Άρδην τ. 85

Η κρίση των συμμαχιών και οι συντεχνίες*

Είκοσι τρία χρόνια μετά…

Σε ένα κείμενό μας, γραμμένο στα τέλη της δεκαετίας του 1980, προσπαθούσαμε να επισημάνουμε το πρόβλημα της κρίσης των συμμαχιών της ΕΛΕ («Εθνικής Λαϊκής Ενότητας» για τους νεωτέρους), η οποία αποτελούσε τον πολιορκητικό κριό του ΠΑΣΟΚ για την εκπόρθηση της εξουσίας το 1981.
Η ΕΛΕ ήταν η περιβόητη συμμαχία των αγροτών, των εργατών και των «μικρομεσαίων», που θα έφερνε τη «σοσιαλιστική Αλλαγή», που ευαγγελιζόταν ο Ανδρέας. Αυτή, μπροστά στα αδιέξοδα  ενός κοινωνικού κράτους που κατασκευαζόταν όχι με αναδιανομή του πλούτου αλλά, κατ’ εξοχήν, με δανεικά, μπήκε σε κρίση ήδη από το 1985, όταν ο Παπανδρέου επέβαλε, με υπουργό Οικονομικών τον Κ. Σημίτη, μια πρώτη πολιτική λιτότητας και άρχισε η πρώτη μεγάλη σύγκρουση με τα συνδικάτα.
Από τότε αναδεικνύονται και οι βαθύτατες παθογένειες του ελληνικού σοσιαλιστικού πειράματος, που διογκώνει το κράτος, χωρίς ταυτόχρονα να το μεταβάλλει σε επιτελικό όργανο για μια αυτόκεντρη οικονομική ανάπτυξη. Το ΠΑΣΟΚ δεν αλλάζει την υφή του κράτους, από πελατειακό σε παρεμβατικό-αναπτυξιακό, απλώς το διογκώνει, με αποτέλεσμα ο εξισωτισμός, αντί να ωθεί την ελληνική κοινωνία προς μια δικαιότερη αναδιανομή, να καταλήγει σε ένα σπάταλο πελατειακό κράτος. Συνέπεια αυτού ήταν η γενίκευση της διαφθοράς, στην οποία ενεπλάκησαν ευρύτατα κοινωνικά στρώματα μικρομεσαίων. Γύρω στα 1988, όταν η μεταπολίτευση έφθανε στο τέλος της, βρεθήκαμε σε ένα κομβικό σημείο. Είτε οι κοινωνικές κατακτήσεις της μεταπολίτευσης θα μεταβάλλονταν σε ένα νέο σύστημα, που θα ανέτρεπε ουσιαστικά την κυριαρχία του κεφαλαίου, είτε το σύστημα θα κατέρρεε μέσα στη γενικευμένη ανευθυνοποίηση και διαφθορά.
Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε τη συγκυρία της εποχής. Στο υπαρκτό ακόμα «σοσιαλιστικό στρατόπεδο», γίνονται οι τελευταίες προσπάθειες για τη σωτηρία του συστήματος μέσα από την αυτομεταρρύθμισή του. Είναι η εποχή Γκορμπατσώφ. Στη Δύση, έχει αρχίσει η γενικευμένη επίθεση του νεο-φιλελευθερισμού, με τον Ρήγκαν και τη Θάτσερ, ενάντια στο κοινωνικό κράτος και την οιονεί εργατική εξουσία της δεκαετίας του 1970 και των απαρχών του 1980.
Στην Ελλάδα, η μεταπολίτευση μόλις κλείνει τον κύκλο των αναδιανεμητικών και δημοκρατικών κατακτήσεών της. Η κοινωνία, η οικονομία, το πολιτικό σύστημα βρίσκονται σε  κρίση. Το πολιτικό σύστημα καταρρέει με το σκάνδαλο Κοσκωτά και την ανατροπή των πολιτικών συμμαχιών. Η Ελλάδα φαίνεται ώριμη για μεγάλες αλλαγές. Είτε προς τη μια –τον νεο-φιλελευθερισμό– είτε προς την άλλη κατεύθυνση – την υπέρβαση της καπιταλιστικής ρύθμισης της οικονομίας. Διότι το σύστημα της πρώιμης μεταπολίτευσης δεν μπορεί πλέον να επιβιώσει. Το χρέος πλησιάζει το 100% του ΑΕΠ, η οικονομία βρίσκεται καθηλωμένη, σε μηδενική ή αρνητική ανάπτυξη, οι κοινωνικές δυνάμεις βρίσκονται σε απόλυτη ισορροπία.
Το ΠΑΣΟΚ εγκαινιάζει το aggiornamento, που επρόκειτο να ολοκληρώσει ο Γεώργιος Παπανδρέου ο μικρός, είκοσι χρόνια αργότερα. Στο εσωτερικό, επίθεση στις «συντεχνίες», που εξ άλλου δεν έχουν καθόλου τα σημερινά χαρακτηριστικά των σκληρυμένων γραφειοκρατιών αλλά διατηρούσαν κάτι από την αγωνιστική φρεσκάδα των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων. Στο εξωτερικό, το «Νταβός» και η υποταγή στα κελεύσματα  του πρώτου νεο-οθωμανού πρωθυπουργού, του Τουργκούτ Οζάλ. Η αντίσταση των κοινωνικών δυνάμεων είναι ισχυρότατη και προμηνύονται σκληρότατες συγκρούσεις. Είτε η Ελλάδα θα βάδιζε προς μια μορφή μεσογειακού, μη καπιταλιστικού καθεστώτος είτε θα έπρεπε να συντρίψει τις κοινωνικές ισορροπίες της Μεταπολίτευσης και να επιστρέψει στον νεο-φιλελευθερισμό, αλά Μητσοτάκη.
Τότε, το 1988, έγραψα το βιβλίο μου Κράτος και Κοινωνία στη Μεταπολίτευση, που αποτελούσε εργασία μου στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων 7, όπου προσπαθούσα  να διερευνήσω την πιθανότητα μιας αντικαπιταλιστικής εξόδου από την κρίση, η οποία θα διαρκέσει μέχρι το 1993.
Ωστόσο, η «τελική μάχη» δεν δόθηκε ποτέ. Διότι η κατάρρευση του σοβιετικού στρατοπέδου μετέβαλε άρδην τους παγκόσμιους συσχετισμούς. Άρχισε η εποχή της παγκοσμιοποίησης, με μια καταπληκτική συνέπεια για την Ελλάδα, την εισροή εκατοντάδων χιλιάδων εξαθλιωμένων μεταναστών στη χώρα. Το κοινωνικό παιγνίδι μετεβλήθη αποφασιστικά. Η «μεγάλη σύγκρουση» με τις συντεχνίες «αναβάλλεται», παρά τις προσπάθειες Γιαννίτση, παρά τις ιδιωτικοποιήσεις, παρά την ιδεολογική αντεπανάσταση που αρχίζει – με τα Νίτρο, Κλικ, Στάτους και άλλα φύλλα που εξέδιδαν μετανοημένοι σταλινικοί και ΠΑΣΟΚοι, εκθειάζοντας τα αγαθά του καπιταλισμού απέναντι στον καταρρεύσαντα κρατικό σοσιαλκαπιταλισμό.
Οι «συντεχνίες» παραμένουν σχετικά αλώβητες και προσχωρούν στο νέο σύστημα εξουσίας, που, από το 1993 και μετά, σηματοδοτεί την «επιστροφή» του ΠΑΣΟΚ στη Δύση και τον εθνομηδενισμό, διαμορφώνοντας μια νέα κοινωνική συμμαχία ανάμεσα στους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες και τις συντεχνίες. Έτσι, για είκοσι χρόνια, διαιωνίζεται ένα παιγνίδι που στηρίζεται κατ’ εξοχήν στις πλάτες της απλήρωτης εργασίας των μεταναστών και το οποίο, παρά την ενίσχυση του τραπεζιτικού κεφαλαίου, αφήνει σχετικά αλώβητα τα μικρομεσαία στρώματα, διαφθείροντάς τα και παρασιτοποιώντας τα σε πρωτοφανή κλίμακα για την Ελλάδα.  
Κατά συνέπεια, το εγχείρημα του «βαθέματος» της μεταπολίτευσης προς μια δικαιότερη κοινωνία, για το οποίο παλεύαμε από το 1974 και μετά, θα υποκύψει μπροστά στις κατακλυσμιαίες συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και της μαζικής υποκατάστασης των Ελλήνων εργαζομένων από την απλήρωτη εργασία των μεταναστών. Έτσι όμως, τα παρασιτικά χαρακτηριστικά διαιωνίστηκαν και βάθυναν με το σύστημα του γενικευμένου δανεισμού και, όταν ήρθε η στιγμή της κρίσης του 2008, η Ελλάδα όχι μόνο είχε γίνει πιο παρασιτική παραγωγικά αλλά είχε απολέσει και τις κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να χαράξουν μια άλλη πορεία. Είχε παρασιτοποιηθεί μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού.  
Γι’ αυτό και δεν μπορούν ακόμα να υπάρξουν συνεκτικές και πλειοψηφικές  προτάσεις για μια συντεταγμένη έξοδο από την κρίση, γι’ αυτό και κυριαρχεί ένα δίπολο από άναρθρες κραυγές και απάθεια, αγανάκτηση και ανημπόρια. Γιατί το παιγνίδι της μεταπολίτευσης χάθηκε από το 1989-1992.
Και εφ’ όσον η λύση του δράματος «αναβλήθηκε» για είκοσι χρόνια, η μεταπολίτευση, σε όλες τις συνιστώσες της, δεν διαθέτει την εσωτερική δυναμική για να ανατρέψει, σήμερα, τη νεο-φιλελεύθερη συνταγή. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτό για το οποίο παλεύουμε άμεσα είναι η μείωση των συνεπειών της κρίσης για τα λαϊκά στρώματα και κυρίως η κοινωνική και πολιτική τους ανασυγκρότηση και η αποφυγή των πιο καταστροφικών επιπτώσεων, με την καταγγελία, εδώ και τώρα, του Μνημονίου και την εκδίωξη της κατοχικής κυβέρνησης των κούισλινγκ.

Γιώργος Καραμπελιάς

Η κρίση των συμμαχιών της ΕΛΕ παρουσιάστηκε από το ΠΑΣΟΚ και τον φιλικό του τύπο, από τα περιοδικά και τους ελάχιστους διανοούμενους που υποστηρίζουν ανοικτά τη νέα πολιτική στροφή, σαν σύγκρουση με τις «συντεχνίες» τις οποίες ανακάλυψαν ξαφνικά. Συντεχνίες στο Πανεπιστήμιο, στον δημόσιο τομέα, στους τραπεζοϋπάλληλους, στη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ, κ.λπ. Οι σύμμαχοι της προηγούμενης περιόδου μεταβάλλονται σε αντιπάλους. Η «πάλη ενάντια στις συντεχνίες» αποτέλεσε παγκόσμιο κομβικό στοιχείο της παραγωγικής αναδιάρθρωσης στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 ή στη δεκαετία του ‘80. Η Θάτσερ εκστράτευσε ενάντια στους ανθρακωρύχους και τους τυπογράφους με την ίδια ορολογία: την «πάλη ενάντια στις συντεχνίες». Ο Ρήγκαν επιτέθηκε στους εργαζόμενους στις αεροπορικές υπηρεσίες, το ιταλικό κεφάλαιο ενάντια στους εργαζόμενους της αυτοκινητοβιομηχανίας και τους εργάτες της αλυσίδας παραγωγής στα μεγάλα εργοστάσια, η σοσιαλιστική κυβέρνηση Μιττεράν ενάντια στους σιδηρουργούς, κ.ο.κ. Στην Ελλάδα, η ιδιαιτερότητα της αντισυντεχνιακής πάλης είναι πως δεν στρέφεται ενάντια σε τομείς που βρίσκονται σε παραγωγική και τεχνολογική υποχώρηση, σε κρίση, αλλά σε τομείς κεντρικούς για την αναπαραγωγή του παραγωγικού και κοινωνικού συστήματος. Το εργοστασιακό κίνημα είχε ήδη υποχωρήσει από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 και δεν συνιστούσε συγκροτημένη απειλή. Έτσι το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε υποχρεωμένο να αναμετρηθεί με εκείνες τις «εξασφαλισμένες» δυνάμεις των εργαζομένων και με τους φοιτητές που, από ένα σημείο και μετά, αποτέλεσαν την κοινωνική και πολιτική πρωτοπορία της ΕΛΕ. Από το 1978, και κυρίως μετά το 1979, στην πρωτοπορία των απεργιακών αγώνων τα κλασικά εργατικά στρώματα υποσκελίζονται από τα λεγόμενα «μεσαία μισθωτά στρώματα» που απασχολούνται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τις τράπεζες και απολαμβάνουν ορισμένα προνόμια, ιδιαίτερα σημαντικά μετά το 1981 που η ανεργία θίγει καίρια το βιομηχανικό τομέα. Δεν κινδυνεύουν από τις απολύσεις και οι τομείς στους οποίους απασχολούνται βρίσκονται σε επέκταση. Οι εργαζόμενοι στις τράπεζες, τη ΔΕΗ, τον ΟΤΕ, οι εκπαιδευτικοί και τέλος οι φοιτητές αυξάνονται με ταχύτατους ρυθμούς τη στιγμή που οι εργάτες της βιομηχανίας αρχίζουν να μειώνονται. Εκτός αυτού, σε μια χώρα με έντονη διασπορά της παραγωγής, αποτελούν δυνάμεις εξαιρετικά συγκεντρωμένες και συμπαγείς με χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδες άτομα. Η ΟΤΟΕ, η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, η ΟΛΜΕ, οι νοσοκομειακοί, οι εργαζόμενοι της ΕΑΣ ή του ΗΛΠΑΠ, κ.λπ., συγκροτούν το νευραλγικό κέντρο των διεκδικήσεων των μισθωτών. Αν σ’ αυτούς προσθέσουμε και τους φοιτητές, αποκτούμε μια εικόνα του «συνδικαλιστικού κατεστημένου» και της ισχύος των «συντεχνιών» που τόσο φοβάται ο Οικονομικός Ταχυδρόμος. «Συντεχνιών» των οποίων η ισχύς επιβεβαιώθηκε τα τελευταία χρόνια των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας, η οποία απέτυχε, για παράδειγμα, να «εκσυγχρονίσει» την εργασία στις τράπεζες με την επέκταση του ωραρίου τα απογεύματα, ή όταν υποχώρησε κακήν κακώς μπροστά στις καταλήψεις των Πανεπιστημίων το 1979 στην προσπάθεια να επιβάλει με τον «Νόμο πλαίσιο» μια εντατικοποίηση και σκλήρυνση των εξεταστικών μέτρων στα Πανεπιστήμια.
