Λόγιος Ερμής τ.3, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Επαναστατημένη Σάμος (1805-1834)*

Η εθνική και κοινωνική συνείδηση στην επαναστατημένη Σάμο (1805-1834)

Του Γιώργου Καραμπελιά από τον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 3

Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι
βαρὺ τοῦ φόβου αἰσθάνονται,
ζυγὸν δουλείας, ἂς ἔχωσι
θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην
ἡ ἐλευθερία. [ ]

Ἰδοὺ καὶ ὁ μέγας τρόμος
τῆς Ἀσίας γῆς, ἡ Σάμος

πλέξε δι᾿ αὐτὴν τὸν στέφανον
ὑμνητικὸν καὶ αἰώνιον
λυρικὴ κόρη.

Ανδρέας Κάλβος, Εἰς Σάμον

                                                                                                       

Αν, γύρω από την ερμηνεία της φύσης της Επανάστασης του ’21, ερίζουν δύο αντιλήψεις, η μία που την θεωρεί κατ’ εξοχήν εθνικο-απελευθερωτική –άποψη την οποία συμμερίζεται και ο υποφαινόμενος– και η δεύτερη κατ’ εξοχήν «αστικοδημοκρατική», με αφετηρία τον Γεώργιο Σκληρό του Κοινωνικού μας ζητήματος[1] και τον Γιάννη Κορδάτο[2],  η σαμιακή επανάσταση αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση, όπου το κοινωνικό/διαφωτιστικό επαναστατικό στοιχείο και η εθνική διά­σταση μοιάζουν να συντίθεται σε ένα ενιαίο και αρμονικό σύνολο.

lykourgos

 Ο Λυκούργος Λογοθέτης σε πίνακα του Νικηφόρου Λύτρα (1896)

Εδώ, η απουσία Τούρκων γαιοκτημόνων, και γενικότερα η εξαιρετικά μειωμένη πα­ρουσία των Τούρκων, οδήγησε στο φαινόμενο οι προεπαναστατικές συγκρούσεις να αποκτήσουν έναν ενδοελληνικό κοινωνικό και ταυτόχρονα εθνικό χαρακτήρα, μια και οι κοτζαμπάσηδες/Καλικάντζαροι συμμαχούν απροκάλυπτα με την τουρκική εξουσία ενάντια στο λαϊκό επαναστατικό «κόμμα», τους Καρμανιόλους. Ακόμα και όταν θα εκδηλωθεί η Επανάσταση του ’21 και οι προτεραιότητες θα αντιστραφούν, με το εθνικοαπελευθερωτικό στοιχείο να γίνεται προφανώς κυρίαρχο, και πάλι οι Καλικάντζαροι θα αντιταχθούν σε μία Επανάσταση την οποία θα διεξαγάγουν αποκλειστικά οι Καρμανιόλοι και η ηγεσία τους. Κατά συνέπεια, κοινωνική και εθνική συνείδηση και ταυτότητα θα εκφραστούν εδώ σε μια ιδιαίτερη σύνθεση που αποκλίνει από την υπόλοιπη Ελλάδα. Αυτός είναι, άραγε, ο λόγος που οι κοινωνικοί αγώνες και η εθνική επανάσταση στη Σάμο είναι σήμερα αποσιωπημένοι ή μήπως συντρέχουν και άλλοι λόγοι[3];

Καλικάντζαροι και Καρμανιόλοι

Η Σάμος, στην ύστερη βυζαντινή εποχή, είχε ερημωθεί και περιγράφεται σαν έρημη χώρα[4]. Ο Κιλίτζ Αλή, χριστιανικής καταγωγής, κουρσάρος και ναύ­αρχος του οθωμανικού στόλου, μετά το 1562, εγκατέστησε εποίκους, οι οποίοι έπαι­ρναν όση έκταση γης μπο­ρούσαν να καλλιεργήσουν, ενώ απαλλάσσονταν επί επτά χρόνια από κάθε φορολογία. Μετά τον θάνατό του, το 1587, η νήσος παραχωρήθηκε στον Σεΐχ ουλ ισλάμ (θρησκευτικό ηγέτη του Ισλάμ ).

Έτσι, το 1714, κα­τοι­κού­σαν στη Σάμο 12.000-15.000 κάτοικοι[5], ενώ, μετά τα Ορλωφικά, μετανάστευσαν πολλοί από την Πελοπόννησο και το Αρχιπέλαγος, έτσι ώστε ο πληθυσμός, στην απογραφή του 1828, να καταμετρηθεί σε 29.356 κατοίκους[6]. Στην περίοδο 1680-1828, ο πληθυσμός αυξήθηκε από τις 11.200 στις 29.356,  με πυκνότητα 61,7 άτομα ανά τετρ. χλμ., όταν, την ίδια στιγμή, στην Πελοπόννησο, έφτανε μόλις τους 16 κατοί­κους ανά τετρ. χλμ.[7]

Ως διοικητής της νήσου ορίστηκε βοεβόδας, χωρίς μόνιμο τουρκικό πληθυσμό, εκτός από ελάχιστους διοικητικούς υπαλλήλους και στρατιώτες[8].

Σε κάθε χωριό, εκλέγονταν προεστοί, ιερείς και λαϊκοί ενώ τέσσερις «Μεγάλοι Προεστοί», «εκλεγόμενοι υπό του λαού», διοικούσαν από κοινού με τον βοεβόδα και τον καδή. Εξ αιτίας της μειωμένης παρουσίας των Τούρκων και του προνομιακού καθεστώτος, οι προεστοί διέθεταν τεράστιες αρμοδιότητες έτσι, γύρω από την προυχοντική εξουσία, θα αποκρυσταλλωθούν οι κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις, χωρίς τις αναστολές μιας σημαντικής τουρκικής παρουσίας.

Ωστόσο, επειδή, κατά τον 18ο αι., εντείνονται οι κοινωνικές διαφορο­ποιήσεις στην αγροτική οικονομία, ενώ η οικονομική ανάπτυξη ενίσχυσε την πα­ρουσία εμπόρων, ναυτικών και τεχνιτών, η παραδοσιακή ηγεσία του νησιού αρχίζει να αμφισβητείται και διαμορφώνονται δύο στρατόπεδα, σχηματοποιημένα στους λαϊκούς Καρμανιόλους και τους ολιγαρχικούς Καλικάντζαρους[9].

Η ρωσική διοίκηση, που είχε εγκατασταθεί στο νησί το 1771-1774, εξ αιτίας των καταπιέσεων και των υπερβάσεών της[10], μετρίασε τον ενθουσιασμό των Σαμίων για τους Ρώσους, ενώ πολλοί θα καταταγούν στα στρατεύματα του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και θα διακριθούν στη συνέχεια στο κίνημα των Καρμανιόλων και στην Επανάσταση.

Η εξέγερση των Καρμανιόλων και ο βάρδος της

Το 1812, ο λαϊκός «ριμαδόρος» Αναγνώστης Σαλαμαλέκης, περιγράφει, σε 2.100 δεκαπεντασύλλαβους στίχους, τη σύγκρουση μεταξύ των δύο μερίδων, από τη δεκαετία του 1780: πληθαίνουν οι αντιδράσεις απέναντι στις αυθαιρεσίες των κοτζαμπάσηδων, και οι Σάμιοι διαμαρτύρονται ακόμα και στις οθωμανικές αρχές. Ωστόσο, οι Καλικάντζαροι, «ἀν­τίς διά νά παύ­ω­σι μά­λι­στα ἐπλη­θαί­ναν» τις υπερβάσεις «τά δί­ναν κεῖ πού θέ­λα­σι καί τούς πτω­χούς ἐ­γδέ­ναν»:

Τριά­ντα χρό­νια καί ἐμ­πρός ἐ­κεῖ­νοι πού ἀρ­χεύ­αν

τί κά­ναν καί τί πράτ­του­σι τι­νές δέν τά ἠ­ξεύ­ραν, []

δέν εἶ­χαν τό πο­λι­τι­κό, ὀ­λί­γοι ξεῦ­ραν πέ­να.[ ]

τσ’ ἄρ­χον­τες πλιά δέν τζ’ ἤ­θε­λαν διά νά εἶν’ κε­φά­λι.

Ἔ­τζι ἐκά­ναν με­ρι­κοί σάν τούς ἀν­θρω­πο­φά­γους

καί οἱ πτω­χοί ἐ­ψή­νουν­ταν στούς ἥ­λιους καί στούς πά­γους[11].

Οι αντιδράσεις πολλαπλασιάζονται και, από το 1805-1806, οι Καρμανιόλοι κατορθώνουν να καταλάβουν την ηγεσία της αυτοδιοίκησης, την οποία θα διατηρήσουν με διαλείμματα και ανατροπές έως το 1812-1813.

Ἔ­τζι λοι­πόν ἐ­κά­να­σι τά γνω­στι­κά κε­φά­λια

δέν ξεύ­ραν πώς θά τζα­κι­σθοῦν σάν πή­λι­να τζου­κά­λια. [  ]

Λοι­πόν αὐ­τά ἐ­γί­νον­ταν ἀ­πό πε­ρίσ­σα χρό­νια

τρώ­γαν τό αἷ­μα τῶν πτω­χῶν σάν τά κα­κά τε­λώ­νια.

Τον Μάρτιο του 1807, συγκαλείται η λαϊκή επαναστατική Συνέλευση των κατοίκων από όλα τα χωριά, στην οποία συμμετείχαν «περισσοί ἔως ἑπτὰ χιλιάδες». Ένας παλιός θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης θα προσλάβει νέο επαναστατικό περιεχόμενο[12]. [Στη μεγάλη Συνέλευση, αλλά και στις τοπικές Συνόδους, συμμετέχουν όλοι οι κάτοικοι, άνδρες και γυναίκες, ενώ, στις τακτικές Συνόδους, αντιπρόσωποι από όλα τα χωριά[13]]. Στο εξής, κάθε μεγάλη στιγμή των κοινωνικών και εθνικών αγώνων θα σφραγίζεται από τη σύγκληση αυτού του υπέρτατου οργάνου της αυτοδιοίκησης, κάποιοι θα έλεγαν της άμεσης δημο­κρατίας, του «Κοινού των Σαμίων».

      Δυ­ό τρεῖς ἦ­τον ἀ­πό βρα­δύς, κι’ ὅ­σο νά ξη­με­ρώ­σῃ

γε­νῆ­καν δέ­κα κι’ ἑ­κα­τό κι’ ἀ­κό­μ’ ἄλ­λοι καμ­πό­σοι….[  ]

Καί ὁρκομώ­τη­σαν εὐ­θύς νά μήν ἀ­να­λο­γί­σουν,

νά κά­μουν αὐ­τό π’ ἀ­γα­ποῦν ἤ καί νά ξε­ψυ­χή­σουν[14].

Αμέσως το κίνημα θα ξαπλωθεί σε όλα τα χωριά:

…τέ­τοι­αν ζω­ήν τί θέ­λο­μεν, σάν ἔ­χω­μεν σκλα­βί­αν!

Ὄ­χι σκλα­βιά βα­σι­λι­κή, ἀ­μή ἀ­π’ τούς δι­κούς μας,

ἀ­π’ τούς συμ­πα­τρι­ώ­τας μας κι’ ἀ­πό τούς προ­ε­στούς μας.

Ἡ­μεῖς δὲ νά δου­λεύ­ω­μεν καί ἄλ­λοι νά τ’ ἁρ­πούσι

ἐδῶ κι’ ἐ­κεῖ κα­τά παν­τοῦ, νά τά δι­α­σκορ­πού­σι[15].

Το 1808, ο λαός βάδισε προς τη χώρα θέλοντας να φονεύσει τον βοεβόδα Μουσά αγά, που «εδείκνυτο εύνους προς τους Καλικαντζάρους». Τούρκοι, που ήρθαν από την Ασία, εξετέλεσαν δύο πρωταιτίους, τον Καψάλη και τον Λαγό, οι εξεγερθέντες όμως τους κατενίκησαν και οι Καρμανιόλοι πήραν την εξουσία, μετά από νέα συνέλευση, ενώ ο μέγας Προεστός, Μανουήλ Στεφανής, δραπέτευσε. Κοινωνικός και εθνικός αγώνας ταυτίζονται: «ὅσ’ ἦ­τον μέ τζ’ ἀ­γα­ρη­νούς ἦ­τον κα­λι­κα­τζά­ροι», «γιά ἀ­γά­πη τῆς πα­τρί­δος μας ἄς πά­γη ἡ ζω­ή μας», ενώ αντιπαρατίθενται τα διαμετρικά αντίθετα αξιακά συστήματα των αντιμαχομένων, «ἄλ­λος πο­λέ­μα γιά τι­μή κι ἄλ­λος φλω­ριά νά πά­ρῃ»:

Σή­με­ρον γεν­νη­θή­κα­με σή­με­ρον νά χα­θοῦ­μεν

καί εἰς τά χέ­ρια τοῦ Μου­σᾶ νά μήν πα­ρα­δο­θοῦ­μεν [ ]

γιά ἀ­γά­πη τῆς πα­τρί­δος μας ἄς πά­γη ἡ ζω­ή μας. [  ]

Κι ὅσ’ ἦ­τον μέ τζ’ ἀ­γα­ρη­νούς ἦ­τον κα­λι­κα­τζά­ροι,

ἄλ­λος πο­λέ­μα γιά τι­μή κι ἄλ­λος φλω­ριά νά πά­ρη[16].

Οι Τούρκοι ηττώνται και διαφεύγουν στη Μικρά Ασία, ενώ ο Μουσά συλλαμβάνεται μαζί με τους άνδρες του, και εκλιπαρεί να του χαρίσουν τη ζωή, όπως και έγινε. Με τη χρήση της βίας αλλά και της κατάλληλης τακτικής, οι Καρμανιόλοι θα υποχρεώσουν την τουρκική εξουσία να διορίσει νέον βοεβόδα, τον Βελή αγά, ο οποίος, «ήτο νευρόσπαστον των Καρμανιόλων, πράγματι κεκτημένων ἥν εκείνος ονόματι μόνον είχε εξουσίαν»[17].

 Το 1813, οι Καλικάντζαροι επανήλθαν στην εξουσία, ενώ οι αρχηγοί των Καρμανιόλων εγκατέλειψαν το νησί, «οι δε Καλικάντζαροι την αρχήν καταλαβόντες, απέδωκαν τα ίσα, δημεύσαντες τα των Καρμανιόλων κτήματα, απαραλλάκτως όπως συνέβαινε το πάλαι εν Σάμω επί του Πελοποννησιακού πολέμου κατά την μεταξύ της ολιγαρχικής και δημοκρατικής μερίδος πάλην»[18].

Ο ηγέτης

Ο ηγέτης της σαμιακής επανάστασης, Λυκούργος Λογοθέτης (1772-1850), μία από τις σημαντικότερες επαναστατικές μορφές του ’21, όταν ξέσπασε η επανάσταση, διέθετε ήδη πλούσιο επαναστατικό παρελθόν και πολύμορφη εμπειρία. Το αρχικό όνομά του ήταν Γεώργιος Παπλωματάς, από το επάγγελμα του πάμπτωχου πατέρα του. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στην Πορφυριάδα Σχολή και, έφηβος ακόμα, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, στον κληρικό και αγιογράφο αδελφό του πήρε μαθήματα φιλοσοφίας και γραμματικών, ενώ, μετά το 1795, θα ζήσει στο Βουκουρέστι, αρχικά ως γραμματέας του Κωνσταντίνου Υψηλάντη και, εν συνεχεία, νεαρότατος, δεύτερος λογοθέτης του Αλέξανδρου Σούτσου.

Όταν ο ηγεμόνας επέστρεψε, το 1802, στην Κωνσταντινούπολη, τον ακολούθησε και ο Λογοθέτης, έχοντας αποκομίσει μεγάλη πολιτική εμπειρία, και έχοντας μάθει λατινικά και ιταλικά. Επιστρέφει στη Σάμο και συγκρούεται με τους «τυραννόφρονες», προεστούς και Τούρκους, οι οποίοι πέτυχαν σε μία πρώτη φάση την αποπομπή του, παρότι διέθετε ισχυρούς υποστηρικτές και ο Πατριάρχης Καλλίνικος Ε’ (1801-1806, 1808-1809), με επιστολή του στον αρχιεπίσκοπο Σάμου Δανιήλ, επαινεί τον Λογοθέτη και επικρίνει την «απανθρωπίαν και αφιλοκαλίαν των πρου­χόντων Σαμίων»[19]. Διορίζεται Καπού-Κεχαγιάς (εκπρόσωπος της Σάμου στην Κωνσταντινούπολη), όμως, οι Καλικάντζαροι παρεμβαίνουν στην Πύλη, και δεν θα απέφευγε τον θάνατο αν ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης δεν δωροδοκούσε με 74.000 γρόσια τον Σεΐχ-ουλ-Ισλάμ, και ο Λογοθέτης απλώς εξορίζεται στον Άθωνα[20]. Ας ακούσουμε για μια ακόμα φορά τον Αναγνώστη Σαλαμαλέκη:

Τόν Λο­γο­θέ­τη ζή­λευ­σαν πώς εἶ­χε πο­λι­τεί­αν

καί εἶ­χε καί τήν μά­θη­σιν κι εἶ­χε καί τήν ἀ­ξί­αν.

Σέ μί­λη­μα, σέ γρά­ψι­μο πολ­λά ’ναι προ­κομ­μέ­νος

Καί με­σ’ στήν Πό­λιν ἔ­τι δέ εἶ­ναι ­πε­φη­μι­σμέ­νος.[ ]

Οἱ ἄρ­χον­τες τόν φθό­νη­σαν κι’ ἔ­κα­μαν ὁ­μι­λί­α

καί εἰς τήν Πό­λιν ἔ­γρα­ψαν πᾶ­σαν κα­τη­γο­ρί­α.

Στο Άγιον Όρος, γνωρίζεται με τον επίσης εξόριστο Γρηγόριο Ε΄, ενώ, το 1811, επιστρέφει στη Σάμο και αναδεικνύεται προεστός. Οι Καλικάντζαροι ανακατακτούν την εξουσία και τον διαβάλλουν στους Τούρκους. Διαφεύγει και πάλι, μεταμφιεσμένος, ενώ, μετά από περιπέτειες, φθάνει στην υπό γαλλική διοίκηση Κέρκυρα για να επιστρέψει λίγο μετά στην Κωνσταντινούπολη και στη Σάμο. Συλλαμβάνεται, κατορθώνει να αφεθεί ελεύθερος, πάλι με δωροδοκία, κρύβεται για μήνες στα βουνά του νησιού και, εν τέλει, κατα­φεύγει στη Σμύρνη, όπου επαγγέλλεται τον γιατρό ή κατ’ άλλους τον φαρμακοποιό. Εκεί θα γίνει μέλος της Φιλικής Εταιρείας και θα πάρει το νέο του όνομα, Λυκούργος! [21]

Από τον Απρίλιο του 1821 μέχρι το 1834, όσο θα διατηρηθεί ελεύθερη η Σάμος, ο Λογοθέτης θα παραμένει ο αδιαμφισβήτητος και αγαπημένος ηγέτης των Σαμιωτών που, υπό την ηγεσία του, θα αποκρούσουν και όλες τις απόπειρες των Τούρκων να ανακαταλάβουν τη Σάμο, η οποία απέχει ελάχιστα από τη μικρασιατική ακτή. Ο Λογοθέτης, πρώτος σε όλη την Ελλάδα, εισήγαγε, τον Μάιο του 1821, ένα πολιτειακό σχήμα τον «Στρατοπολιτικό Διοργανισμό», που θέσπιζε την καθολική ψηφοφορία και καθιέρωνε τη «λογοδοσία» των πολιτειακών οργάνων στο εκλογικό σώμα, μεταβάλλοντας την «κοινότητα» σε όργανο λαϊκής κυριαρχίας[22]. Η εκτελεστική εξουσία ήταν μονοπρόσωπη, συνδυάζοντας την άμεση δημοκρατία, στο επίπεδο λήψης αποφάσεων, και την αποτελεσματικότητα στην εκτέλεση.

Στη διάρκεια αυτών των χρόνων, δεν θα πάψουν οι συγκρούσεις με την ελληνική κυβέρνηση και τους εκπροσώπους της, ιδιαίτερα μετά την τραγωδία της Χίου, η οποία θα αποδοθεί από αρκετούς στην «αποκοτιά» του Λυκούργου και των Σαμίων[23]. Τον Ιούνιο του 1822, ο Λογοθέτης θα συλληφθεί στο Άργος, και ο έπαρχος Κυριακός Μώραλης θα προσπαθήσει, σε συνεργασία με τους Καλικάντζαρους, να κάμψει το επαναστατικό φρόνημα των κατοίκων. Ωστόσο, ήδη από την 8η Δεκεμβρίου του 1822, οι αντιπρόσωποι των δεκαοκτώ χωρίων, «τὸν προ­ε­κλε­χθέν­τα καὶ προ­συ­στη­θέν­τα ἔ­παρ­χον τῆς πα­τρί­δος ἀ­πό τοῦ νῦν ἀ­πο­φα­σί­ζου­σι ὡς πε­ριτ­τόν, ὡς ἄ­χρη­στον»[24], ενώ η απόκρουση των αποβατικών οθωμανικών δυνάμεων, τον Ιούλιο του 1824, και η ναυμαχία του Γέροντα θα οδηγήσουν στην επιστροφή του Λογοθέτη και την εκ νέου επιβολή του Στρατοπολιτικού Διοργανισμού.

Ο Διοργανισμός θα μείνει ανενεργός για δύο χρόνια επί Καποδίστρια, με συναίνεση των Σαμίων,  θα διοριστεί διοικητής ο Ιωάννης Κωλέττης, ενώ ο Λυκούργος θα διοριστεί διοικητής Λακωνίας και Μεσσηνίας έως το 1830. Εν τούτοις, επειδή η Σάμος έμεινε εκτός των ορίων του ελληνικού κράτους, οι Σάμιοι ίδρυσαν την ανεξάρτητη Σαμιακή Πολιτεία, το 1830 επανεισήγαγαν τον Διοργανισμό και συνέχισαν να αγωνίζονται μέχρι το 1834 για να ενωθούν με την Ελλάδα[25].

Ο Λογοθέτης αγωνίστηκε μέχρι τέλους να αποφευχθεί κάθε άμεση σχέση της Σάμου με την Πύλη και να καταβάλλεται φόρος απ’ ευθείας στις εγγυήτριες δυνάμεις ο όρος του δεν έγινε δεκτός και έτσι αρνήθηκε την προσφερόμενη σε αυτόν ηγεμονία, δηλώνοντας πως «εις το γήρας δεν γίνομαι προδότης της πατρίδος μου». Αμέσως μόλις διελύθη η Συνέλευση, που είχε αποφασίσει τη συνέχιση του αγώνα, είκοσι εννέα «Καλικάντζαροι» υπέγραψαν έγγραφο υποταγής καλώντας τον τουρκικό στόλο να προστατεύσει τους «πιστούς υπηκόους» του σουλτάνου! [26]

Ο Λυκούργος θα αποχωρήσει εν τέλει από το νησί, μαζί με δύο χιλιάδες μαχητές και τις οικογένειές τους, που θα εγκατασταθούν στη νότιο Εύβοια. Θα χρηματίσει εν συνε­χεία σύμβουλος επικρατείας και γερουσιαστής, και θα πεθάνει το 1850 στην Αθήνα. Μετά τον θάνατο του, βρέθηκε μια περίληψη της Ερμηνείας της Αποκάλυψης του Κύριλλου Λαυριώτη[27].

Ο Λογοθέτης, ως «καρμανιόλος» και Φιλικός, συνδύαζε το κοινωνικό και εθνικό στοιχείο του αγώνα, ενώ, ως οπαδός της γαλλικής Επανάστασης και «αγιορίτης» ή «λογοθέτης» στις αυλές των Φαναριωτών, αντλούσε ταυτόχρονα από το σύνολο σχεδόν των διαφορετικών παραδόσεων που άρδευαν τον προεπαναστατικό και τον επαναστατημένο ελληνι­σμό.

Η επαναστατική ηγεσία

Ο Λογοθέτης είχε μαζί του τη συντριπτική πλειοψηφία των Σαμιωτών, που συντάχθηκαν ενεργά με την Επανά­σταση, όπως είχαν πάρει το μέρος των Καρμανιόλων στις συγκρούσεις που είχαν προηγηθεί. Αυτοί στελέχωσαν τις τέσσερις χιλιαρχίες που αντιμετώπισαν όλες τις τουρκικές επιβουλές, ενώ τους επικουρούσαν οι ονομαστές για την ανεξαρτησία και το θάρρος τους γυναίκες της Σάμου.

Οι αξιωματικοί των χιλιαρχιών έφεραν περικεφαλαία, από δέρμα και σίδηρο, με σταυρό, και τα αρχικά ΗΕΗΘ (ή ελευθερία ή θάνατος). Χαρακτηριστικές είναι οι προσωπικότητες των χιλίαρχων:

Στην πρώτη, ο γαμβρός του Λογοθέτη, καπετάν Σταμάτης Γεωργιάδης, είχε χρηματίσει δεύτερος καπετάνιος στον περιβόητο κουρσάρο Νικόλα Κεφάλα ενώ είχε φτάσει μέχρι τη Βραζιλία[28]. Καταγόταν από οικογένεια προεστών[29], και είχε δώσει στα παιδιά του αρχαιοελληνικά ονόματα, Λεωνίδας, Ηρακλής και Κλεοπάτρα[30].

Ο Μανώλης Μελαχροινός, χιλίαρχος του Μεχμέτ-Αλή στην Αίγυπτο, εναντίον των Μαμελούκων, και φαλαγγάρχης του Ναπολέοντα, σκοτώθη­κε στον εμφύλιο, τη δε χιλιαρχία του ανέλαβε ο Μανώλης Αγγελινίδης, που είχε πολεμήσει στον ρωσο-τουρκικό πόλεμο και, υπό τον  Ναπολέοντα, στην Αίγυπτο.

Ο Κωνσταντής Λαχανάς (1769-1842), διοικητής της τρίτης Χιλιαρχίας, πολέμησε στην Αίγυπτο το 1798 ενώ, στα 1805, εντάχθηκε στην κλέφτικη ομάδα του Νικοτσάρα. Σε μάχη, στον Στρυμώνα, διέσωσε την ομάδα από τον κλοιό χιλιάδων αντιπάλων και η περιοχή πήρε το όνομά του. Καπετάνιος στο ιδιόκτητο σκάφος του, «Πυθαγόρας», μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και κήρυξε πρώτος την επανάσταση, στις 18 Απριλίου 1821[31].

Και ο τέταρτος χιλίαρχος, ο Κωνσταντής Κονταξής, χρημάτισε καπετάνιος κουρσάρικου.

Από αξιόπιστες πηγές γνωρίζουμε πως, από 215 καρμανιόλους,  72 ήταν καραβοκύρηδες, 54 έμποροι, 39 τεχνίτες, 15 μοναχοί-ιερομόναχοι, 31 εκλεγμένοι αντιπρόσωποι, ένας ιατρός, δύο λογιότατοι, ένας τσομπάνης[32]. Προφανώς, οι αγρότες δεν είχαν καταγραφεί, ωστόσο είναι συντριπτική η παρουσία εμπόρων, καραβοκύρηδων, τεχνιτών κ.λπ. Και κάτι ανάλογο μαρτυρεί και η βιογραφία των γνωστότερων ηγετών του κινήματος:

O Χριστόδουλος Μπαρμπούνης, έμπορος από το Βαθύ, από τους πρώτους ηγέτες των Καρμανιόλων μαζί με τον καραβοκύρη Χατζή Μιχάλη Αργύρη, ξεσήκωσαν τους κατοίκους στην επαναστατική σύνοδο του Μαρτίου 1807, η οποία ανέ­τρεψε τους Καλικάντζαρους, και, επικεφαλής εξακόσιων ενόπλων, κατενίκησαν τους Τούρκους και συνέλαβαν τον Χατζή Μουσά. Ο Μπαρμπούνης θα δολοφονηθεί από τους Καλικάντζαρους, τον Οκτώβριο του 1822[33].

Ο Χατζή Μιχάλης Αργύρης, μετά την εκδίωξη του Μώραλη, τον Δεκέμβριο του 1822, εκλέγεται πρώτος «Κοινός Κριτής» τον Απρίλιο του 1824, φυγάδες Καλικάντζαροι, σε επιδρομή τους, λαφυραγώγησαν το σπίτι του Αργύρη[34] και έβαλαν φωτιά στο σπίτι του Λαχανά προτού αποκρουστούν με  βαρύτατες απώλειες.

Ο Χριστόδουλος Καψάλης, πεπαιδευμένος έμπορος από τον Παγώνδα, εκλέχθηκε το 1808, σε ηλικία 28 ετών, «Μεγάλος Προεστός». Το 1818-1819, μυείται στη Φιλική Εταιρεία, ενώ το 1822 εκλέγεται αντιπρόσωπος στην πρώτη Εθνοσυνέλευση.

Ο Χατζή Νικόλας Κατεβαίνης ήταν έμπορος και ένας από τους χρηματοδότες του Λογοθέτη, ο Διάκο-Δημήτρης Παπαντώνης ήταν καραβοκύρης, ο Χατζηγιαννάκης Καπετανής, έμπορος-καραβοκύρης, ο Μανόλης Καραγιάννης, έμπορος, ο Αναγνώστης Αμοι­ρίσας, κτηματίας-έμπορος κ.λπ.

Η παιδεία και οι λόγιοι

Όπως αναφέρει ο Μανόλης Βουρλιώτης, μέχρι τα μέσα του 18ου αι., η παιδεία βρισκόταν σε εμβρυώδες επίπεδο και συντηρούνταν στα μοναστήρια. Μαρτυρείται ένα σχολείο, το 1587, και ένα άλλο, στη Χώρα, κατά το 1757[35] ενώ, από τα τέλη του 18ου αι., ιδρύονται «παιδαγωγεῖα» σε όλα τα μεγάλα χωριά και κώμες[36]. Η σημαντικότερη ήταν η Πορφυριάς, που ίδρυσε ο επίσκοπος Τυρολόης Πορφύριος (1701-1781), στο Καρλόβασι διακοσμημένη με αρχαία ανάγλυφα και επιγραφές, περιλάμβανε και μια διώροφη σειρά δωματίων για διδασκάλους και μαθητές, από τα χωριά της Σάμου ή «αλλοδαπούς»[37].

Για ευρύτερες σπουδές, κατευθύνονται στην Πάτμο, τη Χίο, τις Κυδωνίες και τη Σμύρνη, αλλά ελάχιστοι βγαίνουν στην Ευρώπη. Ένας από αυτούς, ο Ιώσηπος Δούκας, σπούδασε ιατρική και στο Παρίσι, ήρθε σε επαφή με τον Κοραή, ενώ δημοσίευε πολύ συχνά κείμενά του στον Ερμή τον Λόγιο[38]. Στο πρώτο από αυτά, τον Οκτώβριο του 1816,  υπενθυμίζει πως η αλληλοδιδακτική «λαγκαστριανή» μέθοδος διδασκαλίας εφαρμοζόταν στην αρχαία Σπάρτη και στην Αθήνα του 1675, όπως την περιέγραψε o De la Guilletière:

… ἡ Μέ­θο­δος αὕ­τη εἶ­ναι πα­τρι­κὴ ἠ­μῶν κλη­ρο­νο­μί­α [ ] εἶ­ναι λοι­πὸν κα­ται­σχύ­νη ἡ­με­τέ­ρα, φίλ­τα­τοι ὁ­μο­γε­νεῖς, ἐ­ὰν τὴν ἀ­ναγ­και­ο­τά­την ταύ­την Μέ­θο­δον, ἥ­τις εἶ­ναι εὕ­ρε­σις τῶν ἐν­δό­ξων ἠ­μῶν προ­γό­νων, ἀ­με­λῶ­μεν τοῦ νὰ εἰ­σά­ξω­μεν εἰς τὰ σχο­λεῖ­α τῆς δυ­στυ­χοῦς ἠ­μῶν πα­τρί­δος[ ][39].

Από τους Σαμίους συνδρομητές δύο βιβλίων μπορούμε να συναγάγουμε ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα. Στο πρώτο –ο Αγάθων του Βεϊλάνδου, σε μετάφραση Κούμα (1814)– αναφέρονται εφτά συνδρομητές, ανάμεσά τους ο αρχιεπίσκοπος Δανιήλ, δύο δάσκαλοι της Πορφυριάδας, ο Θεοδόσιος Φραγκόπουλος –μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Σάμου– ο Αντώνης Γεωργιάδης, αδελφός του Σταμάτη, στέλεχος των Καρμανιόλων. Για τα Γραμματικά του Κωνστ. Οικονόμου (1817),  είχαν προεγγραφεί εικοσιδύο συνδρομητές, μεταξύ των οποίων έξι κληρικοί, ο Αντώνης Γεωργιάδης, ο Ιωάννης Λεκάτης, οι Μανώλης Μελαχροινός, Ιωάννης Διακολιάς και Σεβαστός Γιαγάς, χιλίαρχος και υποχιλίαρχοι στον επαναστατικό στρατό[40], και «ἡ φι­λο­γε­νε­στά­τη κυ­ρί­α Ἀν­νέ­τα Δοῦ­κα», μητέρα του Ιώσηπου.

..και οι 11 συνδρομητές που ταυτίστηκαν, χωρίς να υπολογιστούν οι επτανήσιοι πάροικοι, ανήκαν ή συμπαθούσαν το κίνημα των Καρμανιόλων. [ ] …στους καταλόγους[ ] δεν απαντάται κανένας από την παράταξη των Καλικαντζάρων[41].

Σημαντική υπήρξε η παρουσία και ο ρόλος των γυναικών στο κίνημα, γεγονός που συνδέθηκε με τη σαμιακή κοινωνία συνολικά[42]. Η Φωτεινή Σπάθη, «λογία κόρη και ποιήτρια», μεταφράστρια του Βολταίρου, μέλος των ηγετικών κύκλων της σαμιακής επανάστασης[43], είχε εκπαιδευτεί στη Σμύρνη και γνώριζε «καλά Ελληνικά» και γαλλικά, ενώ πιθανότατα είχε μεταφράσει και τη Φαίδρα του Ρακίνα[44].

Στη Σάμο, ο φωτισμός συνδέεται άμεσα με το κίνημα των Καρμανιόλων και εντάσσεται στο επαναστατικό κίνημα. Σχεδόν όλοι οι ηγέτες της επανάστασης υπήρξαν υποστηρικτές της «φιλοσοφίας» και στην «ηγετική ομάδα» της συμμετείχαν, όπως θα δού­με, οι γνωστότεροι λόγιοι, ο Ιωάννης Λεκάτης και ο Γεώργιος Κλεάνθης, ο οποίος γράφει σε ένα εφηβικό ποίημα του, το 1818-1819 :

Ἔως πότε τυραννία /Ἔως πότε ἀμαθεία

τῶν κακῶν ὁ ἀρχηγὸς /Ζήτω ἡ φιλοσοφία

προχωρείτω ἡ παιδεία/ τῶν καλῶν ἡ χορηγὸς![45]

Ο λόγιος

Ο Ιωάννης Λεκάτης (1778-1860), γιος ιερέα, σπούδασε στην Πορφυριάδα Σχολή, στην Πάτμο και τη Χίο, όπου έμαθε ιταλικά και γαλλικά. Στη συνέχεια, χρημάτισε γραμματέας του αρχιεπισκόπου Κύριλλου. Η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία τον βρήκε στη Χίο όπου βρισκόταν για σπουδές[46]. Επέστρεψε αμέσως στη Σάμο, όπου προσπάθησε να παρασύρει ορισμένους προεστούς να κηρύξουν την επανά­σταση στο νησί, αλλά αυτοί «εξέλαβον  τους λόγους του ως πυρεσσούσης κεφαλής υπηνέμια αποκυήματα»[47]. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, ορίστηκε Γραμματέας του Γενικού Διοικητηρίου, με Διοικητή τον Λυκούργο Λογοθέτη, ενώ χρημάτισε πληρεξούσιος στην Τρίτη Εθνοσυνέλευση του 1825 και, επί Καποδίστρια, Γενικός Αστυνόμος της Σάμου[48]. Όταν, μετά το 1830, αποφασίστηκε από τις εγγυήτριες δυνάμεις να μην περιληφθεί η Σάμος στο νέο κράτος, διαμορφώθηκαν  τρεις πτέρυγες: οι καλικάντζαροι  υποστήριζαν την αποδοχή της υποταγής στην τουρκική επικυριαρχία, ο Λογοθέτης πρότεινε αποδοχή του καθεστώτος της αυτονομίας, χωρίς σχέσεις με την Τουρκία, ενώ η τρίτη άποψη, την οποία υποστήριζε και ο Λεκάτης (για πρώτη φορά σε σύγκρουση με τον Λογοθέτη), δεν δεχόταν καμία λύση εκτός από την ένωση[49].

Το 1831, αγόρασε τυπογραφείο και ανάμεσα στα βιβλία που τύπωσε ήταν και η τραγωδία του Βολταίρου, Ο Φανατισμός ή ο προφήτης Μωάμεθ, σε μετάφραση της Φωτεινής Σπάθη. Εν τέλει, θα συμπορευτεί με τον Λογοθέτη στην εξορία, μετά το 1834, ενώ τον ίδιο χρόνο, γράφει τη Συνοπτική περιγραφή της Ν. Σάμου[50]. Επέστρεψε στη Σάμο σε προχωρημένη ηλικία, επί ηγεμονίας Βογορίδη, και συμμετείχε, το 1849, στον μεγάλο επανα­στατικό αγώνα για την ανατροπή του ηγεμόνα. Ήταν η τελευταία μεγάλη καρμα­νιό­λικη επανάσταση. Πράγματι, στις 7 Σεπτεμβρίου 1849, οι 88 πληρεξούσιοι «κωμοπόλεων και χωρίων», σε Γενική Συνέλευση στον Πύργο, ανακήρυξαν τον Λεκάτη πρόε­δρο της «Γενικῆς τῶν Σαμίων Συνελεύσεως». Στις 13 Σεπτεμβρίου, ο Λεκάτης προτείνει στη Συνέλευση, που γινόταν μέσα στον ναό της «Παναγίας» του χωριού Πύργος, να ψηφιστεί η καθαίρεση του τυράννου Βογορίδη. Επειδή ορισμένοι αντιπρόσωποι φοβήθηκαν να υπογράψουν, ο νεαρός Αλέξης Αλέξης, γιός καρμανιόλου, έκλεισε τις πόρτες της εκκλησίας μέχρις ότου υπογράψουν όλοι. Ο Βογορίδης, όμως, είχε τη στήριξη της αγγλικής πρεσβείας και οι Τούρκοι έστειλαν στρατεύματα για να καταστείλουν την εξέγερση.

Εν τέλει, οι Τούρκοι χορήγησαν γενική αμνηστία από την οποία εξαιρούσαν τον Αλέξη, οκτώ ηγέτες της εξέγερσης και τον Λεκάτη, ως πρόεδρο της «Προσωρινής Διοικητικής Επιτροπής», τον οποίο καλούσαν να εγκαταλείψει τη Σάμο, ενώ οργάνωσαν μυστική επιχείρηση για τη σύλληψή του, την 1η Απριλίου 1850.  Αμέσως, ξέσπασε ένοπλη εξέγερση στο νησί και εξακόσιοι ένοπλοι Σάμιοι, με αρχηγό τον Αλέξη, κύκλωσαν το λιμάνι απαιτώντας την απελευθέρωση του Λεκάτη. Οι συγκρούσεις διήρκεσαν τέσσερις ημέρες και σκοτώθηκαν δύο από τους οπλαρχηγούς των επαναστατών, ενώ οι Τούρκοι είχαν 33 νεκρούς και 100 τραυματίες.

Τελικώς, στις 7 Απριλίου, μετέφεραν τον γηραιό επαναστάτη δέσμιο στις φυλακές της Πόλης, όπου κινδύνεψε να πεθάνει από αιματουρία εξ αιτίας των ξυλοδαρμών. Πλέον όμως, οι ίδιοι οι Εγγλέζοι οργάνωσαν την αποχώρηση του Βογορίδη, στις 20 Μαΐου 1850. Ήταν η τελευταία επανάσταση των Καρμανιόλων, η οποία είχε εν τέλει στεφθεί με επιτυχία, και οι νέοι ηγεμόνες θα χρησιμοποιήσουν τον Λεκάτη ως δικαστικό και συντάκτη νόμων. Η τελευταία του ενέργεια πριν πεθάνει, το 1860, ήταν η σύνταξη «Απανθίσματος εγχωρίων Νόμων με βάσιν την Γαλλικήν Νομοθεσίαν, το Ρωμαϊκόν δίκαιον και την Εξάβιβλον του Αρμενοπούλου»[51].

Ο «ποιητής»

Ο ποιητής της επανάστασης ήταν ανιψιός του Λυκούργου Λογοθέτη, ο Γεώργιος Διακογεωργίου(1801-1839), γνωστός ως Κλεάνθης, από το ψευδώνυμό του στη Φιλική Εταιρεία. Ο Κλεάνθης σπούδασε στην Πορφυριάδα  και στο Φιλολογικό Γυμνάσιο της  Σμύρνης, όπου ακολούθησε τον θείο του,  και ταξίδεψε στη Γαλλία και την Ιταλία. Το 1819, υπηρέτησε ως γραμματέας του Μητροπολίτη Κυρίλλου από το 1821 έως το 1828, χρημάτισε γραμματέας του Κοινού της Σάμου, ενώ συμμετείχε και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις με το νεότευκτο σκάφος «Αχιλλέας» του Σταμάτη Γεωργιάδη[52], του οποίου θα νυμφευτεί την κόρη, Κλεοπάτρα. Από το 1830 έως το 1833, ήταν Γραμματέας των Σαμιακών Ε­θνοσυνελεύσεων και συμμετείχε στην ηγεσία της αδιάλλακτης «μερίδας»[53].

Το 1834, όταν τα τουρκικά στρατεύματα αποβιβάζονται στο νησί, ανακηρύσσεται πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής στην ΙΑ΄ Γενική Συνέλευση. Η τελευταία του προκήρυξη, απευθυνόμενη στον αρχηγό των τουρκικών στρατευμάτων, Χασάμπεη, διακηρύσσει:

Τὸ φο­νά­ζο­με χι­λιά­δαις μυ­ριά­δαις φο­ρὲς σὲ ὅ­λαις τὶς συ­νε­λεύ­σεις μας ὅ­τι ἐ­μεῖς δὲν προ­σκυ­νοῦ­με, ἀλ­λὰ θὰ με­τα­να­στεύ­σω­με εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα. Φεύ­γο­με, φεύ­γο­με, δὲν προ­σκυ­νοῦ­με…[54]

Ο Κλεάνθης πέθανε στην Κάρυστο, σε ηλικία 38 ετών. Ήταν ο βάρδος της επανάστασης του 1821, με ποιητικό έργο που πολλοί παρομοίασαν με εκείνο του Κάλβου. Στο έμμετρο δράμα, Χαρίδημος ο Σάμιος[55], τονίζει:

Κάλλιο κλαρὶ παρὰ κλουβὶ μὲ διαμαντένιαις πέτραις,[  ]

Ὡς πότε θὰ τὸ γράφωμε, ὡς πότε θὰ τὸ λέμε;

Ραγιάδες δὲν γινόμασθε, Τοῦρκο δὲν προσκυνᾶμε![56]

Το έργο αναφέρεται στον αγώνα για την ένωση με την Ελλάδα και, όπως καταδεικνύει ο Β. Πούχνερ, ο Κλεάνθης επέλεξε αυτή τη μορφή «προπαγάνδας» διότι, στη Σάμο, είχαν ήδη πραγματοποιηθεί θεατρικές παραστάσεις όπου πιθανότατα είχε ήδη συμμετάσχει ο ίδιος καθώς και η έφηβη γυναίκα του, Κλεοπάτρα[57].

Σε όλους τους στίχους του της τελευταίας περιόδου,  διαφαίνεται η έντονη νοσταλγία του για τη Σάμο, όταν ζούσε εξόριστος στην Εύβοια,:

Στ’ ἀκρογιάλι ρωτῶ τῆς Μυκόνου

καὶ ἡ ἠχὼ μ’ ἀπαντάει βραχνά:

–Εβασίλεψ’ ὁ ἥλιος τῆς Σάμου

στὶς Καρύστου τὰ μαῦρα βουνὰ.

Η στάση ζωής του διαγράφεται με ενάργεια στους στίχους που ακολουθούν :

Ἢ δοξασμένος ἀποθνῄσκω,

ἢ ζῶ συντρίβων καὶ πατῶν

τοῦ ἐπαράτου Βογορίδου

τὸν ἀνυπόφορον ζυγὸν[58].

Τα «φλογισμένα ράσα»

Πουθενά αλλού, ίσως, αυτή η τετριμμένη έκφραση δεν ανταποκρίνεται τόσο στην πραγματικότητα όσο στη Σάμο. Όντως, στο πλευρό του Λογοθέτη, δίπλα στο ξίφος, την πέννα και τη λύρα, θα βρεθεί και το «ράσο». Η σχέση των Καρμανιόλων με την εκκλησία οφείλει τα μέγιστα στον προκάτοχο του Κυρίλλου, τον αρχιεπίσκοπο Δανιήλ Κομνηνό (1743-1815), προκαθήμενο για πολλά χρόνια της εκκλησίας, από το 1784. Ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος (1780-1850), που τον διαδέχτηκε, το 1815, καταγόταν από τα Τρίκαλα και υπήρξε μαθητής του Κοσμά του Αιτωλού.

Αν και αντίπαλος των Καλικαντζάρων, διέθετε ισχυρούς προστάτες στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε ζήσει επί πολλά χρόνια.

Όταν ο Πατριάρχης εξέδωκε τον αφορισμό της Επανάστασης, ο Κύριλλος αρνήθηκε να τον κοινοποιήσει, ως προϊόν βίας, παρά τις πιέσεις των Καλικαντζάρων. Συμμετείχε ενεργά στην Επανάσταση, ως μέλος της Φιλικής, ευλόγησε τη σημαία της και, φορώντας κοκκινωπή φουστανέλα και ζωσμένος τα φυσεκλίκια, συμμετείχε αυτοπροσώπως στις μάχες. Γι’ αυτό και κυκλοφόρησε και σχετικό δίστιχο:

Μιὰ νέα βγῆκε μόδα στὴν Ἁγιά-Παρασκευή,

Ἔγινε ὁ Δεσπότης λιάπης, ἔβαλε καὶ τὸ σπαθὶ[59].

Πολλοί ιερείς και μοναχοί του νησιού βρίσκονταν δίπλα στους επαναστάτες. Χαρακτηριστικός ο περιπετειώδης βίος του λογίου ιερομόναχου Ιγνάτιου, ο οποίος γεννήθηκε στα Κύθηρα το 1770/75, ήρθε στη Σάμο μαζί τον αδελφό του, τον μετέπειτα αρχιεπίσκοπο Σάμου Θεοδόσιο, και εκπαιδεύτηκε στην Πάτμο και τη Χίο. Το 1821, η Επανάσταση τον βρήκε δάσκαλο στην Ελληνική Σχολή Βαθέως. Επειδή οι επαναστάτες είχαν έλλειψη από μπαρούτι, μαζί με τους μαθητές του, με τις στοιχειώδεις γνώσεις χημείας του, κατασκεύασε πυρίτιδα[60]. Ως  ηγούμενος της μονής Ζωοδόχου Πηγής, εξορίστηκε το 1841 για στάση εναντίον του ηγεμόνα Βογορίδη και εν τέλει θανατώθηκε από τους Τούρκους, κατά τη διάρκεια του κινήματος του 1849-1850[61].

Μετά από πρόταση του Ιωάννη Λεκάτη, το 1829, τα περισσότερα μοναστήρια δέχθηκαν να αναλάβουν τα έξοδα των σχολείων του νησιού. Γενικότερα, δεδομένης της έλλειψης πλουσίων εμπόρων, η εκπαίδευση θα παραμένει αποκλειστική μέριμνα της Εκκλησίας μέχρι την Επανάσταση.

 Στη Σάμο, σύμφωνα με εκκλησιαστική απογραφή του 1830, υπηρετούσαν 153 ιερείς, 83 ιερομόναχοι, 13 ιεροδιάκονοι και 86 μοναχοί[62], ένα σημαντικό ποσοστό των οποίων συμμετείχε ενεργά στο επαναστατικό κίνημα και, το 1834, αποχώρησαν από τη Σάμο του­λάχιστον 28 καταγεγραμμένοι στους καταλόγους κληρικοί[63].

Η σχέση της τοπικής Εκκλησίας με την Επανάσταση έχει τις ρίζες της στο ίδιο το κίνημα των Καρμανιόλων, και ίσως αποτέλεσε συστατικό στοιχείο της ίδιας της ανάπτυξής του. Ο Αλέξης Σεβαστάκης, ερευνητής του κινήματος, τονίζει:

Το κίνημα των Καρμανιόλων ηγεμονεύει ιδεολογικά όχι μόνο στην συλλογική συνείδηση, αλλά και στο χώρο της εκκλησιαστικής συσσωμάτωσης. Ο αρχιεπίσκοπος Σάμου, οι Η­γού­μενοι των μονών, η στρατιά των μοναχών και ο εφημεριακός κλήρος καλύπτουν με το κύρος της ορθοδοξίας και της επί αιώνες πνευματικής παρουσίας τους την επαναστατική δράση των Καρμανιόλων[64].

Χαρακτηριστικά, στην πρώτη επιτροπή που στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το 1805, για να εκθέσει τα παράπονα των Σαμιωτών κατά των εγχώριων προεστών και των Οθωμανών συμμάχων τους, συμμετείχε και ένας εκπρόσωπος της Εκκλησίας, ο ιερομόναχος Ιωακείμ[65].  Ο Δανιήλ, πιστός στις ευαγγελικές επιταγές, είχε ήδη αρνηθεί να εισπράξει τις οφειλόμενες εισφορές των φτωχών αγροτών, σε αντίθεση με την πρακτική των κοτζαμπάσηδων, με συνέπεια να κατηγορηθεί ότι υποστηρίζει τους Καρμανιόλους. Επί πλέον, είχε αποδεχτεί την περιστολή της δικαστικής δικαιοδοσίας της Εκκλησίας και παρέπεμπε τους κληρικούς στα πολιτικά δικαστήρια. Μάλιστα, κάποια στιγμή, επειδή γινόταν κατάχρηση της ανέγερσης ναΐσκων, έπαψε να δίνει άδειες κατασκευής των, «η δε λελογισμένη αυτή πράξις αυτoύ εξήγειρε τον μη κατ’ επίγνωσιν ζήλον ενίων θρησκομανών, οίτινες ήρξαντο κατηγορούντος του εναρέτου ιεράρχου και μορφήν δυσσεβείας αυτώ αποδιδόντες»[66]. Ο Κύριλλος, όταν ανέλαβε την ηγεσία της τοπικής εκκλησίας, έχτισε λοιμοκαθαρτήριο, νοσοκομείο για τους άπορους, σχολεία, κάνοντας τον Λόγιο Ερμή της Βιέννης να αναφερθεί ιδιαιτέρως εγκωμιαστικά στο έργο του. Σημειώνει ο Λόγιος Ερμής του Μαρτίου του 1816:

Ὁ νέ­ος ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος τῆς Σά­μου Κύ­ριος Κύ­ριλ­λος, μό­λις ἐ­πά­τη­σε τὸ ἔ­δα­φος τῆς ἐ­παρ­χί­ας του καὶ ἀ­μέ­σως ἐ­φρόν­τι­σε νὰ κα­θο­δη­γή­σῃ τὸ λο­γι­κόν του Ποί­μνιον εἰς τὸν δρό­μον τῆς ἀ­ρε­τῆς καὶ δό­ξης. [ ]…σχο­λεῖ­α λοι­πὸν ἐ­συ­στή­θη­σαν ἔν­θα πρό­τε­ρον δὲν ὑ­πῆρ­χαν… Λα­ζα­ρέ­τα καὶ Νο­σο­κο­μεῖ­α ἀ­νε­γεί­ρον­ται πρὸς θε­ρα­πεί­αν τῶν πτω­χῶν καὶ δι­α­φύ­λα­ξιν τῆς ζω­ῆς πο­λυ­τί­μων πλα­σμά­των…[67]

Εξ άλλου, όπως είδαμε, είχε προσφύγει στον Νικόλαο Μουρούζη, τον δραγουμάνο του στόλου, για να «ελαφρυνθούν οι παραφορτωμένες με φόρους κοινότητες»[68], ενώ, σε απαντητική επιστολή του, στις 19.1.1819, ο τελευταίος τον πληροφορεί ότι θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να στηρίξει τα δίκαια των φτωχών της νήσου. Ο ανεψιός του Δανιήλ, Ιερομόναχος Παρθένιος (1763-1833), ηγούμενος της Μονής του Τιμίου    Στα­υ­ρού, από το 1817 μέχρι τον θάνατό του, συνέθεσε ακόμα και τρεις εκκλησιαστικούς-επαναστατικούς ύμνους οι οποίοι εψάλλονταν στις εκκλησίες. Τον έναν από αυτούς συνέθεσε το 1826, όταν ο τουρκικός στόλος προσπάθησε να καταλάβει τη Σάμο.

