Αρχική » Ζαν-Φρανσουά Κολοζιμό: Το ξίφος και το σαρίκι (B΄ μέρος)

Ζαν-Φρανσουά Κολοζιμό: Το ξίφος και το σαρίκι (B΄ μέρος)

από Άρδην - Ρήξη

Του Ζαν-Φρανσουά Κολοζιμό* | μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου

Δημοσιεύθηκε στο: Νέος Λόγιος Ερμής, τ. 22 (Άνοιξη 2021). Διαβάστε το Α΄ μέρος εδώ

Οι απαρχές

Στην Ανατολή, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, στην πραγματική ιστορία αντηχεί η συμβολική προϊστορία της. Η σύγχρονη Τουρκία παραμένει ακατανόητη χωρίς την οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία παραμένει εξίσου ακατανόητη χωρίς τη βυζαντινή Αυτοκρατορία. Με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, στις 29 Μαΐου 1453, ο Σουλτάνος ​​Μωάμεθ Β΄ πραγματοποίησε το εμμονικό σχέδιο κάθε χαλίφη από την εμφάνιση του ισλάμ: να πάρει την «Πόλη των Πόλεων» και να κάνει δική του τη «δεύτερη Ρώμη», η οποία διαδέχθηκε την πρώτη ως ο «ομφαλός του κόσμου». Αυτός, ο Τούρκος, πέτυχε εκεί όπου οι Άραβες, οι άμεσοι απόγονοι του Προφήτη, τους οποίους επίσης υπέταξε, είχαν αποτύχει. Βρέθηκε λοιπόν σε θέση να θεμελιώσει έναν συνθετικό πολιτισμό.

Μουσουλμανική από υιοθεσία, η οθωμανική Αυτοκρατορία είναι βυζαντινή δια της υποκατάστασεως. Αυτό το διπλό αντίγραφο τον υποχρεώνει να υιοθετήσει δύο αποκλίνουσες αντιλήψεις για τη θεμελιώδη σχέση μεταξύ θρησκευτικής και κοσμικής εξουσίας: τη σύντηξή τους, όπως αξιωματικά κηρύσσει το Κοράνι, και τον διαχωρισμό τους όπως υπόσχεται το Ευαγγέλιο. Το χάσμα γίνεται ακόμη πιο μεγάλο από τη στιγμή που και οι δύο αναπαραστάσεις είναι, στην περίπτωσή του, μιμητικού χαρακτήρα. Θα το λύσει, λοιπόν, εστιάζοντας στο γενετικό αποτύπωμα που διαμόρφωσε το ιδιαίτερο καθεστώς που τη χαρακτηρίζει. Και αυτό δεν είναι άλλο από την κατάκτηση.

Το γεγονός της κατάκτησης είναι εκείνο που εξηγεί την άνοδο ενός κατά τα άλλα νομαδικού λαού με ποιμενική κουλτούρα. Η πρωτοτυπία του Τούρκου έγκειται στην καταγωγική του ικανότητα κυριαρχίας, την οποία πρέπει να επανενεργοποιεί διαρκώς για να ανακτά την αρχική του ταυτότητα: το ξίφος επικυρώνει το σαρίκι, το οποίο επαληθεύει το ξίφος. Χρειάζεται απλώς ένας ηγέτης για να τα ενοποιεί. Η Αυτοκρατορία των Μογγόλων, στην πραγματικότητα μογγολο-τουρκική, η οποία θα κυριαρχήσει στην Ινδία από τον 16ο έως τον 19ο αιώνα, δεν θα χρησιμοποιήσει διαφορετικές μεθόδους από την οθωμανική Αυτοκρατορία. Με τα ίδια αποτελέσματα χθες και τις ίδιες συνέπειες σήμερα: να κυριαρχήσει ή να υποταχθεί.

