Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Ρήξη φ. 154

Γιώργος Σεφέρης: Μέρες Θ΄

1 Φεβρουαρίου 1964- 11 Μάη 1971,
φιλολογική επιμέλεια: Κατερίνα Κρίκου-Davis
Αθήνα, Ίκαρος 2019.

Του Σπύρου Κουτρούλη

Ο τόμος Μέρες Θ΄ του Γ. Σεφέρη, περιλαμβάνει τις ημερολογιακές σημειώσεις του ποιητή από τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Αναφέρεται στον φθόνο που συνάντησε στη χώρα μας μετά την απονομή του βραβείου Νόμπελ, τις υποκριτικές προσπάθειες να ανακηρυχθεί δήθεν ακαδημαϊκός, στις διαβρωτικές, ατεκμηρίωτες και ανυπόστατες φήμες να αποδοθεί η διεθνής αναγνώρισή του σε προϊόν συνωμοσίας, η δήλωσή του κατά της δικτατορίας που συνοδεύθηκε με την αφαίρεση του διαβατηρίου του και τις συκοφαντικές επιθέσεις εναντίον του από τον Ελεύθερο Κόσμο και την Εστία (δύο εφημερίδες που υποστήριξαν τη δικτατορία), που εντοπίστηκαν στην αντιστροφή και διαστρέβλωση της συμμετοχής του Σεφέρη στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη Συμφωνία της Ζυρίχης.
Στις πιο ευχάριστες στιγμές του συγκαταλέγονται οι επισκέψεις σε διάφορες χώρες και πανεπιστήμια στο εξωτερικό ως προσκεκλημένος τους, οι εκδρομές στους Δελφούς, στην Καρδαμύλη και σε άλλα ελληνικά μέρη μαζί με αγαπητούς φίλους του και η φιλοξενία του Έζρα Πάουντ μαζί με τον Ζήσιμο Λορεντζάτο.
Σημειώνει Μεγάλο Σάββατο, 2 Μάη 1964: «Στον Επιτάφιο, στον Α-Δημήτρη το Λουμπαρδιάρη. Ο Επιτάφιος της Στέρνας. Στεκόμασταν αντίκρυ στην εκκλησιά στους πρόποδες του Φιλοπάππου. Κεριά αναμμένα τριγύρω κι αντίκρυ. Η σκοτεινή Ακρόπολη (όχι φωταγωγημένη, ευτυχώς) δεξιά. Ευωδιά από θυμάρι. Τα ίδια δεδομένα, όπως τότε, όμως τόσο πιο μακριά από τις ρίζες, και τόσο χαλασμένοι οι άνθρωποι . ρωτιέται κανείς γιατί ήρθαν – κουβεντιάζουν μεταξύ τους, όπως στο καφενέ. ήρθαν από συνήθεια που γίνεται ολοένα χωρίς περιεχόμενο. Και τ’ αυτοκίνητα στο στενό δρόμο, ανάμεσα στην εκκλησιά και στο λόφο, χαλνάν τον κόσμο με τα κλάξον. Αίσθημα πως η Ελλάδα, όπως τη δείχνει η Αθήνα, ολοένα στραγγίζει (σελ.43).»
Στις 16 Φεβρουαρίου 1965 σε εκδήλωση για τον Τ.Σ. Έλιοτ στο Βρετανικό Συμβούλιο: «Ήρθαμε εδώ, στα σαράντα του Θωμά Έλιοτ, για να συγκεντρωθούμε στη μνήμη του, ο καθένας όπως μπορεί. Δεν έχω τη δύναμη ν’ αφεθώ, αυτές τις μέρες, σε κριτικές σκέψεις. Ένα μόνο θέλω να σημειώσω. Ο θάνατος έδειξε πόσο ανεξίτηλα σφράγισε την εποχή του αυτός ο ποιητής και πόσο μεγάλο κενό μας άφησε φεύγοντας: «χάσμα σεισμού που βγάνει ανθούς» θα’ λεγε ο Σολωμός»(σελ.86)».