Ὁ χρι­στε­πώ­νυ­μος λα­ὸς ὁ ἐν Σά­μῳ, δό­ξαν Χρι­στῷ δι­α­παν­τὸς ἀ­να­πέμ­πει, ἰ­δὼν τὴν λύ­τρω­σιν αὐ­τοῦ διὰ σταυ­ροῦ, ἐκ τῆς φο­νι­κῆς χει­ρὸς, χα­λε­πῶν ἀλ­λο­φύλ­λων, ὅ­τι ἐ­πα­νέ­στη­σαν ἀ­πό γῆς, καὶ θα­λάσ­σης, κα­τα­σπα­ρά­ξαι θέ­λον­τες αὐ­τὸν, αλ­λὰ θε­ό­θεν αἰ­σχύ­νης ἐ­πλή­σθη­σαν[69].

Όταν ο Κύριλλος εγκατέλειψε τη Σάμο, το 1834, άφησε πίσω του βιβλία του Βολταίρου, συγγράμματα ιατρικής στα γαλλικά και τα ιταλικά, καθώς και όργανα αστρονομίας, φυσικής και ιατρικής[70].

Στην πραγματικότητα, η τοπική Εκκλησία δεν ήταν απλώς «σύμμαχος» των Καρμα­νιό­λων αλλά συστατικό στοιχείο του κινήματός τους. Εξάλλου, η ιδεολογία τους αποτελούσε μία σύνθεση μεταξύ της Ορθοδοξίας και των ιδεωδών της γαλλικής Επανάστασης. Θεωρούσαν την «αρετήν του Ευαγγελίου» ως βάση για να αντιταχθούν στον «δεσποτι­σμόν του Τυράννου αιμοβόρου εχθρού του χριστιανικού ονόματος» και την πίστη «ως δύναμη και αιτία αντίστασης», ενώ οι ηγέτες των Καρμανιόλων συμμετέχουν ενεργά στη ζωή της εκκλησίας[71].

Η σχέση των Σαμίων με την Εκκλησία είναι τόσο ισχυρή, ώστε μόνο στο Νέο Καρλόβασι, στην περίοδο 1768-1832, καταμετρώνται, επί συνόλου 350 επωνύμων, τριάντα με την προσθήκη της λέξης «χατζή», τριάντα έξι με τη λέξη «παπά», δέκα με τη λέξη «διάκο», δηλαδή πάνω από το 20% των επωνύμων υποδήλωνε μια σχέση με την Ορθοδοξία[72].  «Η έξαρση της χριστιανικής πίστης και η αυξανόμενη επιρροή της Ορθοδοξίας παρατη­ρείται κατά την περίοδο 1790-1815»[73], δηλαδή κατά την περίοδο της ανόδου και της κυριαρχίας των Καρμανιόλων!

Χαρακτηριστική είναι η επιμονή, ακόμα και κατά την τελευταία φάση του κινήματος, τη «Σαμιακή Πολιτεία» (1830-1834), στους δεσμούς του ελληνικού έθνους με τη θρησκεία, τη γλώσσα, τα ήθη και έθιμα, όπως εκφράζεται στη διακήρυξη της Γενικής Συνέλευσης των αντιπροσώπων των χωριών:

Ἕκαστον ἔθνος διακρίνεται ἀπὸ τρεῖς χαρακτῆρας, ἀπὸ τὴν θρησκείαν, ἀ­πὸ τὴν ἠ­θι­κὴν καὶ ἀ­πὸ τὴν δι­ά­λε­κτον, οἱ δὲ  Ἕλ­λη­νες καὶ ἡ­μεῖς οἱ Σά­μιοι ἰ­δι­αι­τέ­ρως, χρε­ω­στῶ­μεν νὰ δι­α­τη­ρῶ­μεν καὶ τὰ τρί­α ταῦ­τα καὶ ἐ­πει­δὴ πολ­λοὶ κα­τα­φρο­νοῦσιν ἀ­να­φαν­δὸν τὴν θρη­σκεί­αν μας, τὴ δι­ά­λε­κτόν μας καὶ ἠ­θι­κήν μας, ὅ­σοι τοι­οῦ­τοι νὰ ἀ­πο­κλεί­ον­ται τῶν πο­λι­τι­κῶν καὶ στρα­τι­ω­τι­κῶν ὑ­πουρ­γη­μά­των[74].

Η κοινωνία

Ο συνθετικός αυτός χαρακτήρας της σαμιακής επανάστασης αποτελεί, εν πολλοίς, αντανάκλαση της ίδιας της σαμιακής οικονομίας και κοινωνίας.

Κατ’ αρχάς, η Σάμος, σε αντίθεση με τη Χίο και τη Σμύρνη, δεν διέθετε «διεθνοποιημένα» αστικά στρώματα και διανόηση, ενώ η παρουσία των Τούρκων ήταν ασθενέστερη. Μόνον προς τα τέλη του 18ου αι., θα αρχίσει να αναπτύσσεται με ταχύτητα μια εμπορική, βιοτεχνική και ναυτική δραστηριότητα, η οποία θα παραμένει συνδεδεμένη με την τοπική παραγωγή και όχι με κάποια διεθνή μεταπρατική δραστηριότητα.

Οι Σαμιώτες ναυτικοί προέρχονται συχνά από τις τάξεις των μικροϊδιοκτητών ή ακτημόνων αγροτών, που ρίχνονται στη θάλασσα, την πειρατεία και το εμπόριο για να επιβιώσουν. Στο τέλος του 18ου αι., οι ναυτικοί υπολογίζονται, σύμφωνα με προξενική έκθεση, στις 2.000 άτομα[75], ενώ αναπτύσσονται πολλά βοηθητικά επαγγέλματα, ταρσανάδες, βαφεία, βυρσοδεψεία κ.λπ., καθώς και εργαστήρια μεταποίησης των εξαγόμενων προϊόντων. Σύμφωνα με την απογραφή του 1828, υπήρχαν 1.045 «εργαστήρια», 93 μύλοι και 146 ελαιοτριβεία. Αναφέρονται δε και 11 εσνάφια[76], ενώ μόνο οι κάτοικοι του Νέου Καρλοβάσου κατείχαν ογδόντα σκάφη πρώτης και δευτέρας κλάσεως[77].

Στα τέλη, λοιπόν,  του 18ου και τις αρχές του 19ου αι., σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, ο «δευτερογενής» και ο «τριτογενής» τομέας απασχολούσαν πάνω από 4.000 άτομα, δηλαδή το 25-30% του ενεργού πληθυσμού. Παράλληλα, παρόλο που η Σάμος δεν διέθετε κάποια μεγάλη πόλη, αυξάνεται ταχύτατα ο πληθυσμός στα εμποροναυτικά, εμπορικά και βιοτεχνικά κέντρα. Το Βαθύ πέρασε από τους 1.600 κατοίκους, το 1677, στους 4.173 το 1828, ενώ και το Λιμάνι του Βαθιού είχε 1.261 κατοίκους. Οι Μυτιληνοί αυξήθηκαν από 800 σε 2.929 άτομα, ο Μαραθόκαμπος από 800 σε 3.020, το Νέο Καρλόβασι έφτασε τις 2.213 κατοίκους[78]. Σε ένα σημαντικό ποσοστό, η αύξηση του πληθυσμού οφειλόταν σε μετανάστευση πληθυσμού από την Πελοπόννησο –ιδιαίτερα μετά τα Ορλωφικά– και τα Επτάνησα. Οι Επτανήσιοι είχαν στα χέρια τους ένα μεγάλο μέρος της ναυτικής και εμπορικής δραστηριότητας.

Κατά το τελευταίο τέταρτο του 18ου αι., ιδιαίτερα ύστερα από τη συνθήκη του Kουτσούκ Kαϊναρτζίκ, αναπτύχθηκε στη Σάμο μικρού μεν εκτοπίσματος πολυάριθμος όμως εμπορικός στόλος, που διακινούσε την τοπική εμπορευματική παραγωγή, κυρίως οίνων μαύρων και μοσχάτων, σταφίδας, λαδιού, ξυλείας, προς τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, της Μικρασίας, της Ελλάδας, της κεντρικής και δυτικής Μεσογείου, Κύπρου και Αλεξάνδρειας απόπου μετέφερε στο νησί αποικιακά είδη για τις ανάγκες των κατοίκων[79].

Ο αυξανόμενος εκχρηματισμός και η εμπορευματοποίηση της αγροτικής παραγωγής επιταχύνουν και τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Αυξάνονται οι ακτήμονες, ενώ η φορολογία και η τοκογλυφία (μέχρι 2% μηνιαίως)[80] γίνονται διαρκώς επαχθέστερες και καθι­στούν τους αγρότες ευνοϊκούς αποδέκτες των νέων ιδεών.

Η «συνάντηση» των αναπτυσσόμενων κοινωνικών στρωμάτων με τους ακτήμονες και τους φτωχούς αγρότες –με ιδεολογικούς «μεσολαβητές», μια Εκκλησία που έμοιαζε να εμπνέεται από τους πρωτοχριστιανικούς χρόνους, καθώς και ένα μικρό αλλά εξαιρετικά δραστήριο στρώμα διανοουμένων και επαναστατών, που είχαν αναμειχθεί ενεργά στους ναπολεόντειους πολέμους και «μετακένωσαν» στο νησί τα ιδεώδη της γαλλικής Επανάστασης– θα αποτελέσει τη βάση πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί τόσο το κίνημα των «Καρμανιόλων», όσο και γενικότερα το επαναστατικό «θαύμα» της Σάμου.

Η διαρκώς ισχυροποιούμενη τάξη των καραβοκυρών και των εμποροπραγματευτών αποτέλεσε την ωστική δύναμη για την εμφάνιση επαναστατικού κινήματος, που αποσκοπούσε στην κατάκτηση της Kοινοτικής εξουσίας. [ ] Από των αρχών του 19ου αι. η κίνηση σχηματοποιήθηκε στην φατρία των «Kαρμανιόλων», που «…ελευθερι­άζοντες εχόρευον εν ταις πλατείαις την καρμανιόλαν» των Γάλλων επαναστατών και στη φατρία των «Kαλικαντζάρων», που συσκέπτονταν και συνωμοτούσαν τις νύχτες[81].

Χαρακτηριστική  είναι φράση επιστολής που έστειλαν οι Επίτροποι προς τον Λογοθέτη, τον Σεπτέμβριο του 1807: «τοια­ύτη δαι­μο­νι­κὴ ἰ­δέ­α τοὺς ἐ­κυ­ρί­ευ­σεν τὸν στο­χα­σμὸν καὶ θέ­λουν νὰ εἶ­ναι τὰ πάν­τα κοι­νὰ»[82]. Ο Σαλαμαλέκης επισημαίνει αυτούς τους βαθύτατους μετασχηματισμούς:

Για­τί τώ­ρα οἱ ἄ­ν­θρω­ποι δὲν εἶ­ναι σὰν ἀλ­λό­τες

Ὅ­λ’ ἄ­νοι­ξαν τὰ μά­τια τους, δὲν εἶ­ναι σὰν ἐ­τό­τες [ ]

Ὡς καὶ οἱ ζευ­γο­λά­τι­δες ποὺ σή­κω­ναν τζ’ ἀ­λέ­τραις

Κι­’­αὐ­τοὶ ἄ­νοι­ξαν τὰ μά­τια τους κι ἐ­γί­νη­καν κα­θρέ­πταις[83].

Και αν, στη Χίο, ή ακόμα περισσότερο στη Σμύρνη, το κίνημα του διαφωτισμού συνδέθηκε αποφασιστικά με τους μεγαλεμπόρους και αποσκοπούσε μάλλον σε εκπαιδευτικούς στόχους, στη Σάμο, θα αποκτήσει εθνικά και κοινωνικά επαναστατικά χαρακτηριστικά, μια σύνθεση που ίσως δεν θα βρεθεί πουθενά αλλού στην επαναστατημένη Ελλάδα. Οι Καρμανιόλοι θα αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη της Επανάστασης του ’21, στην οποία θα προσδώσουν εξ αρχής και χαρακτήρα κοινωνικό, εναντίον των Καλικαντζάρων, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να την αποτρέψουν και θα συνεχίζουν τις απόπειρες να επανακτήσουν την εξουσία, συμμαχώντας είτε με την κεντρική διοίκηση, είτε, μετά το 1834, και πάλι με τους Τούρκους.

Εντελώς σχηματικά, στη Σάμο, θα ηγεμονεύσει μια επαναστατική «μικροαστική» τάξη, εμπόρων, καραβοκυραίων και τεχνιτών, η οποία θα λειτουργεί ως μια οιονεί «εθνική α­στική τάξη». Εξ άλλου, τα εισοδήματά τους ήταν μάλλον μικρά, γι’ αυτό οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις ήταν περιορισμένες και οι «αστοί» βρίσκονταν πολύ κοντά στους τεχνίτες, τους ναυτικούς και τους αγρότες. Ακόμα και οι Καλικάντζαροι στήριζαν την υπεροχή τους όχι τόσο στις μεγάλες κτηματικές περιουσίες τους, αλλά μάλλον στη χρήση των προνομίων της προυχοντικής τους θέσης, την ενοικίαση των φόρων και την τοκογλυφία[84].

Η παράδοση της αυτοδιοίκησης αφορούσε και στη δικαστική εξουσία και, μέχρι και το 1834, συνέδεε το δίκαιο της Σάμου με τη βυζαντινή παράδοση και το λαϊκό δίκαιο[85].

Εν τέλει, διαμορφώθηκε ένα μικτό δικαϊκό σύστημα όπου συνυπήρχαν τρεις θεσμοί, καθώς και ένα λαϊκό εθιμικό δίκαιο: η δικαστική εξουσία ασκούνταν από τη δημογεροντία, ενώ δικαστήριο που απαρτιζόταν από τους τέσσερις μεγάλους Προεστούς, με πρόε­δρο τον Αρχιεπίσκοπο, επέβαλλε ποινές, μέχρι το 1821 – κυρίως εξωεκκλησιασμούς ή αφορισμούς. Ταυτόχρονα, λειτουργούσε και εκκλησιαστικό δικαστήριο για θέματα όπως διαζύγια κ.λπ. – ενώ υπήρχε και παρέμβαση της τουρκικής εξουσίας με τον καδή[86].

Μετά την Επανάσταση του ’21, επιβάλλεται ένα ενιαίο σύστημα δικαίου από τον Στρατοπολιτικό Διοργανισμό: οι τρεις Πολιτικοί κριτές, που εκλέγονται από συνέλευση των «δεκαοκτὼ χωρίων» της νήσου, οφείλουν «νὰ κρί­νω­σιν  ὅ­λας τὰς πο­λι­τι­κὰς ὑ­πο­θέ­σεις κα­τὰ τὸ Νο­μι­κὸν τοῦ Ἀρ­με­νο­πού­λου», ο δε αρχιεπίσκοπος απλώς θέτει στις αποφάσεις τη σφραγίδα «βεβαιοῖ». Τέλος, οι έφοροι των χωριών συγκροτούν το «Εἰρηνοποιὸ Κριτήριο», που δικάζει μικροδιαφορές[87]. «Στο (δε) εμπορικό δίκαιο δεν εισήγαγε τον γαλλικό εμπορικό κώδικα. Απέφυγε να προσφύγει σε “ξένα” πρότυπα παρά την επί δεκαετίες ιδεολογική σχέση του κόμματος των “καρμανιόλων” με τη Γαλλική Επανάσταση και τις ιδέες της»[88].

«Φέραμε πίσω αυτά τ’ ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής»

Ο Δαίμων Σεληναίος, το σατιρικό έργο του Κλεάνθη που γράφτηκε το 1834, σατιρίζει  τους Καλικάντζαρους και τον προαλειφόμενο νέο ηγεμόνα της Σάμου, θεωρείται  δε ένα από τα πρώτα κοινωνικά/σατιρικά ποιήματα της νεώτερης Ελλάδας. Ο Σεληναίος Δαίμων εμφανίζεται τη νύκτα, όπως όλοι οι Καλικάντζαροι, και καλεί σε σύνοδο τους «δαίμονας» και «Καταχθονίους» και εξαγγέλλει τα πιστεύω του: το δίκαιο του ισχυροτέρου είναι ο φυσικός νόμος, ενώ η ισότητα συνιστά μία φενάκη:

Ἰ­σό­της φύ­σει δὲν ὑ­πάρ­χει

Ἡ δύ­να­μις δὲ μό­νη ἄρ­χει

Παν­τοῦ ὡς φύ­σις ἀ­ρε­τῆς.

Ἡ δύ­να­μις γεν­νᾶ τὸν νό­μον

Ἡ δύ­να­μις τὸν ἐ­κτε­λεῖ

Ἡ Δύ­να­μις ἂ­ρ’ αὐ­το­γνώ­μων

Δι­και­ο­σύ­νη καὶ Βου­λή[89].

Προφανώς, για τον Κλεάνθη και τους Καρμανιόλους, ισχύουν τα διαμετρικώς αντίθετα, ο φυσικός νόμος είναι η ισότητα, ενώ η παιδεία και η γνώση αποτελούν το θεμέλιο του επαναστατικού κινήματος και των πολιτικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τις αρχές του επαναστατικού Διαφωτισμού, τον οποίον ενστερνίζονται οι επαναστάτες:

Σχολεῖα τὶ μᾶς ὠφελούσι;

Σκότος καὶ φῶς δὲν συμφωνοῦσι

Ἀπὸ ἡμᾶς λοιπὸν μακράν. [ ]

Ἂν ἔ­λει­πεν ὁ­λωσ­δι­ό­λου

Τοῦ Καρ­λο­βά­σου ἡ Σχο­λὴ

Οὐ­δ’ ἐ­πα­νά­στα­σις κα­θό­λου,

Οὐ­δὲ ἄλ­λη τὶς Βου­λὴ

Οὐ­δ’ ἀ­γῶ­νες ἄλ­λοι πλέ­ον

Τὸ σύ­στη­μά μας τὸ ἀρ­χαῖ­ον

Νὰ ἀ­να­στή­σω­μεν λαμ­πρὸν[90].

Το περιβόητο σχήμα του Γιάννη Κορδάτου, για τις «κινητήριες» δυνάμεις της Επανάστασης, θα βρει –εν μέρει– την επιβεβαίωσή του στη σαμιακή Επανάσταση. «Εν μέρει», διότι δεν θα επιβεβαιωθεί ως προς την Εκκλησία, η οποία όχι μόνο δεν θα συνταχθεί με τους Καλικάντζαρους αλλά, αντίθετα, θα αποτελέσει τον κατ’ εξοχήν φορέα της εκπαίδευσης και εγχώριο διερμηνευτή της ιδεολογίας της γαλλικής Επανάστασης, υπό το πρίσμα της εγχώριας παράδοσης, δηλαδή, της Ευαγγελικής ισότητας. Η Ορθοδοξία, συμπαρατασσόμενη με τους Καρμανιόλους, επιτρέπει τη μαζική προσχώρηση των αγροτών και προσδίδει πλειοψηφικά χαρακτηριστικά στο κίνημα.

Η Σάμος συνιστά το επιτυχημένο υπόδειγμα μιας αυτόκεντρης, ριζοσπαστικής και ταυ­τόχρονα ισορροπημένης επαναστατικής διαδικασίας, μιας ολοκληρωμένης και συνθετικής έκφρασης του ελληνικού διαφωτισμού, όπου τα δάνεια, από τη γαλλική Επανάσταση, στοιχεία εντάσσονται οργανικά στον ιδεολογικό καμβά του ελληνικού κόσμου. Εδώ, το διαφωτιστικό πρόταγμα θα έχει μεταβληθεί ολοκληρωτικά σε ιθαγενές λαϊκό κίνημα. Εδώ, τα διεστώτα μέλη του ελληνικού παλίμψηστου θα έχουν, επί τέλους, αναχωνευτεί σε έναν ενιαίο οργανισμό.

Αυτό που δεν κατόρθωσε ποτέ να επιτύχει ο ελληνικός διαφωτισμός, η ελληνική επανάσταση, η ελληνική κοινωνία. Διότι, εν τέλει, προς τον φωτισμό και την παλιγγενεσία θα βαδίσουμε με τον Κοραή, τον Ψαλίδα και τον Παμπλέκη, παράλληλα με τον Αθανάσιο Πάριο και τον Γρηγόριο Ε΄, με τον Ανώνυμο της Νομαρχίας και τον Μαυροκορδάτο, ενώ ο Καταρτζής, ο Ρήγας, η Φιλική, ο Λυκούργος Λογοθέτης, θα εκφράζουν τη συνθετική δυνατότητα ενός ακέραιου και ενιαίου οργανισμού. Όμως, ο Καταρτζής δεν θα δημοσιεύ­σει τίποτε όσο ζούσε, ο Ρήγας θα εξοντωθεί στις απαρχές του διαβήματός του, η «Φιλική Εταιρεία» θα σβήσει μέσα από την ίδια την επιτυχία του αρχικού της διαβήματος, ενώ ο Λογοθέτης είναι ο μόνος που θα ευτυχήσει να δει το όραμά του να γίνεται πράξη στην ιδιαίτερη πατρίδα του και, ταυτόχρονα, θα μείνει με τον καημό του ανολοκλήρωτου. Όχι μόνο η Ελλάδα δεν θα ακολουθήσει το σαμιακό πρότυπο, αλλά και η ίδια η Σάμος θα μείνει εκτός ελλαδικού κράτους, ενώ ο ίδιος δεν θα διαδραματίσει μείζονα ρόλο στο πανελλήνιο θέατρο.

Η Σάμος, βέβαια, δεν διέθετε τα μεγέθη που θα της επέτρεπαν να ηγεμονεύσει στην ελληνική πνευματική και πολιτική ζωή. Δεν διέθετε την έκταση, τον πληθυσμό, τους λογίους, τους εμπόρους, ούτε πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες πανελλήνιας εμβέλειας ενώ η έλλειψη οικονομικών, κοινωνικών και πνευματικών συνθηκών ανάλογων με της Σάμου διαμόρφωνε ένα ριζικά διάφορο πλαίσιο. Γι’ αυτό και όλοι οι πρωταγωνιστές του σαμιακού επαναστατικού κινήματος θα νιώθουν σαν το ψάρι έξω από το νερό μακριά από το νησί τους. Γι’ αυτό και ο γηραιός Ιωάννης Λεκάτης θα επιστρέψει σε αυτήν για να δώσει την ύστατη επαναστατική μάχη.

Η «άγρια ανωμαλία» της Σάμου αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη μορφή αυτού του αυτόκεντρου συνθετικού μοντέλου, ένα «μονοπάτι χαμένο μέσα στο δάσος», που μας προϊδεάζει για το τι θα μπορούσε να είναι εν τοις πράγμασι ο ελληνικός διαφωτισμός και η ελληνική επανάσταση αν είχαν κατορθώσει να υπερβούν τον «καημό της ρωμιοσύνης».

ermhs3

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ*

Βακαλόπουλος, Κωνσταντίνος, «Νέες ειδήσεις για τα νησιά Σύρα, Σάμο, Σίφνο, και Νάξο στα 1828», περ. Μνημοσύνη,  τ.  6 (1976-1977), Αθήνα 1977, σ. 269.

Βουρλιώτης, Μανόλης, «Οι τοπικοί προεστοί της Σάμου, Η περίπτωση των προγόνων του καπετάν Σταμάτη», στο Αντιπελάργηση, Τιμητικός τόμος για τον Νικόλαο Α. Δημητρίου, Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου «Νικόλαος Δημητρίου» (ΠΙΣΝΔ), Αθήνα 1992, σσ. 315-328.

Βουρλιώτης, Μανόλης,  Καρμανιόλοι και βιβλίο (1800 – 1839), Αδελφότητα Σαμίων Αθηνών, Αθήνα 1990.

Γούδας, Αναστάσιος,  Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τμ. Ζ΄, Αθήνα 1875.

Ερμής ο Λόγιος, τμ. Στ΄,1816,  Ανατύπωση ΕΛΙΑ, Αθήνα 1989, σσ. 386-390.

Ζαφείρης, Ευάγγελος, «Κύριλλος, ο θρυλικός δεσπότης της Σάμου κατά την επανάσταση» στο Σαμιακή Επιθεώρηση, τεύχος 31-32, Απρίλιος 1985, σσ. 138-142.

Ζέη, Ελευθερία, «Ο καρπός του φτωχού και κύριος του δέντρου: από την ιστορία της μικρής ιδιοκτησίας στη Σάμο (18ος -19ος αι.)», στο Η Σάμος στα νεότερα χρόνια (17ος-20ός αιώνας), Πρακτικά Συμποσίου, 20-21 Δεκεμβρίου 1999, Αδελφότητα Σαμίων Αθηνών, Αθήνα 2002.

Καπώλη-Κεντούρη, Α., «Προβληματισμοί στη θεατρική σκηνή της Σάμου στα χρόνια της Επανάστασης με αφορμή “ένα χειρόγραφο”», Συμπόσιο Σαμιακής Λογοτεχνίας. Πρακτικά, Πυθαγόρειο 22-24 Απριλίου 1988, Αθήνα 1989, σσ. 263-268.

Καραθανάσης, Κώστας, «Γεώργιος Κλεάνθης, η ζωή και το έργο του», Σαμιακή Επιθεώρηση, τ. 31-32, Απρίλιος 1985.

Καραθανάσης, Κώστας, «Εκκλησιαστικοί επαναστατικοί ύμνοι», Σαμιακή Επιθεώρηση, τ. 31-32, Απρίλιος 1985.

Καραθανάσης, Κώστας, Γεώργιος Κλεάνθης, ο Σαμιώτης εθνικός βάρδος, Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1995.

Κλεάνθης, Γεώργιος, Άπαντα, (επιμ. Μ.Γ. Βαρβούνης), εκδ. Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου «Νικόλαος Δημητρίου», Αθήνα 1995.

Κόμης, Κώστας, «Πληθυσμός και οικισμοί της Σάμου συμβολή πρώτη: Οθωμανική περίοδος» στο Αντιπελάργηση, Τιμητικός τόμος για τον Νικόλαο Α. Δημητρίου, ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 1992.

Κορδάτος Γιάννης, Η Κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, Φιλοσοφική και Κοινωνιολογική Βιβλιοθήκη Γ. Ι. Βασιλείου, Αθήναι 1924.

Λαμπρινός, Γιώργης, Μορφές του ΕικοσιέναΚαστανιώτης, Αθήνα 62002.

Λάνδρος, Χρ., «Ονομαστικός κατάλογος των εν Σάμω ιερέων, ιερομονάχων και μοναχών, μια απογραφή των κληρικών της Σάμου το 1830» στο Αντιπελάργηση, Τιμητικός τόμος για τον Νικόλαο Α. Δημητρίου, ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 1992.

Λεκάτης, Ιωάννης, «Συνοπτική περιγραφή της νήσου Σάμου» (Παρουσίαση, σχόλια Μανόλη Βουρλιώτη), Σαμιακή Επιθεώρηση, Ιανουάριος 1989, τ. 38-39, σσ. 17-32.

Μπέλσης, Κωνσταντίνος, Μία καταγγελία εναντίον του επάρχου Κυριάκου Μόραλη στη Σάμο του 1822. Ο εσωτερικός αγώνας της νήσου και η επανάσταση, Αθήνα 2008.

Negri, Antonio, Lanomalia selvaggia. Saggio su potere e potenza in Baruch Spinoza, Feltrinelli, Μιλάνο, 1981.

Παραφέστα, Ιωάννα, «Η Πορφυριάδα Σχολή», στο Η Σάμος στα νεότερα χρόνια (17ος-20ός αιώνας), Πρακτικά Συμποσίου, 20-21 Δεκεμβρίου 1999, Αδελφότητα Σαμίων Αθηνών, Αθήνα 2002.

Πούχνερ, Βάλτερ, «Στα μετόπισθεν της επανάστασης: Ο αγώνας της Σάμου για την ένωση με την ελεύθερη Ελλάδα (1830-1834) και το Θέατρο· Χαρίδημος ο Σάμιος (1832) του Γεωργίου Κλεάνθη και το πατριωτικό δράμα», Σαμιακές Μελέτες, τόμ. Ζ΄, Αθήνα 2006, σσ. 297-349.

Σακελλαρίου, Μιχαήλ, Σαμιακά, Μυρμιδόνες, Αθήνα 2010.

Σεβαστάκης, Αλέξης, Δίκαιο και δικαστική εξουσία στη Σάμο (1550-1912), Ιστορικό Αρχείο, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1986.

Σεβαστάκης, Αλέξης, Το Δημόσιον δίκαιον της Σάμου κατά την Τουρκοκρατίαν, την Επανά­στασιν και το Ηγεμονικό Καθεστώς, Θεσσαλονίκη 1959.

Σεβαστάκης, Αλέξης, Το κίνημα των Καρμανιόλων στη Σάμο (1805-1812), ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 1996.

Σεβαστάκης, Αλέξης, Ιστορικά Νέου Καρλοβάσου Σάμου, 1768-1840, ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 1995.

Σεβαστάκης, Αλέξης, Οι Καρμανιόλοι στην επανάσταση της Σάμου, Ιωάννης Λεκάτης, Διογένης, Αθήνα 1980.

Σεβαστάκης, Αλέξης, «Το κοινωνικό υπόβαθρο της Σαμιακής Επανάστασης», στο Αλ. Σεβα­στάκης, Ιστορικά Ανάλεκτα, ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 2005, σσ. 17-31.

Σεβαστάκης, Αλέξης, «Το “στρατοπολιτικόν σύστημα” Σάμου και η κεντρική ελληνική διοίκηση» στο Αλ. Σεβαστάκης, Ιστορικά Ανάλεκτα, ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 2005, σσ. 32-62.

Σεβαστάκης, Αλέξης, «Ανθρωπολογία ήτοι ατελές σχεδίασμα μικρών βιογραφιών» στο Ιστορικά ανάλεκτα, ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 2005,  σσ. 177-218.

Σεβαστάκης, Αλέξης, «Η θεμελίωση της Σαμιακής Πολιτείας 1830-1834 (με ανέκδοτα έγγραφα)», Σαμιακές μελέτες, τόμ. 2, Πορεία, Αθήνα 1996.

Σεβαστάκης, Aλέξης, «Tο κίνημα των “Kαρμανιόλων” και ο “Στρατοπολιτικός Διοργανι­σμός” της νήσου (1800-1834)», Το νησί της Ήρας, Επτά ημέρες, Καθημερινή, 9 Αυγού­στου 1998.

Σκληρός, Γεώργιος, Το κοινωνικό μας ζήτημα, Εκδόσεις Σοσιαλιστικού Κέντρου, Αθήνα 21922 (1η εκδ. 1907).

Σουβαλτζής, Δημοσθένης, Ο Τυρταίος της Σάμου, ήτοι συλλογή των σωζομένων ποιημάτων του Σαμίου ποιητού Γ. Κλεάνθους, Αθήνα 1871.

Σταματιάδης, Ανακρέων, Οι Δελφινόσημοι, ήτοι περί του αρχαιοτέρου οικογενειακού κορμού της νήσου Σάμου από του έτους 1620 και εντεύθεν, Αθήνα 1933.

Σταματιάδης, Επαμεινώνδας, Σαμιακά, ήτοι ιστορία της νήσου Σάμου από των παναρχαίων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, τόμοι Α΄- Ε΄, Σάμος 1881.

Σταματιάδης, Νικόλαος, Σαμιακά, ήτοι ανέλιξις της νεωτέρας ιστορίας της Σάμου δι’ επισήμων εγγράφων, τμ. Α-Β΄, 1908.

Σταματιάδης, Νικόλαος, Βιογραφία του Σαμίου οπλαρχηγού Κωνσταντίνου Λαχανά, Σάμος 1906.

Σφοίνη, Αλεξάνδρα, «Ιγνάτιος Ιερομόναχος.  Ένας απλός δάσκαλος στη Σάμο (τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αι.)» στο Αντιπελάργηση, Τιμητικός τόμος για τον Νικόλαο Α. Δημητρίου, ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 1992, σσ. 267-303.

Σταθάκιος, Αλέξανδρος, Παράδοση και εκμοντερνισμός στη Σαμιακή κοινωνία, Σάμος 2000.

Φραγκίσκος, Εμμανουήλ, Τα ελληνικά Προεπαναστατικά περιοδικά, Ευρετήρια. Β΄, Ερμής ο Λόγιος, 1811-1821, επιμ. ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1976.

* Εισήγηση του συγγραφέα στο Δ΄ Συνέδριο της «Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ευρωπαϊκών Σπουδών», Γρανάδα Ισπανίας, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010.

[1] Γεώργιος Σκληρός, Το κοινωνικό μας ζήτημα, Εκδόσεις Σοσιαλιστικού Κέντρου, Αθήνα 21922 (1η εκδ. 1907).

[2] Γιάννης Κορδάτος, Η Κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, Φιλοσοφική και Κοινωνιολογική Βιβλιοθήκη Γ. Ι. Βασιλείου, Αθήναι 1924.

[3] Τελευταία, πάντως, μοιάζει να αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για τη σαμιακή επανάσταση. Βλέπε μεταξύ άλλων την έκδοση του βιβλίου του Μιχαήλ Σακελλαρίου, Σαμιακά, Μυρμιδόνες, Αθήνα 2010, καθώς και το πρόσφατο Συνέδριο, 1821, Σάμος και επανάσταση, που πραγματοποιήθηκε στις 28 και 29 Μαΐου 2010, στο Πυθαγόρειο της Σάμου, από το Πνευματικό Κέντρο Δήμου Πυθαγορείου, τα  Γενικά Αρχεία του νομού, το Τμήμα Μαθηματικών του Παν. Αιγαίου, το Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου «Ν. Δημητρίου» (στο εξής ΠΙΣΝΔ)  και τον Οργανισμό Πολιτισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σάμου.

[4] Επαμεινώνδας Σταματιάδης, Σαμιακά, ήτοι ιστορία της νήσου Σάμου από των παναρχαίων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, τμ.  Β΄, Σάμος 1881, σσ. 3-4.

[5] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π,. τμ. Β΄, σ. 65.

[6] Ιωάννης Λεκάτης, «Συνοπτική περιγραφή της Νήσου Σάμου» (Παρουσίαση, σχόλια Μανόλη Βουρ­λιώτη), Σαμιακή Επιθεώρηση, τ. 37-38, σσ. 17-32, σ. 31.

[7] Κώστας Κόμης, «Πληθυσμός και οικισμοί της Σάμου συμβολή πρώτη: Οθωμανική περίοδος», στο Αντιπελάργηση, Τιμητικός τόμος για τον Νικόλαο Α. Δημητρίου, Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου «Νικόλαος Δημητρίου» (στο εξής ΠΙΣΝΔ), Αθήνα 1992, σσ. 185-186.

[8] Ι. Λεκάτης, ό.π., σσ. 23-24. και  Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄, σ. 61.

[9] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄, σσ. 79-82.

[10] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄, σσ. 67-76.

[11] Το κείμενο του Αναγνώστη Σαλαμαλέκη, από τον Νικόλαο Σταματιάδη, Σαμιακά, ήτοι ανέλιξις της νεωτέρας ιστορίας της Σάμου δι’ επισήμων εγγράφων, τμ. Β΄, σσ. 431-492, Σάμος 1908. [εδώ σσ. 440-443].

[12] Βλ. Αλέξης Σεβαστάκης, Το κίνημα των Καρμανιόλων στη Σάμο (1805-1812),  ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 1996, σσ. 33, 45.

[13] Αλ. Σεβαστάκης, Το κίνημα , ό.π.,  σ. 75.

[14] Ν. Σταματιάδης Σαμιακά, ό.π., σ. 445.

[15] Ν. Σταματιάδης Σαμιακά, ό.π., σσ. 447-448.

[16] Ν. Σταματιάδης Σαμιακά, ό.π., σσ. 485-487.

[17] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, τμ. Β΄, ό.π., σσ. 91-92.

[18] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, τμ. Β΄, ό.π., σ. 92.

[19] Βλ. Αναστ. Γούδα, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμ. Ζ΄ , Αθήνα 1875,  σσ. 407 βλ  και Γιώργης Λαμπρινός, Μορφές του ΕικοσιέναΚαστανιώτης, Αθήνα 62002 .

[20] Αλ. Σεβαστάκης, Το κίνημα των Καρμανιόλων…, ό.π., σσ. 34-38.

[21] Την ίδια στιγμή, στη Σάμο, το 1818, ο Αριστείδης Παπάς μυεί στην Εταιρεία τον υποπρόξενο της Ρωσίας, Γεράσιμο Σβορώνο, ο οποίος προσπαθούσε να συμβιβάσει τους αντιμαχομένους, τον αρχιεπίσκοπο Κύριλλο, τον ιεροδιδάσκαλο Ιγνάτιο κ.λπ., ενώ, εν συνεχεία, ο Σβορώνος μύησε τον Κωνσταντίνο Λαχανά και πολλούς άλλους. Βλ. Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, τμ. Β΄, ό.π., σ. 97.

[22] Αλ. Σεβαστάκης, «Το κοινωνικό υπόβαθρο της Σαμιακής Επανάστασης», στο Αλέξης Σεβαστάκης, Ιστορικά Ανάλεκτα,  ΠΙΣ, «Νικόλαος Δημητρίου», σσ. 17-31.

[23] Βλ. Αλ. Σεβαστάκης, «Το “στρατοπολιτικόν σύστημα” Σάμου και η κεντρική ελληνική διοίκηση», στο Αλ. Σεβαστάκης, Ιστορικά Ανάλεκτα, ό.π.,  σσ. 32-62, όπου και το κείμενο του Διοργανισμού.  Επίσης, Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, τμ. Β΄, ό.π., σσ. 306-307 και Αλ. Σεβαστάκης, Το Δημόσιον δίκαιον της Σάμου κατά την Τουρκοκρατίαν, την Επανάστασιν και το Ηγεμονικό Καθεστώς, Θεσσαλονίκη 1959, σσ. 81-88.

[24] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, τμ. Β΄, ό.π., σσ. 306-307  αναλυτικά, Κωνσταντίνος Μπέλσης, Μία καταγγελία εναντίον του επάρχου Κυριάκου Μόραλη στη Σάμο του 1822. Ο εσωτερικός αγώνας της νήσου και η επανάσταση, Αθήνα 2008.

[25] Σύμφωνα με τον Οργανικό χάρτη της Ηγεμονίας, η διοίκηση του νησιού ασκούνταν από Ηγεμόνα χριστιανό ορθόδοξο, διορισμένο από τον σουλτάνο, και τέσσερις βουλευτές, εκλεγόμενους από τους πληρεξουσίους των χωριών της Σάμου οι οποίοι και συγκροτούσαν τη Γενική Συνέλευση. Πρώτος ηγεμόνας διορίσθηκε ο Στέφανος Βογορίδης (1834-1851). Η Σάμος έμεινε υπό ηγεμονικό καθεστώς μέχρι το 1912, οπότε, επαναστάτησε και, με τον Θεμιστοκλή Σοφούλη, κήρυξε την ένωσή της με την Ελλάδα, στις 11 Νοεμβρίου 1912.

[26] Βλ. Γούδα, Βίοι… Ζ΄, ό.π.,  σσ. 443-444.

[27] Βλ. Γούδα, Βίοι…, Ζ΄, ό.π.,  σσ. 445-446.

[28] Επαμ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄, σ.118.

[29] Βλ. Μανόλης Βουρλιώτης, «Οι τοπικοί προεστοί της Σάμου. Η περίπτωση των προγόνων του καπετάν Σταμάτη», Αντιπελάργηση, ό.π., σσ. 315-328.

[30] Μ. Βουρλιώτης, «Οι τοπικοί…», ό.π., σ. 327.

[31] Επαμ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., σσ. 105-106. και Ν. Σταματιάδης, Βιογραφία του Σαμίου οπλαρχηγού Κωνσταντίνου Λαχανά, Σάμος 1906.

[32] Αλ. Σεβαστάκης Ιστορικά ανάλεκτα, ό.π., σ. 177.

[33] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄, σσ. 305-306 και Αλ. Σεβαστάκης, Ιστορικά ανάλεκτα, ό.π., σσ. 177-218.

[34]Αλ. Σεβαστάκης, ό.π., σ. 177.

[35] Μ. Βουρλιώτης, Μανόλης Βουρλιώτης,  Καρμανιόλοι και βιβλίο (1800 – 1839), Αδελφότητα Σαμίων Αθηνών, Αθήνα 1990, σ. 10.

[36] Ιωάννης Λεκάτης, «Συνοπτική περιγραφή της νήσου Σάμου», Σαμιακή Επιθεώρηση, Ιανουάριος 1989, τεύχ. 38-39, σσ. 27-32.

[37] Βλ. Ιωάννα Παραφέστα, «Η Πορφυριάδα Σχολή», στο, Η Σάμος στα νεότερα χρόνια (17ος-20ός αιώνας), Πρακτικά Συμποσίου, 20-21 Δεκεμβρίου 1999, Αδελφότητα Σαμίων Αθηνών, Αθήνα 2002, σσ. 175-177.

[38] Στα είκοσι ένα άρθρα, μεταφράσεις ή ανακοινώσεις του Ιώσηπου Δούκα στον Λόγιο Ερμή, περιλαμβάνεται μια εκτενής «Διατριβή περί Μεγαλοφυΐας», σε συνέχειες, και πολλές ανακοινώσεις για εξε­λίξεις στις φυσικές επιστήμες και την ιατρική. Βλ. Ερμής Ο Λόγιος, Στ΄, 390, 422,  Ζ΄ 143, 145, 148, 338, 434,  Η΄ 100 109, 136, 142, 193, 222, 232, 263, 319, 440, 443, 498, 501, 572, 633, 689,  Θ΄ 73.   Βλ. και Εμμ. Ν. Φραγκίσκος, Τα ελληνικά Προεπαναστατικά περιοδικά, Ευρετήρια. Β΄, Ερμής ο Λόγιος, 1811-1821, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1976. σ. 17.

[39] Ερμής ο Λόγιος, τμ. Στ΄, 1816,  σσ. 386-390.

[40] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄, σ. 129.

[41] Μ. Βουρλιώτης,  Καρμανιόλοι και βιβλίο, ό.π.,  σσ. 12-15.

[42] Ο Επ. Σταματιάδης αναφέρεται, κατά την περίοδο της κυριαρχίας των Καρμανιόλων, στην περίπτωση ξυλοδαρμού και αφοπλισμού δεκαμελούς τουρκικού αποσπάσματος από δύο(!) γυναίκες του Μαραθοκάμπου. Βλ.  Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄, σ. 92.

[43] Βλ.  Ανακρέων Σταματιάδης, Οι Δελφινόσημοι, ήτοι περί του αρχαιοτέρου οικογενειακού κορμού της νήσου Σάμου από του έτους 1620 και εντεύθεν, Αθήνα 1933, σ. 232.

[44] Ν. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄, σσ. 200-201. Βλ. Α. Καπώλη-Κεντούρη, «Προβληματισμοί στη θεατρική σκηνή της Σάμου στα χρόνια της Επανάστασης με αφορμή “ένα χειρόγραφο”», Συμπόσιο Σαμιακής Λογοτεχνίας. Πρακτικά, Πυθαγόρειο 22-24 Απριλίου 1988, Αθήνα 1989, σσ. 263-268.

[45] Δημοσθένης Σουβαλτζής, Ο Τυρταίος της Σάμου, ήτοι συλλογή των σωζομένων ποιημάτων του Σαμίου ποιητού Γ. Κλεάνθους, Αθήνα 1871, σ. 156.

[46] Αλέξης Σεβαστάκης, Οι Καρμανιόλοι στην επανάσταση της Σάμου, Ιωάννης Λεκάτης, Διογένης, Αθήνα 1980, σσ. 9-11.

[47] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄., σ. 100.

[48] Βλ. Αλ Σεβαστάκης, Οι Καρμανιόλοι, ό.π., σσ. 14-31.

[49] Τόσο έντονη ήταν η σύγκρουση ώστε ο χιλίαρχος Σταμάτης Γεωργιάδης, ο γαμβρός του Λυκούργου, τον απείλησε ότι «δεν θα διστάσει να πάρει χήρα στο σπίτι του τη γυναίκα του Λυκούργου και αδελφή του»!  Βλ. Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄, σ. 533.

[50] Ιωάννης Λεκάτης, «Συνοπτική περιγραφή της νήσου Σάμου», Σαμιακή Επιθεώρηση, Ιανουάριος 1989, τεύχ. 38-39, σσ. 17-32.

[51]Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Γ΄., σσ. 110-194 και Σεβαστάκης, Οι Καρμανιόλοι, ό.π., σσ. 53-75.

[52] Κώστας Καραθανάσης, «Γεώργιος Κλεάνθης, η ζωή και το έργο του», Σαμιακή Επιθεώρηση, τ. 31-32, Απρίλιος 1985, σσ. 83-85,  και Κώστας Καραθανάσης, Γεώργιος Κλεάνθης, ο Σαμιώτης εθνικός βάρδος, Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1995.

[53] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄., σ. 498.

[54] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄., σσ. 590-592 Γεώργιος Κλεάνθης, Άπαντα, (επιμ. Μ.Γ. Βαρβούνης), ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 1995.

[55] Κλεάνθης, Άπαντα, σσ. 215-298.

[56] Κλεάνθης, Άπαντα, ό.π.,  σσ. 215-298.

[57] Βάλτερ Πούχνερ, «Στα μετόπισθεν της επανάστασης:  Ο αγώνας της Σάμου για την ένωση με την ελεύθερη Ελλάδα (1830-1834) και το Θέατρο Χαρίδημος ο Σάμιος (1832) του Γεωργίου Κλεάνθη και το πατριωτικό δράμα», Σαμιακές Μελέτες, τόμ. Ζ΄, Αθήνα 2006, σσ. 297-349.

[58] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Β΄., σσ. 590-592 και  Κλεάνθης, Άπαντα, ό.π.

[59] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Δ΄, Σάμος 1891, σ. 240.

[60] Αλεξάνδρα Σφοίνη, «Ιγνάτιος Ιερομόναχος.  Ένας απλός δάσκαλος στη Σάμο», Αντιπελάργηση, ό.π., σσ. 267-303  και Αλέξανδρος Σταθάκιος, Παράδοση και εκμοντερνισμός στη Σαμιακή κοινωνία, Σάμος 2000, σ. 31.

[61] Αλ. Σφοίνη, «Ιγνάτιος….», ό.π., σσ. 267-303, Σταθάκιος, Παράδοση …, ό.π.,  σ. 33.

[62] Σταθάκιος, Παράδοση …, ό.π.,  σ. 31 και Χρ. Λάνδρος, «Ονομαστικός κατάλογος των εν Σάμω ιερέων, ιερομονάχων και μοναχών, μια απογραφή των κληρικών της Σάμου το 1830», Αντιπελάργηση, Αθήνα 1992, σ. 386.

[63] Χρ. Λάνδρος, «Ονομαστικός…», ό.π., σσ. 397-398.

[64] Αλέξης Σεβαστάκης, «Το “Στρατοπολιτικόν σύστημα” Σάμου και η Κεντρική Ελληνική Διοίκηση», στο Πνευματικό Ίδρυμα Σάμου, Σαμιακές μελέτες, τμ. 1, Πορεία, Αθήνα 1995, σ. 104.

[65] Για τα εισοδήματα κληρικών και μονών, βλ. και Αλέξης Σεβαστάκης, Ιστορικά Νέου Καρλοβάσου Σάμου, 1768-1840, ΠΙΣΝΔ, Αθήνα 1995, σσ. 102-112.

[66] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Δ΄, σ. 237.

[67] Ερμής ο Λόγιος, ό.π., τμ. Στ΄, 1916,  σ. 96.

[68] Ευαγγ. Ι. Ζαφείρης, «Κύριλλος, ο θρυλικός δεσπότης της Σάμου κατά την επανάσταση», Σαμιακή Επιθεώρηση, τεύχος 31-32, Απρίλιος 1985, σσ. 138-142.

[69] Κώστας Καραθανάσης, «Εκκλησιαστικοί επαναστατικοί ύμνοι», Σαμιακή Επιθεώρηση, τεύχος 31-32, Απρίλιος 1985, σ. 16.

[70] Χρ. Λάνδρος, «Ονομαστικός …», ό.π., σσ. 393-394, και Αλ. Σταθάκιος, Παράδοση…, ό.π.,  σ. 31.

[71] Βλ. Αλ. Σταθάκιος, Παράδοση …, ό.π., σ. 31, και Αλέξης Σεβαστάκης, «Η θεμελίωση της Σαμιακής Πολιτείας 1830-1834 (με ανέκδοτα έγγραφα»), Σαμιακές μελέτες, τμ. 2, Πορεία, Αθήνα 1996.

[72] Αλέξης Σεβαστάκης, Ιστορικά Νέου Καρλοβάσου, σ. 43.

[73] Αλ. Σεβαστάκης, Ιστορικά Νέου Καρλοβάσου, ό.π., σ. 45.

[74] «Πρακτικά της εν χώρα τοπικής Συνελεύσεως των Σαμίων τη 7η Ιουνίου 1830», στο Αλ. Σεβαστάκης, Ιστορικά Ανάλεκτα, ό.π., σσ. 101-102.

[75] Κων. Βακαλόπουλος, «Νέες ειδήσεις για τα νησιά Σύρα, Σάμο, Σίφνο, και Νάξο στα 1828», περ. Μνημοσύνη,  τ.  6 (1976-1977), Αθήνα 1977, σ. 269.

[76] Χρ. Λάνδρος, «Ονομαστικός …», ό.π., σ. 385, Αλ. Σεβαστάκης, Το κίνημα των Καρμανιόλων, ό.π.,  σσ. 103-104.

[77] Ι. Λεκάτης, «Συνοπτική ….», ό.π., σημ. 25, σσ. 28, 32.

[78] Κόμης, «Πληθυσμός και οικισμοί …», ό.π., σσ. 191-192, 219.

[79] Aλέξης Σεβαστάκης, «Tο κίνημα των “Kαρμανιόλων” και ο “Στρατοπολιτικός Διοργανισμός” της νήσου (1800-1834)», Το νησί της Ήρας, Επτά ημέρες, Καθημερινή, 9 Αυγούστου 1998.

[80] Βλ. Ελευθερία Ζέη, «Ο καρπός του φτωχού και κύριος του δέντρου: από την ιστορία της μικρής ιδιοκτησίας στη Σάμο (18ος -19ος αι.)», στο Η Σάμος στα νεότερα χρόνια (17ος-20ός αιώνας), Πρακτικά Συμποσίου, 20-21 Δεκεμβρίου 1999, Αδελφότητα Σαμίων Αθηνών, Αθήνα 2002, σσ. 75-89.

[81] Aλέξης Σεβαστάκης, «Tο κίνημα των “Kαρμανιόλων”… Καθημερινή, ό.π.

[82] Ν. Σταματιάδης, Σαμιακά, τμ. Β΄, σ. 436, Αλ. Σεβαστάκης, Το κίνημα…, ό.π.,  σ. 75.

[83] Ν. Σταματιάδης, Σαμιακά, τμ. Β΄, σ. 466.

[84] Επ. Σταματιάδης, Σαμιακά, ό.π., τμ. Δ΄, σ. 449.

[85] Αλ. Σεβαστάκης, Δίκαιο και δικαστική εξουσία στη Σάμο (1550-1912), Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1986, σ. 15.

[86] Αλ. Σεβαστάκης, Δίκαιο και…, ό.π.,  σσ. 15-20.

[87] Αλ. Σεβαστάκης, Δίκαιο και …, ό.π., σσ. 25, 27-29.

[88] Αλ. Σεβαστάκης, Δίκαιο και …, ό.π.,  σ. 27.

[89] Γεώργιος Κλεάνθης, Άπαντα, ό.π., σ. 87.

[90] Γεώργιος Κλεάνθης, Άπαντα, ό.π., σ. 88.

* Στη βιβλιογραφία περιλαμβάνονται τα έργα που σχετίζονται άμεσα με το κείμενο ή των οποίων γίνεται μνεία σε αυτό και όχι η γενικότερη σχετική βιβλιογραφία.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*