Αρχική » Από την μεταβυζαντινή ζωγραφική στη γενιά του ’30: Mια πολιτική ιστορία

Από την μεταβυζαντινή ζωγραφική στη γενιά του ’30: Mια πολιτική ιστορία

από Άρδην - Ρήξη

της Κάτιας Κιλεσοπούλου, Δρ. Ιστορίας της Τέχνης

Στη σημερινή παρουσίαση* του βιβλίου του Γιώργου Καραμπελιά, Από την μεταβυζαντινή ζωγραφική στη γενιά του ’30· μια πολιτική ιστορία, θα μοιραστώ μαζί σας ορισμένες σκέψεις και παρατηρήσεις για τη θεματική και την όλη σύνθεση των κεφαλαίων που συγκροτούν το τόσο εκτενές αυτό πόνημα των 485 σελίδων.
Σε μια πρώτη ματιά η μεγάλη έκταση του βιβλίου θα μπορούσε να λειτουργήσει αποθαρρυντικά, αν αρχίζοντας την ανάγνωσή του δεν ένιωθες την επιθυμία να προχωρήσεις παρακάτω, κι ακόμη παρακάτω, η ανάγκη δηλαδή να ανακαλύψεις όλο και περισσότερα τεκμήρια ανασύστασης μιας παραγκωνισμένης, σχεδόν άγνωστης ιστορίας.
Ως ιστορικός της τέχνης αναρωτήθηκα μήπως ο συγγραφέας, όντας πολυπράγμων, εμβριθής μελετητής πολλών επιστημονικών τομέων – πολιτικής, φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας, νεότερης ελληνικής πολιτισμικής ιστορίας – θέλησε να οικειοποιηθεί και την επίζηλη ιδιότητα του ιστορικού της τέχνης. Σύντομα διαπίστωσα ότι εκείνο που τον οδήγησε στη συγγραφή του βιβλίου ήταν η λαχτάρα για την αποκατάσταση βασικών ιστορικών αληθειών που, ως πολύτιμοι λίθοι, ανευρίσκονται ανασκάπτοντας μέσα στο καθιερωμένα λεγόμενο πολιτιστικό ασυνεχές που προκλήθηκε από τη μακρόχρονη τουρκοκρατία. Το εγχείρημά του τολμηρό, διότι επιχειρείται διάρρηξη του φράγματος της λήθης, αναζήτηση της καλλιτεχνικής γνησιότητας, οικοδόμηση ενός είδους διαλόγου ανάμεσα στη μοντέρνα τέχνη και τη διαχρονική, αν και συχνά αφανή, ελληνική αυτόχθονη εκφραστικότητα.
Το θέμα του επιβάλλει μακροχρόνια ερευνητική προσπάθεια που την κατέβαλε ο Καραμπελιάς με περισσή συνέπεια και πάθος· άλλωστε το περιτριγύριζε με συναφείς μελέτες εδώ και χρόνια έως ότου πλέον να τοποθετείται αυτό στο κέντρο του προβληματισμού του: Υπάρχει πολιτιστικό ασυνεχές που διήρκησε τέσσερις αιώνες ή πρόκειται για την απαξίωση του ελληνικού πολιτιστικού συνεχούς σ’ όλη την πολυφωνική και αφομοιωτική δυναμική του, ο σεφερικός ελληνικός ελληνισμός. Το πολυσυζητημένο θέμα της ελληνικότητας στην τέχνη μέσα από τη συγκεκριμένη μελέτη αποδεικνύεται ότι διατηρεί την επικαιρότητά του. Ζούμε σε μια εποχή όπου καθετί μπορεί να θεωρηθεί τέχνη, όπου πρωταγωνιστεί η μη τέχνη ή η αντιτέχνη. Θα φέρω ένα παράδειγμα από προσωπική εμπειρία μου: Μια υπεύθυνη μουσείου, σε επίσκεψή της στο ατελιέ του ζωγράφου, του αδελφού μου, Απόστολου Κιλεσσόπουλου, βλέποντας στο πάτωμα ένα σωρό σκουπιδόχαρτα, σπαράγματα από σκισμένους πίνακες, κατεστραμμένα βιβλία, αναφώνησε: «Τι ενδιαφέρουσα εικαστική παρέμβαση, τι θαυμάσια εγκατάσταση!»
Το βιβλίο του Καραμπελιά θα ’λεγα ότι συνοψίζει την αντίσταση για την οποία τόσο ξεκάθαρα έγραφε η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα: «… για να μην υποδουλωθούμε ολοκληρωτικά, οφείλουμε να καλλιεργήσουμε τις αντιστάσεις μας, να σεβαστούμε την ταυτότητά μας, που σημαίνει αυτογνωσία, σεβασμός της δικής μας ζωής, του δικού μας τόπου, του δικού μας πολιτιστικού χρόνου. Αλλιώς είμαστε καταδικασμένοι σε μια στείρα μίμηση τρίτου βαθμού. Και πώς καλλιεργούνται οι αντιστάσεις, ηθικές και καλλιτεχνικές; Μα, φυσικά, με την Παιδεία» (Αθήνα 1991).
Σε μια εποχή ερήμωσης των χωριών μας και δη των ορεινών, των μικρών και μεγάλων, διάσπαρτων ανά την Ελλάδα πάλαι ποτέ εστιών του λαϊκού πολιτισμού μας, τα τοπωνύμια, Λινοτόπι, Γράμμουστα, Καπέσοβο, ακούγονται πλέον στις μέρες μας ως εξωτικές, αλλόκοτες ονομασίες. Όταν έχουμε καταστρέψει την τόσο πλούσια λαϊκή ζωγραφική μας, την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, τις εφαρμοσμένες τέχνες στις οποίες η λαϊκή καλλιτεχνική έκφραση πήγαζε απ’ όλες τις εκφάνσεις της ζωής, πώς να μην ψάξεις να βρεις ό,τι έχει απομείνει ατόφιο ή μεταγλωττισμένα προσαρμοσμένο στις εκάστοτε πνευματικές ανάγκες, είτε αυτές αφορούν τη γενιά του ’30 είτε την προηγούμενή της, την προδρομική της ως προς τις μοντερνιστικές αναζητήσεις.
Η συγκέντρωση υλικού πληθωρική στα πρώτα δύο κεφάλαια με τον πλούσιο υπομνηματισμό αποκαλύπτουν πτυχές της μεταβυζαντινής τέχνης στις οποίες συνεισφέρουν και νεότερες μελέτες. Από μόνα τους τα κεφάλαια αυτά συνιστούν ένα χρηστικό εγχειρίδιο. Στα επόμενα δύο κεφάλαια, διακυμάνσεις πυκνότητας πληροφοριών, σκέψεων και εκτιμήσεων αντιμετωπίζονται, λόγω του όγκου τους, άλλοτε με κριτικό και τεκμηριωμένο τρόπο κι άλλοτε ως υλικό καταγραφής απλώς αναφορικά. Όπως άλλωστε αναπόφευκτη είναι η επιλογή των καλλιτεχνών, το έργο των οποίων θεωρείται ότι φέρει τα χαρακτηριστικά της λεγόμενης ελληνικότητας. Οι επαναλήψεις ονομάτων, σχολιασμών, χαρακτηρισμών που εντοπίζονται σε διάφορα κεφάλαια αποτελούν απαραίτητες ίσως υπενθυμίσεις των σημαντικών στοιχείων που τεκμηριώνουν τις θέσεις του συγγραφέα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ενότητα η σχετική με τις αποδομητικές θεωρίες. Το ενδιαφέρον έγκειται στον τρόπο χειρισμού του θέματος. Χρησιμοποιώντας σαφή και προφανή επιχειρήματα, παράθεση και αντιπαράθεση κειμένων, ο Καραμπελιάς αντικρούει τις εντυπωσιακές ωστόσο σαθρές θεωρίες ορισμένων ιστορικών της τέχνης και ομονοούντων καλλιτεχνών. Φαίνεται μάλλον ότι το σύνδρομο της προσωπικής προβολής, επιτυχίας και ακόμη θα έλεγα και επαγγελματικής αναρρίχησης, τους οδηγεί σε δήθεν ανατρεπτικές θεωρίες, συχνά αυτάρεσκες. Είναι γνωστές οι μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο επιστημονικός αυτός κλάδος, καθώς οι θέσεις σε επαγγελματικά ιδρύματα, πανεπιστήμια, πινακοθήκες, συλλογές, εκδόσεις είναι ελάχιστες και η επιδιωκόμενη καριέρα σκολεός δρόμος. Ακόμη και η πρώτη, ιστορικά παλαιότερη έδρα του τομέα αυτού στη Θεσσαλονίκη, βρίσκεται εδώ και καιρό σε απόλυτη αδράνεια. Πάντως είναι βέβαιο ότι «η ιστορία και η μνήμη θα πάρουν κάποτε την εκδίκησή τους».
Στην εποχή μας, την ονομαζόμενη των εικόνων, η ανάγκη πληρέστερης, πλουσιότερης εικονογράφησης είναι απαραίτητη ώστε οι υφολογικές συγκρίσεις και οι τεχνοκριτικές διαφοροποιήσεις – έστω και σε ασπρόμαυρη εκδοχή – να γίνουν κατανοητές. Υποθέτω ότι σε επόμενη έκδοση το εικονογραφικό υλικό θα μπορεί να ενισχυθεί. Η ανισομέρεια κατανομής της ύλης που παρατηρείται τόσο στην εισαγωγή όσο και στον επίλογο πιστεύω ότι επιδιώκεται μάλλον σκόπιμα.
Η εισαγωγή λειτουργεί ως εμπεριστατωμένο, εκτενές σχεδίασμα, που λες και δίνει το λάκτισμα για να εξελιχθεί περαιτέρω σε βιβλίο. Σε αντίθεση με την εισαγωγή, ο επίλογος με τη συνοπτική μορφή του μας ωθεί στην επικέντρωση της ουτοπικής ευχής του συγγραφέα για αναγέννηση των επιτευγμάτων που έχουν ήδη περιγραφεί. Αν αποκατασταθεί ο διάλογος της σύγχρονης τέχνης με τις διαχρονικές αξίες του ελληνικού κόσμου, του «ελληνικού ελληνισμού», τότε ίσως η ουτοπική ευχή να μη φαντάζει παράδοξη. Για την εκπλήρωσή της απαιτείται η απόκτηση μιας νέας αυτοσυνειδησίας και η εξάλειψη της πολιτιστικής λήθης, όσων δηλαδή το βιβλίο του Καραμπελιά στοχεύει και αναδεικνύει.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