Ένας ξεπερασμένος μύθος; Όχι το 2012 – το έτος του Fethi 1453 («Η Άλωση 1453»), της πιο δαπανηρής, της πιο δημοφιλούς και της πιο σοβινιστικής ταινίας του τουρκικού κινηματογράφου. Αυτό το επικό έργο με προϋπολογισμό 18 εκατομμυρίων δολαρίων, με 16.000 κομπάρσους και 1,5 εκατομμύρια θεατές την ημέρα της κυκλοφορίας του συνιστά μια χονδροειδή διαστρέβλωση της ιστορίας της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης. Αλλά η ουσία του ιδεολογικού μηνύματος είναι παρούσα: κλείνοντας ειρήνη με τα ευρωπαϊκά βασίλεια, εξαπατώντας τα, προετοιμάζοντας κρυφά τον πόλεμο, παραμερίζοντας τους διστακτικούς στο στρατόπεδό του (τον Μεγάλο Βεζίρη, τον Μεγάλο Μουφτή, τον Μεγάλο Αρχιστράτηγο), στέλνοντας τον λαό του να επιτεθεί στον εχθρό, ο θεόσταλτος άνδρας, ο Ebu’l-Fetḥ, ο «Πατέρας της Κατάκτησης», επιβάλλεται ως η αυθεντία και ο μέγας ιερέας ενός θρησκευτικά πολεμικού λαού. Ή, όπως θα ειπωθεί αργότερα, ο Ραΐς, ο «αρχηγός», τίτλος που δόθηκε στον Κεμάλ και τον Ερντογάν, όπως και στα ατελείωτα επικο-βιογραφικά φιλμ τους που πλημμυρίζουν τους δημόσιους ή ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς.

Στην πραγματικότητα, ο Μωάμεθ θα σφραγίσει σε δύο πράξεις τη διπλή αυτοκρατορική μεταφορά που οφείλει να επιβεβαιώσει το πεπρωμένο της Τουρκίας ως του κυρίαρχου του πλανήτη. Το ίδιο βράδυ που οι στρατιώτες του λεηλατούν την πόλη, πραγματοποιεί την πρώτη του επίσκεψη στην Αγία Σοφία, το πιο μνημειώδες και θρυλικό ιερό της εποχής. Αφού αντήχησε η προσευχή προς δόξαν του Αλλάχ, ανεβαίνει στον βωμό της βασιλικής για να τον ποδοπατήσει σύμφωνα με το ειδωλολατρικό τελετουργικό που ασκούσαν οι Ρωμαίοι Καίσαρες και, αμέσως μετά, απονέμει στον εαυτό του τον τίτλο τους: Κάιζερ ι Ρουμ (Καίσαρ των Ρωμαίων). Την επαύριο, ο Μωάμεθ Β΄ ανακοινώνει ότι ξαναανακάλυψε τον τάφο του Εγιούπ, του θρυλικού συντρόφου του Μωάμεθ, που υπήρξε ο σημαιοφόρος του και που πέθανε με το όπλο στο χέρι, το 674, κατά τη διάρκεια της πρώτης μουσουλμανικής πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης. Αποφασίζει να ανεγείρει εκεί ένα μαυσωλείο στο οποίο, κατά τη διάρκεια των τελετών ενθρόνισης, κάθε νέος Οθωμανός σουλτάνος ​​θα παραλαμβάνει επίσημα το σπαθί του Οσμάν, του ιδρυτή της δυναστείας, που εγκαινίασε την εξάπλωσή της από τον 13ο αιώνα και μετά.

Με την επικράτηση των Οθωμανών Τούρκων επί της Ούμα, το τζιχάντ, ο «ιερός πόλεμος», υποσκελίζει ακόμα περισσότερο την ιτζιχάντ, την «ιερή ερμηνεία». Το δίκαιο του ξίφους γίνεται το δίκαιο του νικητή που δικαιολογεί όλα τα δικαιώματα. Ο ηγέτης είναι πάνω απ’ όλα ένας πολεμιστής που εξυμνεί τον πόλεμο και ένας πολεμιστής-ιεροκήρυκας, πάνω απ’ όλα ένας κατακτητής. Ακριβώς όπως η Αυτοκρατορία έχει ως όρια μόνο τα ακρότατα όριά της, έτσι και η κατάκτηση έχει ως στόχο την κατάκτηση. Η εδαφική επέκταση λειτουργεί ως επιβεβαίωση της θείας εκλογής, και εμπνέεται όχι τόσο από τον Προφήτη του ισλάμ όσο από τον Μέγα Αλέξανδρο. Μια φιλοδοξία που εκπροσωπεί κατ’ εξοχήν κατά τον 16ο αιώνα, επί πενήντα χρόνια, ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής, με τις θριαμβευτικές εκστρατείες του στην Κεντρική Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική, καθώς και γύρω από την Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο.

Ωστόσο, ήδη από τον θάνατό του, το 1566, αρχίζουν να εκδηλώνονται τα πρόδρομα σημάδια της παρακμής. Οι στρατιωτικές καταστροφές που συσσωρεύονται, θαλάσσια στη Ναύπακτο, το 1591, στην ξηρά στη Βιέννη, το 1683, δείχνουν ότι ο Μεγάλος Τούρκος δεν είναι αήττητος. Στο γύρισμα του 18ου-19ου αιώνα, η αφύπνιση του αραβικού κόσμου και η πίεση του δυτικού κόσμου στραγγαλίζουν τη Μεγάλη Πύλη. Από τη μία, η εξέγερση των εμιράτων Χετζάζ, το 1774, η χειραφέτηση της Αιγύπτου και η προσάρτηση από αυτήν της Λιβύης, το 1820, και από την άλλη η απώλεια της Κριμαίας, το 1783, των Βαλκανίων από το 1821 και μετά, του Καυκάσου από το 1828 και στη συνέχεια του περσικού Αζερμπαϊτζάν επιταχύνουν την αποδυνάμωσή της. Η Αυτοκρατορία, κυρίαρχη σε Ανατολή και Δύση, συρρικνώνεται ταυτόχρονα από ανατολικά και δυτικά.

Για να αντισταθμίσουν αυτές τις αποτυχίες, οι σουλτάνοι της Κωνσταντινούπολης ξεθάβουν τον τίτλο του χαλίφη, «ηγέτη των πιστών», τον οποίο είχαν ξεχάσει καθώς τον είχαν καταχωνιάσει ανάμεσα στα ερείπια της αραβο-μουσουλμανικής εποχής. Η παντοδυναμία τους δεν χρειαζόταν αυτήν την πνευματική διάκριση, που έως τότε ήταν άχρηστη γιατί ήταν μόνο τιμητική. Αυτό όμως δεν ισχύει πλέον. Αφού δεν μπορεί να είναι στρατιωτική, η εξουσία τους επί της Ούμα θα γίνει θρησκευτική. Το σαρίκι αρχίζει να υποκαθιστά το ξίφος.

Ταυτόχρονα, πολύ πριν από την Ιαπωνία, την Περσία ή την Ινδία, οι ίδιοι αυτοί σουλτάνοι, που παρακολουθούσαν ανίσχυροι και αφοπλισμένοι την υποχώρηση της Αυτοκρατορίας, αποφάσισαν να υιοθετήσουν τον εκσυγχρονισμό που ερχόταν από τη Δύση. Πρέπει να ανατρέψουν την κυριαρχία των ευρωπαϊκών και αποικιοκρατικών δυνάμεων, τη γαλλική, τη βρετανική, τη ρωσική, ιδιοποιούμενοι το προμηθεϊκό μυστικό αυτών των νέων κατακτητών, με αφετηρία την ικανότητά τους να εξοπλίζονται. Θα πρέπει όμως να πείσουν γι’ αυτή την ιδέα της προόδου τις δύο κυρίαρχες κάστες, αυτή των πολεμιστών και εκείνη των κληρικών, οι οποίες αντιλαμβάνονται αυτή την ευθυγράμμιση ως μια παράδοση είτε στον εχθρό είτε στον διάβολο. Ή, τουλάχιστον, να αποτρέψουν τη συμμαχία τους. Και, ακόμα καλύτερα, να υποθάλψουν τον ανταγωνισμό τους.