Στις 7 Μαρτίου 1965 σημειώνει ότι ο ακαδημαϊκός Χρήστος Καρούζος τον ενημέρωσε ότι μαζί με τον Η. Βενέζη και τον Γ. Αθάνα πρόκειται να τον προτείνουν για ακαδημαϊκό με τον όρο ότι θα υπέγραφε δήλωση ότι σε περίπτωση εκλογής του θα την δεχόταν. Ήταν τουλάχιστον άκομψο να μπαίνουν όροι στον Γ. Σεφέρη από την ελληνική ακαδημία μετά τη διεθνή αναγνώρισή του.
Στις 21 Μαρτίου 1965 επικρίνει το έργο του Ν. Καζαντζάκη (έχει προηγηθεί ο Γ. Θεοτοκάς, η Λιλή Ζωγράφου και ακολούθησε ο Ρένος Αποστολίδης): « Χτές είδαμε το Ζορμπά, το φίλμ του Κακογιάννη-Καζαντζάκη. Με δηλητηρίασε όλη τη νύχτα και σήμερα πρωί. Όχι από συναίσθημα εθνικής προσβολής, που ύστερα από βροντερές τυμπανοκρουσίες και παρασημοφορίες για την πρεμιέρα του στο Παρίσι, ανακαλύπτουν τώρα οι Έλληνες χωρίς να’ χουν το θάρρος ν’ αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα. Αλλά για την ανυπόφορη αναισθησία αυτού του ανθρώπου, του Καζ., που νομίζει πως είναι ευαίσθητος, που νομίζει πως είναι ερευνητής της αλήθειας για να μην πω φιλόσοφος. Δε με πειράζει ο σκοτωμός της χήρας – ούτε το πλιάτσικο στο σπίτι της ετοιμοθάνατης Ορτάνς. Όλα μπορεί να τα πει κανείς. Αν ένα χωριό στην Κρήτη ήταν κάποτε βάρβαρο, ήταν βάρβαρο. ποιος δεν ήταν βάρβαρος κάποτε –όλα μπορεί να τα πει κανείς– αλλά σ’ ένα έργο που διεκδικεί την ανθρωπιά το θέμα δεν είναι εκεί. Το θέμα είναι πως εξαγοράζει κανείς αυτά που γράφει κι αν δεν τα λέει στο βρόντο. Ψεύτικη γλώσσα, ψεύτικες πόζες, απομιμήσεις αισθημάτων μου φαίνεται είναι ο Καζαντζάκης. Και δεν βρέθηκε άνθρωπος να τον κρίνει, τόσα χρόνια που αλωνίζει ανάμεσό μας. Έχω την εντύπωση πως είμαστε συνηθισμένοι στην ψευτιά χρόνια και αιώνες. Μας αρέσει. Δεν έχουμε δύναμη ν’ αντιδράσουμε.» (σελ.94,95).
Στις 9 Ιουνίου 1965 σημειώνει για τον Τζιακομέτι: «Τα γλυπτά του Α.G. θαρρείς τα τρώει ο γύρω τους χώρος, σα να ήταν η θάλασσα. Πάει να τα αναλώσει ολόκληρα, να μη μείνει τίποτε. Το ενδιαφέρον που σου δίνει την εντύπωση ότι δεν τον ενδιαφέρει, δεν τον νοιάζει κι αν χαθούν ολωσδιόλου. Τα πολύ μικρά, τα μικροσκοπικά του A.G. μου φαίνονται τα πιο ενδιαφέροντα έργα του… μ’ ενδιαφέρει πολύ -αν μπορώ να πω- αυτή η πάλη του με το κενό» (σελ.100,101).
Στις 18 Ιουλίου 1965 επισκέπτονται μαζί με τον Ζήσιμο Λορεντζάτο τον Δημήτρη Πικιώνη στο σπίτι του στην Κυπριάδου με πρωτοβουλία του Γ. Σεφέρη: «Ήθελα να του κάνω ευχαρίστηση. Τον σέβομαι πολύ και μου είναι αγαπητός…Είχα πολλά χρόνια να τον ιδώ, πρέπει να είναι της γενιάς του Σικελιανού, δεν απομένουν πια πολλοί.» (σελ.103,104) Ο Πικιώνης τον υποδέχθηκε με μια περικοπή του Μεγάλου Βασιλείου για να σχολιάσει ο Σεφέρης «όμορφο καλοσώρισμα. Και λεπτό» (σελ. 104). Στις 19 Ιουλίου σημειώνει την διήγηση του Πικιώνη για το πως γνώρισε τον Α. Παπαδιαμάντη και τον Π. Γιαννόπουλο.

