όμως αναδεικνύει μια βασική του ροπή, μια κεντρική του κατεύθυνση, που είναι συγχρόνως ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της τέχνης του μοντερνισμού.


[1] Χρήστου Μαλεβίτση, Η παιδεία του ανθρώπου-ο νεοελληνικός λόγος –δώδεκα Έλληνες συγγραφείς, Άπαντα Χ. Μαλεβίτση τ.10, εκδ. Αρμός, 2012, σελ. 287.

[2] Ό.π., σελ. 289.

[3] Ό.π., σελ. 292.

[4] Ό.π., σελ. 292.

[5] Ό.π., σελ. 294.

[6] Ό.π., σελ. 295.

[7] Ό.π., σελ. 298.

[8] Ό.π., σελ. 306.

[9] Ό.π., σελ. 312.

[10] Ό.π., σελ. 314.

[11] Ό.π., σελ. 316.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek