Αρχική » Παραμονή Χριστουγέννων του 1984

Παραμονή Χριστουγέννων του 1984

από Άρδην - Ρήξη

της Βιβής Ακαρέπη*

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων του 1984, μόλις 12 χρόνων τότε.

12 χρονών και πλημμυρισμένη από ορμόνες που χόρευαν τρελά και δημιουργούσαν μια διαρκή αδημονία για τα πάντα… Η τελευταία μεγάλη αδημονία μου ήταν να αποκτήσω ένα μπουφάν asics tiger χρώματος μωβ με κίτρινες ρίγες στα μανίκια.

Το χαρτζιλίκι όμως δεν έφτανε για να αγοράσω ούτε το ένα ριγωτό μανίκι από το μπουφάν των ονείρων μου..

Τότε η απόφαση ήταν μονόδρομος. Σε μια στιγμή προσωπικής εξομολόγησης στον καθρέφτη μου, δήλωσα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία χρονιά που “εξέθετα” τον εαυτό μου σε αυτόν τον κοινωνικό “ευτελισμό”… Δεν ήμουν πλέον για κάτι τέτοιο. Ήμουν «κοτζάμ» κοπέλα όπως έλεγε η γιαγιά μου. Για φαντάσου να με έβλεπε τυχαία ο συμμαθητής μου ο Θοδωρής με το γελοίο μου σκουφάκι να τραγουδάω φάλτσα και να εκλιπαρώ τους γείτονες για ένα χαρτζιλίκι…Ω Θεέ μου μην με βρει τέτοιο κακό γιατί τότε δεν πρόκειται ποτέ να γίνω μέλος της παρέας τους, ακόμη και αν αποκτήσω το εισιτήριο μου.. το μωβ μπουφάν με τις κίτρινες ρίγες.

Όμως το μωβ μπουφάν με είχε στοιχειώσει. Το σκεφτόμουν μέρα νύχτα, κοιταζόμουν στον καθρέφτη και αντανακλούσα μωβ και κίτρινο φως. Άσε που ήμουν σίγουρη ότι εάν το αποκτούσα, τότε θα μπορούσα και εγώ να περπατάω στο δρόμο με αυτοπεποίθηση όπως η «παρέα» των ειδώλων.. και που ξέρεις ίσως και να με κοιτούσαν ή ακόμη και να μου μιλούσαν.

Με αυτή την σκέψη με πήρε ο ύπνος την προπαραμονή μέχρι που χτύπησε το ξυπνητήρι μου στις 7 το πρωί, με έναν τόσο δυνατό ήχο που μέσα στη λήθη του ύπνου για αρκετά δευτερόλεπτα ήμουν σίγουρη ότι είχε κηρυχθεί πόλεμος.

Στις  7 και 15’ ήμουν ήδη στο δρόμο με σκούφο, γάντια, το χοντρό μπουφάν μου και τη μητέρα μου να με κυνηγάει μέχρι την εξώπορτα για να με ράνει με αγιασμό. Ήταν βλέπεις ένα έθιμο που ακολουθούσε η γιαγιά μου την παραμονή των Χριστουγέννων. Ευτυχώς για καλή μου τύχη η γειτονιά κοιμόταν ακόμη και έτσι κανείς δεν είδε αυτό το θέαμα που τόσο πολύ θα με ντρόπιαζε εάν έφτανε στα αυτιά της δημοφιλούς παρέας.

Ξεκίνησα με κόκκινη από το κρύο μύτη, σαν άλλος Ρούντολφ και κατεβασμένο κεφάλι. Η τύχη όμως αγαπάει τους τολμηρούς και έτσι μου έφερε στην επόμενη γωνία μπροστά μου τον Χρήστο. Ένα ταλαντούχο παιδί με φωνή αηδονιού την οποία συνδύαζε τέλεια με την κιθάρα του…

Εκείνη τη στιγμή αποφάσισα να του προτείνω μια καλή και για τους δυο μας συμφωνία. Του πρότεινα να επιχειρήσουμε μαζί την αποστολή μας. Εκείνος ως αληθινός μουσικός θα έπαιρνε από τις εισπράξεις 10% παραπάνω από εμένα, την ατάλαντη αλλά ονειροπόλα τριγωνοπαίχτρια.. Εκείνος δέχθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη και τα έσοδα μας ήταν τελικά πολύ περισσότερα από τα αναμενόμενα γιατί ο πραγματικός τραγουδοποιός του διδύμου, ενθουσίασε τον κόσμο που έδινε χρήματα αντί για σοκολατάκια και γλυκά.

Παρά το τσουχτερό κρύο εγώ δεν ένιωθα τίποτα. Ήμουν τόσο χαρούμενη που πλέον στις 2:00 το μεσημέρι είχα καταφέρει να συγκεντρώσω το πολυπόθητο ποσό που χρειαζόταν για να γίνουν πλέον οι «ρίγες» δικές μου.

Επέστρεψα στο σπίτι τρισευτυχισμένη και παρακάλεσα τον πατέρα μου να με πάει στο πολυκατάστημα «Λαμπρόπουλος» που είχα δει ότι πουλιόταν το «όνειρό» μου. Θυμάμαι που η καρδιά μου από τη λαχτάρα χτυπούσε πολύ δυνατά.. σχεδόν σαν το ξυπνητήρι μου.

Στον 4ο όροφο του πολυκαταστήματος, το όνειρό μου επιτέλους κατακτήθηκε, αλλά όχι με τον τρόπο που το είχα προγραμματίσει. Μέχρι να πάρω το μπουφάν και να κατευθυνθώ στο ταμείο, μου το είχε ήδη αγοράσει ο πατέρας μου. Ήταν το ωραιότερο δώρο Χριστουγέννων που μου είχε κάνει μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Πέταγα στα σύννεφα και του έλεγα πόσο πολύ θέλω να το δείξω στην αδερφή μου και την μητέρα μου. Ένιωθα νικήτρια και τροπαιούχος μετά την πρώτη μεγάλη αναμέτρηση με τον εαυτό μου. Έκλεινα τα μάτια και με σκεφτόμουν ήδη να κάθομαι στα παγκάκια της εκκλησίας, στο στέκι της δημοφιλούς παρέας και να νιώθω ξεχωριστή. Να πέφτει ο ήλιος πάνω μου και να φωτίζει τα μάτια μου από την αντανάκλαση στα χρώματα του γυαλιστερού μου μπουφάν.

Όμως εκείνη τη στιγμή με προσγείωσε ο πατέρας μου λέγοντάς μου ότι θα έπρεπε πρώτα να κάνουμε μια στάση. Απογοητεύτηκα γιατί έτσι θα έπαιρνε αναβολή η λαχτάρα μου να φορέσω το μπουφάν και να σουλατσάρω με υψωμένη μύτη στους δρόμους, ώστε να με δουν τα μάτια που ήθελα. Όμως τόσο καιρό περίμενα.. λίγα λεπτά καθυστέρησης δεν ήταν ικανά να σταματήσουν το όνειρό μου. Αποφάσισα λοιπόν να δεχθώ στωικά και χωρίς αντιδράσεις την απόφασή του.

Αρχίσαμε να μπαίνουμε στα στενά του Κεραμεικού σε μια φτωχογειτονιά στην οποία έζησε για πολλά χρόνια όταν πρωτοήρθε στην Αθήνα. Σταματήσαμε έξω από ένα κιτρινισμένο κτίριο με μια μισογκρεμισμένη μάντρα. Κοίταξα τον πατέρα μου με μια έκδηλη ανησυχία στα μάτια μου και τον ρώτησα τι θα κάναμε εκεί που πηγαίναμε. Με έπιασε απαλά από τον ώμο και με οδήγησε προς το εσωτερικό της αυλής. Εκεί ζούσαν 2 οικογένειες. Δεν ήταν ακριβώς σπίτια αλλά μεγάλα δωμάτια με πεσμένους σοβάδες και ξύλινες κίτρινες πόρτες με κρεμασμένους μεντεσέδες. Στο βάθος υπήρχε μια πόρτα χρώματος γκρί με 2 αυτοκόλλητα μίκυ μάους κολλημένα επάνω της, που μάλλον κάποιο από τα παιδιά που ζούσαν εκεί είχε κολλήσει. Αυτός ήταν ο τρόπος για να κάνουν την πόρτα να μοιάζει πιο φιλική. Για να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες και να τους προσφέρει κάποιες στιγμές ιδιωτικότητας. Εκεί ήταν ο χώρος της κοινής τους χαλάρωσης, μπάνιου, και εκπλήρωσης των φυσικών αναγκών τους.

Ω Χριστέ μου ευτυχώς που είναι μακριά από τη γειτονιά μου και δεν μπορεί να με δει κανείς από τους νέους φίλους μου σκέφτηκα. Αισθάνθηκα πολύ άβολα. Φορούσα και το καινούριο μου μπουφάν και μπορεί να το «λέρωνα» εάν ακουμπούσα σε κάποιον από τους «βρώμικους» τοίχους.

Εκείνη τη στιγμή ξεπρόβαλε στην πόρτα η κυρία Αθηνά, μια γυναίκα κοντά στα 70 με κατακόκκινα μάγουλα και ολόθερμα καστανά μάτια. Μας υποδέχτηκε με μια τεράστια αγκαλιά. Εγώ συνέχιζα να νιώθω άβολα γιατί η κυρία Αθηνά δεν ήταν καλοντυμένη. Τα ρούχα της ήταν σκισμένα, και παλιά. Θα μπορούσε να μου «λερώσει» το καινούριο μου μπουφάν. Εκείνη πολύ στοργικά μας πρόσφερε τον υπέροχο κουραμπιέ της, τον οποίο καταβρόχθισα. Για μερικά λεπτά αδιαφόρησα για το μπουφάν. Βούτηξα μέσα στην άχνη ζάχαρη και στο αρωματικό του βούτυρό και βολεύτηκα μαζί με τους υπόλοιπους κοντά στη σόμπα για να ζεσταθώ από την υγρασία που έσταζε στους τοίχους.

Τότε ήρθε η εγγονή της, η Ελεονώρα, ένα κορίτσι στην ηλικία μου και κάθισε μαζί μας. Είχε ένα πολύ αδύνατο πρόσωπο με δυο τεράστια και ζωηρά πράσινα μάτια. Με πλησίασε, μου είπε το όνομά της και με αγκάλιασε με μια θερμή αγκαλιά, σαν αυτές που κάνεις με τους καρδιακούς σου φίλους.

Η κυρία Αθηνά άρχισε να μιλάει με τον πατέρα μου για τα χρόνια που εκείνος ήταν ακόμη παιδί και με ανοιχτά και τα δυο του χέρια προσδοκούσε το μέλλον του. Θυμήθηκαν καλές και δύσκολες στιγμές, συγκινήθηκαν, δάκρυσαν αλλά και γέλασαν πολύ… Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι άρχισα να κρέμομαι από τα χείλη της, ότι είχα μαγευτεί από την θέρμη της φωνής της.

 Κάποια στιγμή απευθύνθηκε σε εμένα και μου είπε κάποια λόγια που με ακολουθούν από τότε και που δεν θα ξεχάσω ποτέ:  «Ο πατέρας σου μπορεί να έχει ένα χέρι αλλά έχει την μεγαλύτερη αγκαλιά που υπάρχει στον κόσμο. Μπορεί να ανοίξει το μοναδικό μαγικό του χέρι και να αγκαλιάσει πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα. Εύχομαι ο Θεός παιδί μου να σου δώσει την καλοσύνη του και την ανθρωπιά του».

Εκείνη τη στιγμή ο πατέρας μου σηκώθηκε και την αγκάλιασε. Μετά κατευθύνθηκαν προς την κουζίνα και έβγαλε από την τσέπη του ένα φάκελο που μάλλον περιείχε χρήματα και τον έδωσε στην κα Αθηνά. Εκείνη τον φιλούσε, τον σταύρωνε και τον γέμιζε ευχές.

Είχα μείνει στην καρέκλα μου ακινητοποιημένη. Ήθελα να φύγω, ήθελα να μείνω, ήθελα να κλάψω, ήθελα να γελάσω, ήθελα να φωνάξω, δεν ξέρω τι ακριβώς ήθελα. Ο πατέρας μου με ξύπνησε από το βύθισμά μου καθώς  μου έγνεψε να φύγουμε γιατί είχαμε ήδη αργήσει και η μητέρα μου θα ανησυχούσε. Τότε αγκάλιασα την κυρία Αθηνά τόσο δυνατά που νόμιζα ότι σταμάτησε να αναπνέει. Την ευχαρίστησα για τον ωραίο κουραμπιέ και χωρίς δεύτερη σκέψη της πρόσφερα και εγώ το «φακελάκι» με τα δικά μου λεφτά (τα χρήματα από τα κάλαντα).

Στη διαδρομή προς το μπλε αυτόματο αυτοκίνητο  που αγαπούσε πολύ ο πατέρας μου με ρώτησε εάν είμαι ακόμη χαρούμενη με το καινούριο μπουφάν μου. Κοίταξα τα τεράστια φανάρια του αυτοκινήτου που εκείνη τη στιγμή μου φάνηκαν σαν δυο τεράστια μάτια που μου έγνεφαν. Του είπα ότι είμαι πολύ ευλογημένη και χαρούμενη που τον έχω πατέρα μου και ότι από εκείνη τη στιγμή ξαφνικά το όνειρο μου άλλαξε. Πλέον ονειρευόμουν τις κίτρινες ρίγες του μπουφάν να στολίζουν τους αδύνατους ώμους της Ελεονώρας.

Τον ακούμπησα απαλά και τον τράβηξα προς το μέρος μου.. τον κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια και τον ρώτησα ποια ήταν η γνώμη του. Τότε μου απάντησε με έναν μοναδικό τρόπο που θα άλλαζε και θα καθόριζε για πάντα τη ζωή και τις αξίες μου. Μου είπε: «Εάν πίστευα ότι θα δώσω χαρά σε κάποιον άνθρωπο θα πρόσφερα ακόμη και το ένα χέρι που μου έχει απομείνει»…Δεν το σκέφτηκα ούτε στιγμή…γυρίσαμε μαζί και σκέπασα στοργικά την Ελεονώρα με τις «ρίγες» και με ένα ζεστό φιλί στο αδύνατο μάγουλό της. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα δυο τεράστια ζεστά της μάτια.. τη λάμψη και την αγάπη που μου πρόσφερε το αθώο και γεμάτο ευγνωμοσύνη βλέμμα της εκείνη τη στιγμή.

Έκτοτε κάθε παραμονή Χριστουγέννων ήταν η μυστική μας «αποστολή». Εγώ και ο πατέρας μου για ζεστό και βουτυράτο κουραμπιέ στην κα Αθηνά. Για πολλά Χριστούγεννα μέχρι που η κουζίνα της «έσβησε» για πάντα και δεν άναψε ποτέ ξανά.

Δεν απέκτησα ποτέ τις ρίγες.. δεν συναναστράφηκα ποτέ τους καλοντυμένους συμμαθητές μου.. όχι γιατί δεν με ήθελαν εκείνοι αλλά γιατί πλέον είχα επιλέξει εγώ.. και οι επιλογές μου δεν μπορούσαν να περιοριστούν αναμεσά σε κίτρινες «ρίγες».

 *Η Βιβή Ακαρέπη είναι οικονομολόγος, το διήγημα γράφτηκε στο πλαίσιο του σεμιναρίου Δημιουργικής Γραφής στην σχολή σεμιναρίων Ανοιχτή Τέχνη, με εισηγητή τον Αλέξανδρο Ασωνίτη 

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