Η επέκταση του δημόσιου τομέα μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ και η αύξηση του αριθμού των σπουδαστών (οι εισακτέοι στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πλησίασαν τις 50.000 στα 1985-86) ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο τις «συντεχνίες». Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να ανέβηκε στηριζόμενο σ’ αυτές, αλλά μετά το 1985 αποτέλεσαν το κυριότερο φόβητρο και αντίπαλό του.
Η αδυναμία απόλυσης τους επιτρέπει μια εντελώς διαφορετική συμπεριφορά απ’ ό,τι τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα. Την ίδια στιγμή που οι κυριότεροι εργατικοί αγώνες, ιδιαίτερα μετά το 1982, παίρνουν αμυντικό χαρακτήρα ενάντια στο κλείσιμο εργοστασίων, ενάντια σε απολύσεις, κ.λπ., οι κινητοποιήσεις των τομέων που προαναφέραμε εξακολουθούν να είναι επιθετικές, για αυξήσεις, για μείωση ωρών εργασίας, για βελτίωση συνθηκών εργασίας, για ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις, κ.λπ. Την ίδια στιγμή που, σε όλη τη Δύση, η κρίση στρέφει τους εργαζόμενους σε συντηρητικότερες και αμυντικές λογικές εξασφάλισης απέναντι στον κίνδυνο της ανεργίας, έστω και με τίμημα τη συρρίκνωση των εισοδημάτων τους, στην Ελλάδα κέντρο βάρους του συνδικαλιστικού κινήματος αποτελούν οι κλάδοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα που επιβάλουν μια σημαντική «απόκλιση» από τη διεθνή συγκυρία. Στην Ελλάδα, μεσούσης της δεκαετίας του ‘80, εξακολουθεί εν πολλοίς να επιβιώνει το πνεύμα του «68» σε χώρους και έκταση που ούτε θα μπορούσαμε να διανοηθούμε σε άλλες χώρες. Αυτή ήταν η «τιμωρία» που η αποβιομηχάνιση και η διόγκωση του δημόσιου και τριτογενούς τομέα ήρθε να επιβάλει στο ελληνικό κεφάλαιο! Σ’ αυτούς ακριβώς τους τομείς μετατέθηκε το κέντρο του συνδικαλιστικού κινήματος. Η καθυστερημένη από παραγωγική άποψη Ελλάδα δείχνει σημεία ενός καταπληκτικού «μοντερνισμού», μεταφορά του κέντρου βάρους του εργατικού κινήματος στο χώρο του κοινωνικού και κρατικού «εργοστασίου», πολύ πριν συμβεί κάτι τέτοιο στις χώρες της Δύσης! Πραγματικότητα που εξηγεί εν μέρει και το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν μπόρεσε να κυριαρχήσει το πνεύμα του θατσερισμού και του νεοφιλελευθερισμού. Η συρρίκνωση του ιδιωτικού τομέα, και ιδιαίτερα του βιομηχανικού, έχει σαν συνέπεια την αδυναμία κυριαρχίας του πνεύματος της αποδοτικότητας και της παραγωγικότητας που ξαπλώθηκε στη Δύση, της επιστροφής στην «ανισότητα» ώστε να ξαναδημιουργηθούν κίνητρα στην παραγωγή. Εδώ, αντίθετα, επεκτάθηκε το πνεύμα του εξισωτισμού!
Αν μελετήσουμε τις αποδοχές των μισθωτών σε τομείς όπως οι Τράπεζες ή οι Δημόσιες Επιχειρήσεις, θα παρατηρήσουμε πως η περίοδος της μεταπολίτευσης, και ιδιαίτερα εκείνη του 1981-85, υπήρξε μια περίοδος έντονου κοινωνικού εξισωτισμού. Οι διαφορές μισθών μειώθηκαν κατά πολύ.
Η προσέγγιση ανάμεσα σε υψηλόμισθους και χαμηλόμισθους πήρε κυριολεκτικά διαστάσεις «χιονοστιβάδας». Σε εφτά χρόνια, στο δημόσιο τομέα, η σχέση ανάμεσα σε υψηλούς και χαμηλούς μισθούς πέρασε από το 4,2 στο 2,4. Το ίδιο, σε μικρότερη κλίμακα, παρατηρήθηκε και στον ιδιωτικό τομέα, ενώ στις τράπεζες η προσέγγιση ήταν ακόμα μεγαλύτερη.
Η επίδραση της εφαρμογής της ΑΤΑ υπήρξε καθοριστική στο βαθμό που μόνο οι χαμηλόμισθοι την εισέπρατταν εξ ολοκλήρου, γεγονός που επέτεινε τον μισθολογικό εξισωτισμό. Τα σωματεία των χώρων αυτών, παρά τα προνόμια των συνδικαλιστικών τους γραφειοκρατιών, αποτελούν σε μεγάλο βαθμό έκφραση αυτής της ομοιογενοποιημένης μάζας μισθωτών που, αν και σχετικά «προνομιούχα» σε σύγκριση με τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν τους προνομιούχους αυτής της χώρας (όπως είδαμε ήδη, το κέντρο των προνομίου και του παρασιτισμού θα πρέπει να αναζητηθεί σε άλλα στρώματα και κατηγορίες!)
Ας δούμε όμως τα επιχειρήματα όσων εκστρατεύουν ενάντια στις «συντεχνίες». Κατά τα λεγόμενα τους, «ο εξισωτισμός των συντεχνιών» αποτελεί αντικίνητρο για την παραγωγικότητα, γιατί με την επέκταση της προαγωγής σύμφωνα με την αρχαιότητα, την έλλειψη σημαντικών εισοδηματικών διαφοροποιήσεων, δεν δημιουργείται ισχυρό κίνητρο στην παραγωγή και τον εκσυγχρονισμό. Κατά συνέπεια δύο τινά μπορεί να συμβούν: είτε μέσα στους ίδιους τους χώρους των δημοσίων ή οιονεί δημοσίων οργανισμών θα πραγματοποιηθεί μια μεταρρύθμιση που θα επαναβεβαιώσει την ιεραρχία και την εισοδηματική διαφοροποίηση, είτε θα επεκταθεί ο ιδιωτικός τομέας και η μαύρη εργασία και θα επιβάλει «από τα έξω» τις αρχές της παραγωγικότητας και της αποδοτικότητας. Πρόκειται για ένα ζήτημα που τέθηκε σε παγκόσμια κλίμακα μετά το «1968». Οι κατακτήσεις των εργαζομένων, των μειονοτήτων, των νέων, των γυναικών, μείωσαν την ιεραρχία και τις εισοδηματικές ανισότητες. Κατά συνέπειτα ένα σύστημα που σε αυτές τις ανισότητες στηρίζει τα κίνητρα και το modus operandi του βρίσκεται ξαφνικά ξεκρέμαστο. Γιατί βέβαια το σύστημα της κυριαρχίας του κεφαλαίου δεν εξέλιπε απόλυτα. Ποιο μπορεί, λοιπόν, να είναι το παραγωγικό κίνητρο του συστήματος κάτω από αυτές τις συνθήκες; Πράγματι, η μείωση της ιεραρχίας και των εισοδηματικών διαφορών, για να μην είναι «αντιπαραγωγική», απαιτεί ένα σύστημα με διαφορετικά κίνητρα για την παραγωγή, κίνητρα κοινωνικής αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας, κίνητρα που θεμελιώνονται στη συλλογική προσπάθεια για την οικοδόμηση ενός κόσμου με λιγότερη κοινωνικά αναγκαία εργασία και διαφορετικό πρότυπο αναγκών. Και μια τέτοια πορεία δεν στηρίζεται απλά στη μείωση των εισοδηματικών διαφορών και της ιεραρχίας, αλλά την προϋποθέτει! Για να υλοποιηθεί όμως δεν μπορεί να μείνει μόνο στη μείωση της ιεραρχίας, αλλά απαιτεί την υπευθυνοποίηση των εργαζομένων και την άρνηση της δημοσιοϋπαλληλικής αδιαφορίας. Και μόνο ένας τρόπος υπάρχει για κάτι τέτοιο: Η επιμονή προς την ίδια κατεύθυνση, ώστε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να αναλάβουν αυξημένες ευθύνες στη διαχείριση των επιχειρήσεων. Και ως προς αυτό το σημείο πιστεύουμε πως το ελληνικό εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα καθυστερεί απελπιστικά: Η διεκδίκηση του μισθολογικού εξισωτισμού δεν συνοδεύτηκε πραγματικά από επιμονή στην ανάληψη της διαχείρισης, πράγμα που θα υποκαθιστούσε το παλιό κίνητρο του «βούρδουλα» των εισοδηματικών διαφορών και της ιεραρχίας με ένα νέο που θα εμπεριέχει αυξημένα στοιχεία συλλογικής ευθύνης και υπευθυνότητας των εργαζομένων.
Εδώ αγγίζουμε ένα συνολικότερο πρόβλημα που αφορά την ελληνική ιδεολογία, την ελληνική «ψυχή», ιδιαίτερα στα μεταπολιτευτικά χρόνια, της κρίσης της συλλογικότητας και της συλλογικής συμπεριφοράς. Στην Ελλάδα, εξαιτίας της ίδιας της οικονομικής συγκρότησης της χώρας -μεγάλο βάρος της αυτοαπασχόλησης και της ιδιωτικής αυτοπαραγωγής- και ίσως ακόμα περισσότερο εξαιτίας της ιστορίας της -σχετικά πρόσφατη απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό- επιβιώνουν κρατικές δομές και οικογενειακή συμπεριφορά ιδιαίτερα αυταρχικές. Μέχρι το 1974, τα πάντα, από τη δομή των κομμάτων και του κράτους, μέχρι τις διαπροσωπικές σχέσεις, στηρίζονταν στην αρχή της ιεραρχίας, της αυθεντίας και της εξουσιαστικότητας. Η ελληνική κοινωνία, η ελληνική επιχείρηση, η δημόσια υπηρεσία, κ.λπ., λειτουργούσαν με τις αρχές της πειθαρχίας και της ιεραρχίας, της εισοδηματικής διαφοροποίησης, κ.λπ. Η μεταπολίτευση ανέτρεψε, ή έστω κλόνισε ισχυρότατα, αυτές τις αρχές. Για πρώτη φορά αμφισβητείται η ιεραρχία και ο βούρδουλας. Οι υφιστάμενοι παύουν να φοβούνται τους προϊστάμενους, οι χαφιέδες γίνονται άχρηστοι, γιατί η «εργασία» τους χάνει το αντικείμενό της, η χώρα για πρώτη φορά στην ιστορία της «αποχαφιεδοποιείται». Η αρχή της αυθεντίας παύει να διέπει τις οικογενειακές ή διαπροσωπικές σχέσεις. Τι αντικαθιστά όμως αυτή την παλιά δομή, αυτή την παλιά ηθική; Το γενικευμένο χάος και αλαλούμ, η αδιαφορία, η ευθυνοφοβία, η έλλειψη κινήτρου στην παραγωγή, η ηθική διάλυση. Πράγματι, η κατάρρευση της αρχής της αυθεντίας δεν συνοδεύτηκε από την οικοδόμηση μιας νέας λογικής, μια νέας ηθικής της εργασίας και των διαπροσωπικών σχέσεων. Μια φοβερή έλλειψη δημιουργικότητας σφράγισε την εθνική ζωή. Για άλλη μια φορά, μόνο όποιος έχει «δική του» δουλειά ενδιαφέρεται γι’ αυτήν. Ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις του δημοσίου τομέα, η εξάλειψη της πειθαρχίας του βούρδουλα δεν αντικαταστάθηκε από κάποια νέα ηθική της υπευθυνότητας, στο βαθμό μάλιστα που οι πολιτικοί θεσμοί και τα όργανα αποφάσεων συνέχισαν να παραμένουν ξένα προς τους εργαζόμενους. Ούτε όμως και ο συνδικαλισμός αυτών των στρωμάτων έβαλε αιτήματα που να αφορούν αυτό καθεαυτό το περιεχόμενο και τη νέα οργάνωση της εργασίας1. Το παλιό σύστημα έμεινε αναλλοίωτο από δομική άποψη, χωρίς όμως το νευρικό σύστημά του, που ήταν η πειθαρχία, η ιεραρχία, η μισθολογική διαφοροποίηση. Το αποτέλεσμα είναι η γενικευμένη διάλυση που παρατηρείται. Αυτή την κρίση αξιών, ηθικής και αρχών θα τη διαπιστώσουμε και οτα πιο ασήμαντα πράγματα2.
Η πρόταση, λοιπόν, των οπαδών της αποδοτικότητας και της εργασιακής πειθαρχίας είναι η εξής: Μια και οι εργαζόμενοι αποδεικνύονται ανεύθυνοι και ανίκανοι να αυτοδιαχειριστούν την εργασία τους, θα πρέπει να επιστρέψουμε στις παλιές καλές δοκιμασμένες συνταγές του βούρδουλα, της ιεραρχίας και της εκ νέου επέκτασης της εισοδηματικής ανισότητας. Οι διάφοροι Παπανδρόπουλοι, πρόθυμοι πάντα να εξάγουν τα συμπεράσματα από την κρίση της παραγωγής στην Κίνα ή τη Σοβιετική Ένωση, εκδίδουν αδιάκοπα καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον του «εξισωτισμού». Ζήτω η ανισότητα λοιπόν, γιατί μόνη αυτή μπορεί να είναι αποδοτική! Ζήτω η παλιά καλή ηθική της «προσπάθειας», του κέρδους, της επαναφοράς της θανατικής καταδίκης, της αστυνόμευσης, κ.λπ. Αυτά υπήρξαν τα συνθήματα της λεγόμενης νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης μετά την εξισωτική θύελλα του «΄68». Και όμως, τα γεγονότα και οι αριθμοί διαψεύδουν αυτή τη λογική. Η ισχυρότερη βιομηχανική χώρα της Ευρώπης, η Γερμανία, έχει πολύ μικρότερες εισοδηματικές ανισότητες όχι μόνο από την Ελλάδα, αλλά και από χώρες όπως η Γαλλία. Το 1978, τα στελέχη της γερμανικής βιομηχανίας απολάμβαναν κατά μέσον όρο εισοδήματα κατά 90% ανώτερα από εκείνα των ειδικευμένων εργατών και οι τελευταίοι κερδίζουν 15% περισσότερο από τους ανειδίκευτους εργάτες. Στη Γαλλία την ίδια χρονιά, τα στελέχη κέρδιζαν 185% πάνω από τους ειδικευμένους εργάτες και οι τελευταίοι κέρδιζαν 20% περισσότερο από τους ανειδίκευτους. Η εισοδηματική βεντάλια των μισθωτών σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία, κυμαίνεται στο 1:6 ή 1:7, ενώ σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Γερμανία, η Σουηδία, κ.λπ., κυμαίνεται ανάμεσα στο 1:2,5 και 1:4 .
Οι συνολικές εισοδηματικές διαφορές σε ένα σύνολο δυτικών χωρών, ανάμεσα στους πιο πλούσιους και τους πιο φτωχούς συνολικά (και όχι πλέον ανάμεσα στους μισθωτούς, όπου η τάση για μείωση των εισοδηματικών διαφορών επιβεβαιώθηκε σε όλες τις χώρες), παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα.
Χώρες τόσο διαφορετικές όπως η Ολλανδία και η Ιαπωνία παρουσιάζουν πολύ μικρότερες εισοδηματικές ανισότητες ανάμεσα στους πιο πλούσιους και τους πιο φτωχούς, ενώ αντίστροφα η Γαλλία, η Ιταλία και οι ΗΠΑ εμφανίζονται πολύ περισσότερο άνισες στην κατανομή του εισοδήματος. Μήπως άραγε η Ολλανδία και η Ιαπωνία είναι λιγότερο αποδοτικές  οικονομικά από τις ΗΠΑ ή την Ιταλία; Θα λέγαμε ότι ισχύει μάλλον το αντίθετο. Η θεωρία λοιπόν της ανισότητας, και της επανεπιβεβαίωσης των εισοδηματικών διαφορών σαν μοναδικού κινήτρου για την ανάκαμψη της παραγωγής, της παραγωγικότητας και της ηθικής της εργασίας, είναι απλό προπαγανδιστικό επιχείρημα και αντικρούεται από την ίδια την πραγματικότητα των αναπτυγμένων δυτικών χωρών. Αντίθετα, θα λέγαμε ότι σε εκείνες τις χώρες όπου είτε είναι αναπτυγμένη η κοινωνική και αναδιανεμητική παρέμβαση του κράτους, όπως στην Ολλανδία και το Βέλγιο, είτε η δομή της εργασίας είναι παραδοσιακά συμμετοχική (Ιαπωνία), εκεί οι εισοδηματικές διαφορές είναι μικρότερες. Η Ελβετία, η πλουσιότερη χώρα της Δύσης, με τεράστια συσσώρευση πλούτου και υψηλών εισοδημάτων, παρουσιάζει σχέση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς παρόμοια με εκείνη της Βρετανίας, ποσοστό σαφώς μικρότερο από το ελληνικό.
Στις ελληνικές συνθήκες λοιπόν, η διαμόρφωση μιας νέας ισορροπίας δεν είναι ανάγκη να αναζητηθεί στην επιστροφή, έστω μερική και πιο ήπια, στις παλιές καλές αρχές της ανισότητας και της ιεραρχίας, αλλά αντίθετα σε μια «φυγή προς τα μπρος», όπου η κατάκτηση της υπευθυνότητας των εργαζομένων θα επιτευχθεί με την ανάληψη περισσότερων διοικητικών αρμοδιοτήτων από τους ίδιους. Μόνο το βάθεμα της δημοκρατίας και της δημιουργικότητας στους χώρους παραγωγής και εργασίας μπορεί να υποκαταστήσει την έωλη ηθική του παρελθόντος.
Είναι προφανές ότι απέναντι σ’ αυτό το πρόβλημα υπάρχουν πολλές τοποθετήσεις. Μια απ’ αυτές, που προφανώς δεν συμμερίζεται ο συγγραφέας αυτού του κειμένου, είναι πως πρόκειται για «ψευδοπρόβλημα», πως τους εργαζόμενους δεν τους ενδιαφέρει η πορεία της οικονομίας και πως η εργατική αυτονομία απέναντι στο κεφάλαιο εκδηλώνεται μέσα από το εργατικό σαμποτάζ. «Όσο χειρότερα βαδίζει η “εθνική οικονομία” τόσο καλύτερα για τους εργαζόμενους, γιατί έτσι πλησιάζει η ώρα της επανάστασης»! Αυτή η λογική, που φάνηκε να αποκτά μια κάποια εξάπλωση στη Δύση στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, κυρίως σε χώρες όπως η Ιταλία, θα ίσχυε μόνο με την προϋπόθεση μιας ταχείας μετάβασης από ένα κοινωνικό καθεστώς σε ένα άλλο, δηλαδή μιας βίαιης επαναστατικής ανατροπής, «μετά» την οποία «όλα» θα μπορούσαν να αλλάξουν, δηλαδή μόνο μετά οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να ενδιαφερθούν για την παραγωγή, που θα ήταν πλέον «δική» τους. Πρόκειται για το υπόδειγμα του 1917.
Στην περίπτωση βέβαια που δεν πραγματοποιηθεί μια τέτοια μετάβαση, μια τέτοια επαναστατική ανατροπή, τότε η υποτιθέμενη εργατική αυτονομία μεταβάλλεται σε όρο εκ νέου υποταγής της εργασίας στα κελεύσματα του κεφαλαίου, όπως και έγινε εν μέρει Γιατί τότε η «αδιαφορία» για την εθνική οικονομία μεταβάλλεται σε αδιαμαρτύρητη εκχώρηση της διοίκησης και διαχείρισης της οικονομίας και της κοινωνίας στο κεφάλαιο και τις άρχουσες τάξεις. Μ’ αυτή τη λογική, το εργατικό κίνημα και οι εργαζόμενοι καταδικάζονται σε μια αμυντική τακτική που, ανάλογα με την ισχύ και, την επιδεξιότητα της, μπορεί απλώς να περιορίσει τις ζημιές από την επίθεση του κεφάλαιου και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποφύγει την υποβάθμιση των εργατικών κατακτήσεων. Κάτι τέτοιο έχει ήδη γίνει στην Ελλάδα και κινδυνεύει να πάρει πολύ χειρότερες διαστάσεις στα επόμενα χρόνια.
Η εργατική αυτονομία είτε οδηγεί σε κάποια βίαιη ανατροπή, είτε μετασχηματίζεται σε εναλλακτικότητα – δεν υπάρχει άλλη διέξοδος. Και νοούμε σαν εναλλακτικότητα την απόρριψη της αντίληψης ότι οι μετασχηματισμοί μετατίθενται «μετά» από κάποια μυθολογική πολιτική αλλαγή. Ακόμα και στην τελευταία περίπτωση οι εργαζόμενοι θα υποταχθούν και πάλι στις διαχειριστικές τάξεις, αν δεν έχουν μάθει οι ίδιοι να διαχειρίζονται την οικονομία και την κοινωνία. Οι μετασχηματισμοί πραγματοποιούνται εδώ και σήμερα και προβάλλουν ένα διαφορετικό υπόδειγμα παραγωγής, διαχείρισης, παραγωγικότητας, εργασίας. Η εναλλακτική στροφή της εργατικής αυτονομίας είναι η μόνη δυνατότητα για επαναστατική πολιτική σήμερα.

1. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι το ζήτημα των εξετάσεων στα Πανεπιστήμια. Η χαλάρωση της επιτήρησης και του ελέγχου των εξεταστικών διαδικασιών δεν συνδυάστηκε από το φοιτητικό κίνημα, και μάλιστα από τις πιο ριζοσπαστικές εκφράσεις του, με τη διεκδίκηση ενός νέου εξεταστικού συστήματος που να αποκλείει την αρχή της ανταγωνιστικότητας και της αποστήθισης, όπως π.χ. η καθιέρωση και θεσμοθέτηση συλλογικών και ατομικών εργασιών, ο έλεγχος των γνώσεων από τους ίδιους τους φοιτητές κ.λ.π., αλλά εκφράστηκε απλώς μέσα από τη γενίκευση των αντιγραφών και των «παραθύρων» για την υπερπήδηση των εμποδίων των εξετάσεων.
2. Για παράδειγμα η χαλάρωση των έλεγχων στους δρόμους των πόλεων οδήγησε στην ουσιαστική κατάργηση των διαβάσεων για τους πεζούς, τη συστηματική παραβίαση των σημάτων της τροχαίας, την εγκατάλειψη των σκουπιδιών σε οποιονδήποτε δημόσιο χώρο, την πλήρη περιφρόνηση προς τις αρχές της συλλογικής ζωής. Η ανατροφή των παιδιών γνώρισε την ίδια εξέλιξη. Από μια ανατροφή αυταρχική και κατασταλτική περάσαμε συχνά στο άλλο άκρο μιας ανατροφής χωρίς καμία απαγόρευση, χωρίς καθολικές και αναγνωρίσιμες αρχές κοινωνικοποίησης, που έχει σαν μοναδικό αποτέλεσμα την παραγωγή ατομικιστών και ατομοκεντρικών παιδιών.

* Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Κράτος και Κοινωνία στη Μεταπολίτευση (1974-1988) [εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1989, σελ. 308-318.]

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*