Άρδην τ. 38-39, Περιοδικό Άρδην

Ένα τηλεγράφημα

 

Είμαι παιδί των Ό0s. Κι ανήκω στη γενιά των αμέτρητων τάσεων, των αναρίθμητων ιδεολογικών, κοινωνικών, πολιτικών και λοιπών πεποιθήσεων. Σ’ αυτό τον αιώνα του μηδέν και του τέλους. Στον αιώνα της μηχανικής ύπαρξης, των κουρδιστών ανθρωπάκων, των τηλεκατευθυνόμενων ενεργειών. Στον αιώνα που απαγορεύει τη μνήμη, που ανατρέπει ή νοθεύει τη γνώση και τη συλλογή πληροφοριών, στον αιώνα που παρέχει τα πάντα αλλά προωθεί τα καλά και συμφέροντα προς το σύστημα που τον γέννησε και τον θρέφει. Ωραίος αιώνας για να πεθαίνει κανείς. Και για να ζει; Άλλη ιστορία αυτή.

Πώς θα μπορούσα, λοιπόν, εγώ, γνήσιο αντιπροσωπευτικό δείγμα μιας ολόκληρης ομάδας ανθρώπων οι οποίοι τρεκλίζουν στο κράσπεδο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, να γράψω για τη Σμύρνη;

Αυτή τη μόνη πόλη που η ιστορία τη συνέδεσε ανεξίτηλα με την καταστροφή, το αίμα, τον ξεριζωμό και το υπέρτατο δείγμα του ανθρώπινου ξεπεσμού και της θηριωδίας που μπορεί να κουβαλά μέσα του το τελειότερο των φυσικών δημιουργημάτων; Υπό κανονικές συνθήκες είμαι υβριστής που τολμώ να σημειώσω τις σκέψεις μου σ’ ένα θέμα που πονά απ’ όπου κι αν το προσεγγίσει κανείς. Η μνήμη πονά. Και η γνώση πονά. Είναι κάτι ευαίσθητα πλασματάκια που τ’ ακουμπάς με τ’ ακροδάχτυλα και πετιούνται και θεριεύουν και ορμούν να σε κατασπαράξουν, θέλει περίσσια τόλμη το νοερό πλησίασμα σ’ όλα αυτά. Δεν την διαθέτω. Ας είναι, όμως. Μερικές φορές είναι καλύτερο να σε διαλύει η αλήθεια του παρελθόντος παρά να σε παραμυθιάζει επ’ άπειρον η οικτρή πλάνη του υποτιθέμενου εαρινού μέλλοντος.

Η Σμύρνη. Η Μικρά Ασία. Οι πολιτικοί άνδρες της εποχής. Η διηπειρωτική και υπερθαλάσσια Ελλάς. Τα οράματα και οι υποσχέσεις. Η προδοσία. Η φρίκη. Η γενοκτονία. Το τέλος. Και μετά η λησμοσύνη και τα μενού των εστιατορίων που τόσο αφειδώλευτα παρέχουν σουτζουκάκια σμυρναίικα. Στοπ. Σαν τηλεγράφημα. Ένα τηλεγράφημα που το έστειλε η τελευταία γυναίκα η οποία αντίκρισε τα Κιμιντένια να χάνονται στο βάθος.

Ένα ιστοριογράφημα απ’ το λαρύγγι του γέρου με τους αμανέδες. Να φτάνει στην πόρτα μου και τόσο πεισματικά να ζητά την καταχώρηση του στο κουρασμένο απ’ το σήμερα μυαλό. Δεν έμεινε χώρος για τέτοιους «ρομαντισμούς» στον αιώνα της υπερκατανάλωσης και των ιπ333 Γπβάΐ3. Δεν υπάρχουν περιθώρια για ενατένιση της ελπίδας και αν κάποιος γυρέψει στον ορίζοντα να δει τους καπνούς απ’ τα καμένα σπίτια των προσφυγών θα γεμίσει τα μάτια του με τα χαμογελαστά «Μ» των ΜacDomald’s και τις φίρμες των πολυκαταστημάτων.

Πώς συντελείται η όποια υπέρβαση; Η όποια υπέρβαση! Γιατί και η ελάχιστη φαντάζει άθλος σ’ αυτόν τον αγγελικά πλασμένο κόσμο που μας δώρισαν με απεριόριστη μεγαλοψυχία. Λοιπόν, σκέφτομαι πώς το τηλεγράφημα με την είδηση της καταστροφής αιωρείται πάνω απ’ τις ψυχές και τα κεφάλια μας απ’ το 1922 και ζητά μόνο την εκούσια ανάγνωση μας. Το τηλεγράφημα της ιστορίας δεν καταπιάνεται με αναλύσεις και πολιτικάντικες υπεκφυγές. Ουρλιάζει η ιστορία. Δόξα. Εκστρατεία. Νίκη. Κωνσταντινούπολη. Διχασμός. Σαγγάριος. Αφιόν-Καραχισάρ. Σμύρνη. Ιόνιο. Χίος, Μυτιλήνη… Στοπ. Μια γεωγραφία πίκρας και τύψεων. Μια αλληλουχία χαμένων ευκαιριών. Κι ένας γραφικός κλαυσίγελως μπροστά στην επώδυνη ανακάλυψη του ευρύτερου εαυτού μου, της διευρυμένης μου ύπαρξης, της πλατύτερης παρουσίας μου σ’ αυτό τον άθλιο αιώνα. Δεν είναι και τόσο σπουδαίο πράγμα, τελικά. Η αναγνώριση της ιστορίας, η αποδοχή και η μελλοντική εφαρμογή των διδαγμάτων της. Ή μήπως είναι;

Είναι υπέρβαση, έτσι; Άρα είναι σπουδαία και πολύπλοκη και αρκούντως επίπονη. Γι’ αυτό αξίζει.

Η κοπελιά μου είναι Μικρασιάτισσα. Πώς γίνεται; Είναι κι αυτή παιδί των Ό0s. Δεν την πρόλαβε τη Σμύρνη. Ο παππούς της πρόλαβε, όμως. Άρα κι αυτή. Άρα κι αυτή είδε τα χέρια των προσφύγων ν’ απλώνονται στα συμμαχικά καράβια, είδε τις συμμαχικές σφαίρες να σπέρνουν τη θάλασσα με κορμιά, είδε τα γιαταγάνια και τους Τσέτες που βίαζαν, είδε το κόκκινο ποτάμι να τρέχει ξανά και στο βάθος διέκρινε ένα μαρμαρωμένο πολεμιστή να ξαναπέφτει στο κρεβάτι, απογοητευμένος που δεν τα είχε καταφέρει ούτε τότε να ξεμουδιάσει. Ναι, η κοπελιά μου ήταν εκεί. Κι εγώ ήμουν. Κατά κάποιο τρόπο. Κατά κάποιο πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Μνήμη. Και γνώση. Εξεβίασα το δικαίωμα –ή παραβίασα την απαγορευτική πινακίδα- και σκάλισα με λέξεις κλειδιά και, φαινομενικά, ανούσια τοπωνυμία και φράσεις την πορεία της εξόντωσης του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Τί φρίκη! Και δεν το έκανα ούτε καν όπως θ’ άξιζε. Μα ανήκω στη γενιά μου. Στη γενιά μου, ξέρετε, η προδοσία είναι αναφαίρετο δημοκρατικό δικαίωμα και η λήθη μια καλή επιλογή προς την κοινωνική καταξίωση. Επομένως δεν πρέπει να μου ζητάτε πολλά. Μπορεί να καταρρεύσω υπό το βάρος των περιστάσεων. Δεν αστειεύομαι. Μου δίδαξαν οι σύγχρονοι μου ταγοί να καταρρέω. Και το κάνω καλά. Έμαθα.

Καλά όλα αυτά. Αλλά ας αφήσουμε για λίγο τα υπονοούμενα. Εν έτει 2002, λοιπόν, κάτω απ’ τα λάβαρα της παγκοσμιοποίησης, του τεχνικού πολιτισμού, της υπερκατανάλωσης, της ισοπεδωτικής μαζοποίησης των ατόμων και των εθνών, αρκούμαι ν’ αναπολήσω τις τεχνητές μνήμες του 1922 για ν’ αναλογιστώ όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν την εθνική επιταγή, τις παρακαταθήκες και τις αιμάτινες σφραγίδες των Ελλήνων στο πείσμα των καιρών. Τεχνητές μνήμες. Αλλά τόσο έντονες. Λάβετε γνώση. Λαμβάνουμε γνώση. Συνέχεια. Ακατάπαυστα. Οπλιζόμαστε με γνώση. Το τηλεγράφημα που έλεγα ακόμα ταξιδεύει, μετέωρο να το αδράξουν οι νεκροζώντανοι και ν’ αντιληφθούν την ύπαρξη τους.

Τόλμησα να γράψω για τη Σμύρνη, λοιπόν… Μάτωσα. Χαλάλι, όμως. Αγνοώντας τα κελεύσματα αρνούμαι πεισματικά να σπάσω τον καθρέφτη της ψυχής μου και να κρεμάσω το στερεότυπο πορτραίτο της ωραιοποιημένης καθεστηκυίας τάξης. Υποχρεώνομαι ν’ αντικρίσω όλη τη μεγαλειώδη παρελθούσα φρίκη κι αισθάνομαι αυτές τις τεχνητές μνήμες να ξυπνούν και να γίνονται αυθεντικές μέσα απ’ τη λαβυρινθώδη αναζήτηση της γνώσης και της πληροφορίας, μέσα από την αποδοχή του ιστορικού τηλεγραφήματος των νεκρών. Είμαι παιδί των ΌΟs. Αφού, όμως, η απουσία ζωντανών αναμνήσεων δεν αναιρεί τη μετοχή στη γνώση των αλλοτινών χρόνων, τελώ εν οδύνη διατηρώντας το υποχρεωτικό μου δικαίωμα στην ανακάλυψη της ιστορίας και κυρίως τέτοιων καθοριστικών στιγμών.

 

Κυριάκος Μαργαρίτης*

 

*Ο Κ. Μαργαρίτης είναι φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής της Αθήνας

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*