seferis-th1
Στις 5 Νοεμβρίου 1965 γευματίζει με τον Έζρα Πάουντ και την Όλγα Ράτζ. O E.P. θερμός αλλά ολιγομίλητος. Την επόμενη μέρα τον πήγε στους Δελφούς ο Γ.Π. Σαββίδης με τη σύζυγο του. Αφού επιστρέψουν, ο Ζ. Λορεντζάτος θα τον πάει στο Σούνιο.
Στις 10 Δεκεμβρίου 1965 σημειώνει ότι ο Μαρκεζίνης δήλωσε ότι το βραβείο Νόμπελ είναι ακέραιος θεσμός και δεν χωρούν επιρροές τρίτων. Με πολλή πίκρα σημειώνει την ψευδέστατη φήμη που διακινούν η άκρα δεξιά και η άκρα αριστερά ότι δήθεν πούλησε το Κυπριακό ενώ με επιστολές και υπόμνημα στον Αβέρωφ είχε διαφωνήσει με την Συμφωνία της Ζυρίχης.
Την 1η Αυγούστου 1966 σημειώνει: «Τις μέρες που πέρασαν διάβασα τις Μελέτες του Ζ.Λ(ορεντζάτου) (έκδοση Γαλαξία που μόλις κυκλοφόρησε) –πώς φαίνεται που αυτός ο άνθρωπος δεν έχει γυμναστεί αρκετά στο γράψιμο– και το μεγάλο ελάττωμα, σ’ αυτόν τον Χριστιανό ωστόσο, η στέρηση από κάθε ταπεινοφροσύνη» (σελ.123).
Στις 6 Φεβρουαρίου 1967 στους Δελφούς γράφει: «Ο τόπος μας είναι όμορφος. Μόνο που δεν είναι δικός μας. Πρέπει να τον κερδίζουμε κάθε μέρα» (σελ. 131).
Στις 6 Απριλίου 1967 στο Ηράκλειο σημειώνει για τον Μακρυγιάννη «Το έχω πει πολλές φορές: αυτός ο αγράμματος στάθηκε για μένα ένας μεγάλος δάσκαλος» (σελ.136) για να προσθέσει, «όπως βλέπετε, αποφεύγω να κάνω τη διάκριση δημοτική- καθαρεύουσα, γιατί, όπως και να το πάρουμε το πράγμα, η γλώσσα είναι μία. Όμως εκείνο που μας συμβαίνει είναι που έχουμε μια όμορφη γλώσσα με πλατιές εκτάσεις της νεκρές ακόμη. Έχουμε πολλή δουλειά ακόμη για να τη ζωντανέψουμε ολόκληρη (σελ.137).»
Στις 26 Νοεμβρίου 1967 ομολογεί ότι ασχολήθηκε με το Κυπριακό γιατί «με παρακινούσε η αλληλεγγύη που ένιωθα για τον κόσμο της Κύπρου που γνώρισα και αγάπησα (σελ.147).»
Στην Καρδαμύλη στην ίδια ημερομηνία σημειώνει: «Όπως κι αν είναι, κοιτάζοντας και μιλώντας με τους γύρω μου ανθρώπους, κοιτάζοντας τα χτίρια που έχτισαν άλλοτε, ένιωσα σε τούτο το χωριό περισσότερη αρχοντιά παρά όση βρίσκεται τώρα στην Αθήνα. Πιο ατόφια αρχοντιά. Άλλο αν τα φτιασίδια είναι πολύ πιο πλούσια στην πρωτεύουσα και τα μπιχλιμπίδια»(σ.148).
Στις 8 Οκτώβρη 1969 σημειώνει την ομολογία του Ε. Πανά, πρέσβη κάποτε στη Στοκχόλμη, ότι η ελληνική κυβέρνηση δραστηριοποιήθηκε για να μη λάβει ο Σικελιανός το βραβείο Νόμπελ (σελ.204).
Στις 30 Δεκεμβρίου 1969, μαζί με τον Λ. Καραπαναγιώτη πήγανε στο μαγαζί του Τσιτσάνη στην Καισαριανή.
Στις 31 Ιουλίου 1970 μεταφέρει λόγους του Χρήστου Γιανναρά: «Στο Παρίσι κάποιος είχε μαγνητοφωνήσει (φοιτητής) την ομιλία σας πέρσι – λίγοι συνάδελφοι μαζεύτηκαν στην κάμαρά του. Θα σας φανεί παράξενο, κλαίγαμε καθώς ακούγαμε» (σελ.233).

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*