Βιβλίο - Εκδηλώσεις - Πολιτισμός, Κινηματογράφος, Μόνιμες Στήλες, Ρήξη φ. 85

Fish n’ Chips

Η νέα ταινία του Ηλία Δημητρίου

του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από τη Ρήξη (φ. 85)

Να που στις μέρες της πιο βαθιάς κρίσης, μας δόθηκε η ευκαιρία να μιλάμε για ελληνικές ταινίες. Εκεί, μάλιστα, που κάποιοι θέλησαν τον κινηματογράφο ως το πρώτο θύμα του Μνημονίου. Κι όμως. Τρίτη χρονιά της κρίσης κι οι ελληνικές ταινίες βγαίνουν η μία μετά την άλλη στις αίθουσες. Μεγάλο μέρος του κοινού, βέβαια, μένει εσώκλειστο στο ίντερνετ και τα dvd. Εμείς προτείνουμε να βγείτε. Πολύ περισσότερο που η νέα ταινία του Ηλία Δημητρίου, Fish n’ Chips, θα παιχτεί και στα θερινά.

Η πιο βαθιά κι ακλόνητη ρίζα του ανθρώπου είναι η αγάπη. Πέρα από οποιαδήποτε κοινωνικά αιτούμενα ή πολιτικές αλληλεγγύης, τόσο δυσεύρετης σήμερα, αυτή επιμένει να κρατάει τους ανθρώπους δεμένους. Με δυο λέξεις, η νέα ταινία του Δημητρίου είναι ένα αυθεντικό λαβ-στόρι, τυπικό μελόδραμα με αρκετές κωμικές πινελιές. Και πάνω στην αγάπη γράφονται όλα τα δεινά αυτού του κόσμου. Ο Άντι (Ανδρέας) είναι ένας Ελληνοκύπριος, που με την Ανατολικογερμανίδα φίλη του Κάριν και την κόρη της Έμμα, δουλεύουν στο Λονδίνο ένα «φισάδικο», ένα Fish n’ Chips δηλαδή, που σερβίρει τηγανιτό ψάρι. Μαζί τους ζει η μάνα του Άντι, η οποία πάσχει από γεροντική άνοια και ξεχνά τα πάντα πλην ενός, ότι πρέπει να γυρίσει στην Κύπρο, για να πεθάνει στο σπίτι της, στην κατεχόμενη Καρπασία. Έρωτας και θάνατος. Οι δύο καταβολάδες της ζωής, που τα βάζουν με όλες τις δυνάμεις του θανάτου, σ’ έναν κόσμο βουτηγμένον στο αλλοπρόσαλο μηδέν. Παρίες της βρετανικής πρωτεύουσας, ο Άντι, η μάνα του, η Κάριν και η νεαρή «γκόθικ» Έμμα, θα βρεθούν επίσης παρίες στη σημερινή Κύπρο. Ο Άντι, υπακούοντας στην ασίγαστη νοσταλγία του και στη ακούραστη ερώτηση της μητέρας του, «πότε θα πάμε στην Κύπρο, γιε μου;», σε μια στιγμή παρόρμησης τα αφήνει όλα στο Λονδίνο και οδηγεί την οικογένειά του πίσω στην πατρίδα. Ποια πατρίδα; Ο ίδιος αρνείται να δείξει διαβατήριο για να πάει στο χωριό του στην Καρπασία, η Κάριν έρχεται από μια χώρα που δεν υπάρχει πια και η μάνα συνεχίζει να ρωτά: «Πότε θα πάμε στην Κύπρο, γιε μου;» Δεν αναγνωρίζει το νησί της στη νεόπλουτη Κύπρο. Το σπίτι του άλλου γιου, μεζονέτα με πισίνα και όλα τα κομφόρ, και η ημιδιαλυμένη οικογένειά του, είναι εντυπωσιακό, μα δεν αναπαύει κανέναν. Το μόνο που έχει μείνει είναι η σκιά μιας παλιάς αρχοντιάς: οι οικοδεσπότες παραχωρούν στους φιλοξενούμενους την κρεβατοκάμαρά τους…
Ο Δημητρίου, με κλασική κινηματογραφική αφήγηση, στα ίχνη ενός σύγχρονου ρεαλιστικού σινεμά, δίνει μια ταινία καθαρογραμμένη και άψογη ως προς τα τεχνικά της χαρακτηριστικά. Καταφέρνει να κρατήσει το θεατή έως το τέλος, δίνοντας με καθαρότητα και εγγύτητα τους χαρακτήρες. Το σενάριό του, που βαδίζει γρήγορα, με συνεχόμενες τις ανατροπές για τους ήρωες, ίσως ξενίζει με την «μπαναλιτέ» της αγάπης, που σας έλεγα πριν. Αυτό ίσως είδαν και ονόμασαν «σεναριακή αδυναμία». Είμαστε, βλέπεις, μαθημένοι στην «αποδόμηση» και τη διάλυση, σ’ έναν μηδενισμό που πάει γάντι σ’ αυτό το χρηματιστηριοκατεχόμενο παγκόσμιο χωριό που κατοικούμε. Το θέμα μάλιστα, όλο αυτό το χάος με τις πατρίδες και τις ταυτότητες («Πακιστανό» βρίζουν τον Άντι στο Λονδίνο, «Εγγλέζο» τον λένε στην Κύπρο)  θα πήγαινε γάντι σε μια τέτοια ταινία. Ευτυχώς, ο Δημητρίου –όπως κι ο Καουρισμάκι κι οι αδελφοί Νταρντέν, που είδαμε φέτος– δεν τους έκανε τη χάρη. Πέρα από τα συνήθως αναμενόμενα, η ιδιότυπη αυτή οικογένεια θα καταφέρει να επιβιώσει και να οικοδομήσει τη δική της ταυτότητα με άξονα το «φισάδικο». Ο Άντι είναι ένας καλός άνθρωπος «και το νήπιο το προφύλλαξε ο Θεός, το έσωσε από την καταστροφή, αυτός και οι άγιοι αυτού», όπως θα μονολογούσε ο ντοστογιεβσκικός Λέμπεντιεφ στον «Ηλίθιο». Έτσι είναι. Καμιά καταστροφή δεν καταφέρνει να παρασύσει αυτές τις τρεις υπάρξεις, που αποδιωγμένες σφίγγονται ολοένα και περισσότερο η μια κοντά στην άλλη.
Ο Μάριος Ιωάννου είναι μια έξοχη φιγούρα στο ρόλο του Άντι, σωματικός και πλούσιος ηθοποιός κατάφερε, με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη, να ζωντανέψει έναν ατόφιο καθημερινό ήρωα. Κοντά του η Μαρλέν Καμίνσκι, η Κάριν, με ένα παίξιμο που στηρίζεται σε ημιτόνια πάνω στη θλιμμένη της μορφή, και η Άννε-Μαρί Ο’ Σάλιβαν, που μας δίνει μια δροσερή Έμμα, απελπισμένη και ξένοιαστη συνάμα. Η Άλκηστις Παυλίδου στο ρόλο της μάνας είναι περισσότερο δραματικά ασάλευτη και ο Διομήδης Κουφτερός, ο νεώτερος αδελφός, ο Ανέστης, δένει καλά με τον Ιωάννου. Στη καλογραμμένη φωτογραφία ο Γιώργος Γιανέλλης, βοηθός του Αρβανίτη, και στο μοντάζ ο ίδιος ο σκηνοθέτης, με τη βιρτουόζα Ιωάννα Σπηλιωπούλου.
Ο Ηλίας Δημητρίου, βραβευμένος για τις μικρού μήκους και τα ντοκιμαντέρ του (Merry Kitschmas 2000, Πύλα, αυτοί που πάντα έμεναν μαζί 2004, Πρόβα Παλτού 2006 κ.ά), δίνει την πρώτη μεγάλου μήκους του, που βραβεύθηκε από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου και έχει παιχτεί ήδη σε πολλά φεστιβάλ. Γεννημένος στην Αμμόχωστο, δηλώνει ο ίδιος ότι δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα που να μη σκεφτεί το σπίτι του… Πώς αλλιώς;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*