Με τον γνωστό τουρκο-οθωμανικό τρόπο, που εξαίρει την τιμή του αίματος, η εποχή της μεταρρύθμισης των Τανζιμάτ, των «αναδιαρθρώσεων», ξεκινά με μία σφαγή. Αυτή των γενιτσάρων. Αυτό το εκλεκτό σώμα που χρησιμεύει ως πραιτοριανή φρουρά αποτελείται παραδοσιακά από παιδιά της χριστιανικής αριστοκρατίας που απήχθησαν ή αγοράστηκαν από τις οικογένειές τους. Εξισλαμισμένοι βιαίως, καταδικασμένοι σε αγαμία, εκπαιδεύονται στην τέχνη του πολέμου. Συνδεδεμένοι με τον αλεβιτισμό, αυτό το συγκρητικό και ευέλικτο ισλάμ, το οποίο απορρίπτει ο θεσμικός σουνιτισμός, διατηρούν ετερόδοξες πεποιθήσεις και εσωτεριστικές πρακτικές. Γι’ αυτό, αρνούνται κάθε εκσυγχρονισμό που θα σήμαινε το τέλος της στρατιωτικής και μυστικιστικής τους αδελφότητας.

Οι γενίτσαροι απειλούν να επαναστατήσουν, να ανατρέψουν το σουλτανάτο και να επιβάλουν μια στρατιωτική ολιγαρχία. Ο Μαχμούντ Β΄ αποφασίζει να τους προλάβει και να τους εξαλείψει. Μια κίνηση σοβαρή που πρέπει να καθαγιαστεί. Στρέφεται προς τους ουλεμάδες, που έχουν τη δύναμη να αφορίζουν τους σχισματικούς, για να πάρει τη συγκατάθεσή τους. Ο φετφάς εξαγγέλεται. Στις 16 Ιουνίου 1826, κραδαίνοντας το Κοράνι και το λάβαρο του χαλιφάτου, οι θρησκευτικοί ηγέτες προτρέπουν τις λαϊκές μάζες να στηρίξουν τα τακτικά στρατεύματα στο όνομα της σουνιτικής ορθοδοξίας. Πρόκειται για μία σφαγή. Ενώ οι στρατώνες τους καίγονται, 120.000 γενίτσαροι αποκεφαλίζονται, απαγχονίζονται, πυροβολούνται και οι 20.000 επιζώντες ανάμεσά τους εξορίζονται ως δούλοι.

Το τέλος τους υποτίθεται ότι εγκαινιάζει την αρχή ενός νέου κόσμου. Στην πραγματικότητα, σηματοδοτεί έναν διχασμό στον αυτοκρατορικό μύθο ο οποίος, στο εξής, θα είναι καταδικασμένος να ταλαντεύεται ανάμεσα στους δύο πόλους του, το ξίφος και το σαρίκι, και οι οποίοι θα τροφοδοτούν τις διαδοχικές πολώσεις τις οποίες θα εκφράζουν οι δύο κύριες ρεπουμπλικανικές ενσαρκώσεις του σουλτανάτου.

Η απώλεια

Η κατάληψη του στρατώνα από το τζαμί δεν θα βοηθήσει. Δεν θα απαλλάξει την Υψηλή Πύλη από τις διαδοχικές ήττες κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Το Παρίσι, το Λονδίνο, η Μόσχα ετοιμάζονται να κομματιάσουν τον «Μεγάλο Ασθενή» της Ευρώπης. Τους προσφέρει την ευκαιρία να το πράξουν, το 1914, συμμαχώντας με τη Γερμανία και την Αυστρο-ουγγαρία, το στρατόπεδο των ηττημένων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις 10 Αυγούστου 1920, ο Μωάμεθ ΣΤ΄, ο τελευταίος σουλτάνος, υπογράφει τη Συνθήκη των Σεβρών που επικυρώνει τον διαμελισμό της Αυτοκρατορίας. Λίγο νωρίτερα, έγραψε στον Πάπα Βενέδικτο 15ο για να του ζητήσει να μεσολαβήσει υπέρ της δυναστείας του, κληρονόμου, όπως επιμένει, τόσο των Ηγετών της Ούμα όσο και των Καισάρων της Ρώμης.

Ασχέτως προελεύσεως, ο μελλοντικός Ατατούρκ διεκδικεί μια εντελώς διαφορετική γενεαλογία. Μια γνωστή φωτογραφία τον δείχνει, νεαρό αξιωματικό, ντυμένο σαν γενίτσαρο. Ήδη ήρωας του Τομπρούκ, των Δαρδανελίων, των εκστρατειών στη Συρία και την Παλαιστίνη, του Μεγάλου Πολέμου, σύντομα ήρωας του Εμφυλίου και του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, ο Μουσταφά Κεμάλ θα ενσαρκώσει τη μεταθανάτια εκδίκηση του πολεμιστή απέναντι στον κληρικό.

Οι Σύμμαχοι πιστεύουν ότι έχουν κόψει τον γόρδιο δεσμό. Η Μόσχα, η οποία έχει βυθιστεί στην μπολσεβίκικη επανάσταση, αποχωρεί από το παιχνίδι. Το Παρίσι και το Λονδίνο σχεδίαζαν να μοιραστούν την Κωνσταντινούπολη, να παραχωρήσουν το Αιγαίο στην Αθήνα, να δημιουργήσουν μια Μεγάλη Αρμενία και ένα μικρό Κουρδιστάν, και να θέσουν υπό την εντολή τους τη Δαμασκό, τη Βαγδάτη, το Αμάν και την Ιερουσαλήμ. Μέσα σε τρεις αιώνες, η έκταση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας διαμοιράστηκε στα δώδεκα. Με την κοπτοραπτική των Σάικς και Πικό, του Βρετανού και του Γάλλου διαπραγματευτή, περιοριζόταν στο οροπέδιο της Ανατολίας.

Πράγμα που αρνείται ο Κεμάλ ο οποίος, εκκινώντας από αυτό το ιερό, θα αναπτύξει έναν λαϊκό στρατό. Αξιωματικός νικητής σε μια ηττημένη αυτοκρατορία, θα μεταβληθεί στον αντάρτη στρατάρχη ενός απελευθερωτικού πολέμου προς όλα τα αζιμούθια. Όλες οι συνθήκες ευνοούν την επιτυχία του. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, ανήκει σε αυτούς τους Τούρκους των Βαλκανίων που έχουν διαμορφωθεί από το ευρωπαϊκό πνεύμα, που γνωρίζουν τη δύναμη αλλά και τις αδυναμίες του αντιπάλου, όπως τη ροπή του στον διχασμό και την επικέντρωσή του στα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα. Στρατιωτικός με εξαιρετική τακτική, θα αποδειχθεί και πολιτικός με υψηλή στρατηγική.

Συνδεδεμένος με το κίνημα των Νεότουρκων, αλλά κρατημένος στο μέτωπο, ο Κεμάλ είχε την τύχη να μην συμμετάσχει στη γενοκτονία των Αρμενίων και να μπορεί να διακηρύσσει την αθωότητά του. Έχοντας προσχωρήσει στο σχέδιό τους, αλλά πιο ρεαλιστής, ενώνει υπό την ηγεσία του τους αρχηγούς των κομμάτων και τους ηγέτες των φυλών, γνωρίζοντας ότι το ισλάμ παραμένει ένας αποτελεσματικός μοχλός για την κινητοποίηση του πατριωτισμού. Ταυτόχρονα, πείθει τους παρισινούς ηγέτες της Τρίτης Δημοκρατίας για τον απόλυτο γιακωβινισμό του (εκσυγχρονιστής, προοδευτικός, κοσμικός, συγκεντρωτικός, γραφειοκρατικός, υγιεινιστής) ώστε να τους απομακρύνει από τους Έλληνες, τόσο χριστιανούς όσο και μοναρχικούς. Ακόμα καλύτερα, κατορθώνει να τους κάνει να προδώσουν τη μικρή Ελλάδα προς όφελός του.

Διαβάστε το Α΄ μέρος εδώ

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο του συγγραφέα που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2020 στο Παρίσι. Ο Jean-François Colosimo, (γεννηθείς το 1960) είναι ορθόδοξος θεολόγος, ιστορικός, δημιουργός ντοκυμανταίρ, εκδότης –διευθυντής των éditions du Cerf– και πρώην διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου της Γαλλίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: