Του Θεόδωρου Ντρίνια

Αν υπάρχει κάποιο κοινό μειονέκτημα που μοιράζονται οι δύο ανταγωνιστές, ΗΠΑ και Κίνα, στην κούρσα για την παγκόσμια ηγεμονία στον 21ο αιώνα, είναι η απουσία ενός καθολικευτικού ιδεολογικού πλαισίου, με το οποίο η διεθνής τάξη που ο δυνητικός ηγεμόνας επιθυμεί να εγκαταστήσει, να νομιμοποιείται, δια της αναφοράς σε γενικές αρχές και αξίες.

Οι ΗΠΑ, μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, προώθησαν και στήριξαν την περίφημη «φιλελεύθερη διεθνή τάξη», η οποία σύντομα αγκάλιασε όλο τον δυτικό κόσμο, την Ωκεανία και την Ιαπωνία και στηρίχτηκε στις αξίες της φιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς, της αστικής δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου, της διεθνούς συνεργασίας για την προστασία των παγκόσμιων κοινών[1] και του φιλελεύθερου παρεμβατισμού όπου γης για να προωθηθούν (ή επιβληθούν με τη βία) οι φιλελεύθερες αξίες. Με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και τη διαμόρφωση του μονοπολικού κόσμου, η φιλελεύθερη διεθνής τάξη παρέμεινε το μόνο διαθέσιμο αξιακό μοντέλο και σύντομα ταυτίστηκε με την μονοκρατορία των ΗΠΑ, το νεο-φιλελευθερισμό και την παγκοσμιοποίηση.

Η κρίση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης, δηλαδή η κρίση του πακέτου αξιών που πρέσβευε, δεν οφείλεται στο ότι, πολλές φορές, ούτε «φιλελεύθερη» ήταν (συχνή υποστήριξη σε δικτατορικά και βάναυσα καθεστώτα) ούτε την «τάξη» πάντα έφερνε (αποτυχίες στο Βιετνάμ, στο Ιράν, στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν) ούτε στο ότι η διεθνής συνεργασία συχνά προωθείτο μόνο αν συνέφερε τις ΗΠΑ και κάποτε σε βάρος των συμφερόντων των συμμάχων τους. Η κρίση οφείλεται, κυρίως, στο γεγονός ότι, κατά τη φάση της τρίτης παγκοσμιοποίησης και ιδιαίτερα μετά την παγκόσμια οικονομική αναταραχή του 2008, απονομιμοποιήθηκε στο ίδιο το εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών, με προεξάρχουσες τις κοινωνίες των δύο δυνάμεων που διαμόρφωσαν αυτή τη διεθνή τάξη από το 1944, τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία.  Η πρωτοφανής άνοδος των ανισοτήτων στο εσωτερικό των αναπτυγμένων χωρών, η εισοδηματική καθήλωση ή καθοδική διολίσθηση των κατώτερων και των εκτεταμένων μεσαίων τάξεων, ο πολιτισμικός σεκταρισμός εξαιτίας της αθρόας μετανάστευσης, η υποκατάσταση της πλειοψηφικής αρχής της αστικής δημοκρατίας από τις αποφάσεις ευκαιριακών πολιτικών και κοινωνικών ελίτ ή από τη δράση εξωθεσμικών και εξωεθνικών λόμπυ και ομάδων πίεσης ή κινημάτων, δημιούργησαν την αίσθηση σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού ότι η «τάξη» αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο πιο σκληρός νεο-φιλελευθερισμός και ο πιο ακραίος εθνοαποδομητικός κοσμοπολιτισμός. Η, επί δεκαετίες, ευρεία πεποίθηση των δυτικών κοινωνιών ότι η φιλελεύθερη διεθνής τάξη και οι αξίες της διαμόρφωναν για αυτές ένα πλαίσιο εθνικής ασφάλειας, κοινωνικής εξασφάλισης και σταθερότητας, οικονομικής ευημερίας και πολιτικής λογοδοσίας των ελίτ, καταρρέει.[2] Ειδικά για τις ΗΠΑ που ήταν το επίκεντρο της διεθνούς τάξης, η παράταση της αδυναμίας να αναπτύξει μια νέα εθνική αφήγηση, η οποία θα υποστηρίζεται από τις ποικίλες ελίτ όλου του ιδεολογικού φάσματος και θα προτάσσει αξίες που θα βάζουν στο επίκεντρο τη σπουδαιότητα της εθνικής αλληλεγγύης, δηλαδή την έγνοια για τα προβλήματα και τις επιθυμίες των κατώτερων τάξεων, θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη περιθωριοποίηση των «αμερικάνικων αξιών» διεθνώς, καθώς αυτές θα έχουν ηττηθεί οριστικά στο εσωτερικό τους.[3]

Από την άλλη, η Κίνα, έχει αναγάγει σε υπέρτατο δόγμα τη στρατηγική «καλό είναι ό,τι αυξάνει το ΑΕΠ». Από την επαναστατική καθαρότητα, την ιχνηλάτηση και εξάλειψη κάθε «αστικού στοιχείου» (ακόμα και μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα) και την επιβολή του κομμουνιστικού εξισωτισμού, μετατράπηκε στην ατμομηχανή του παγκόσμιου καπιταλισμού και σε κορυφαία στις κοινωνικές ανισότητες χώρα˙ και από τον ενεργό υποστηρικτή και προστάτη των αγώνων των λαών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου για χειραφέτηση από την ιμπεριαλιστική ηγεμονία και εκμετάλλευση, σε ανταγωνιστή τους, βασικό δανειστή τους και διεκδικητή (ενίοτε και σφετεριστή) των πρώτων υλών και των φυσικών τους πόρων, αδιαφορώντας για τη συνεργασία της με διεφθαρμένα και φαύλα καθεστώτα που καταδικάζουν τους λαούς τους στη στέρηση, την υστέρηση και την τυραννία˙ αρκεί να τροφοδοτείται με πρώτες ύλες η βιομηχανία της και να διευρύνεται η γεωπολιτική και οικονομική της επιρροή.

Η σημερινή «κομμουνιστική» Κίνα έχει διατηρήσει από το οπλοστάσιο του παλαιού κρατικού σοσιαλισμού τον κεντρικό σχεδιασμό, τη λατρεία της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, το μονοκομματισμό και το αστυνομικό κράτος. Κατά τα άλλα, αυτή η ιδιόμορφη εκδοχή «κομφουκιανού καπιταλισμού», ακραίου ωφελιμισμού και κρατικού αυταρχισμού, υπό σοσιαλιστικό κέλυφος, που συγκροτεί το σημερινό κινεζικό μοντέλο, στερείται καθολικευτικής δυναμικής. Το πολύ να λειτουργεί ως ελκυστική μελέτη περίπτωσης για το ρεύμα των αυταρχικών νεο-φιλελεύθερων της Δύσης ή ως επιτυχές παράδειγμα για άλλες αναπτυσσόμενες χώρες στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τη φτώχεια και τη μιζέρια δεκαετιών. Το βέβαιο είναι ότι η σημερινή «αναπτυγμένη» Κίνα, συγκριτικά, δεν διαθέτει ούτε την αξιακή/ιδεολογική βαρύτητα  ούτε τη διεθνή ακτινοβολία της «καθυστερημένης» Μαοϊκής Κίνας, 50 χρόνια πριν.


* Το κείμενο είναι απόσπασμα από μια ευρύτερη εργασία του συντάκτη με τίτλο «Παγκοσμιοποιητική διαδικασία: τέλος, υποχώρηση ή μεσοβασιλεία;».

[1] Ελεύθερη ναυσιπλοΐα, ελεύθερη πρόσβαση στο διάστημα, ελεύθερη από κυριαρχικά δικαιώματα Ανταρκτική, συνθήκες περιορισμού των όπλων μαζικής καταστροφής και εσχάτως συνθήκες για την προστασία του κλίματος.

[2] Για την εν εξελίξει διαδικασία ενδόρρηξης της «φιλελεύθερης διεθνούς τάξης», βλέπε τις ενδιαφέρουσες αναλύσεις στα: Colgan, J. D., & Keohane, R. O. (2017). The liberal order is rigged: Fix it now or watch it wither. Foreign Affairs, 96(3), 36-44˙ Ikenberry, G. J. (2018). The end of liberal international order?. International Affairs, 94(1), 7-23˙ Nye Jr, J. S. (2019). The rise and fall of American hegemony from Wilson to Trump. International Affairs, 95(1), 63-80˙ Rodrik, D. (2020). Putting global governance in its place. The World Bank Research Observer, 35(1), 1-18.

[3] Ακόμα και βετεράνοι υποστηρικτές της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης (και της παγκοσμιοποίησης), όπως ο Robert O. Keohane, ομολογούν ότι «η Ουάσινγκτον θα πρέπει να καλλιεργήσει μια ιδιαίτερη Αμερικανική κοινωνική ταυτότητα και εθνική αφήγηση», «οι υποστηρικτές της ανοιχτής φιλελεύθερης τάξης […] πρέπει οι ίδιοι να θέτουν επί τάπητος και όχι να απορρίπτουν ως μη-σοβαρά τα προβλήματα που απασχολούν έντονα τις εργαζόμενες τάξεις» και ότι «οι προοδευτικοί θα πρέπει να μάθουν να μιλάνε για έννοιες όπως τιμή, αφοσίωση και τάξη εκτός από ισότητα και δικαιώματα». Βλέπε Colgan, J. D., & Keohane, R. O. (2017). The liberal order is rigged: Fix it now or watch it wither. Foreign Affairs, 96(3), 36-44.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek