του Γ. Καραμπελιά, από το Άρδην τ. 97, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2014

Η κοινωνική και γεωγραφική σύνθεση της Φιλικής

Εν τέλει, απέναντι στη στρατηγική της μακροπρόθεσμης άλωσης εκ των ένδον του οθωμανικού κράτους, θα πρυτανεύσει η στρατηγική της άμεσης επαναστατικής δράσης, η στρατηγική της Φιλικής Εταιρείας.

Η Φιλική ιδρύθηκε στην Οδησσό –ή τη Μόσχα για ορισμένους ερευνητές– από απλούς εμπόρους μικρής οικονομικής επιφάνειας και κοινωνικού κύρους, ή ακόμα και εμποροϋπαλλήλους. Ως προς τη χρονική στιγμή της ιδρύσεως της, ο Εμμανουήλ Ξάνθος στα απομνημονεύματά του αναφέρει τον Σεπτέμβριο του 1814. Σύμφωνα με χειρόγραφο της Μονής της Παναγίας Σπηλιανής Νισύρου, «ἡ ύψωσις του Τιμίου Σταυρού είναι η πρώτη ημέρα της συστάσεως της Μεγάλης Αδελφότητος».

Εξ αιτίας του εθνικού ζητήματος, οι ταξικοί ανταγωνισμοί –υπαρκτοί και ενεργοί– δεν θα αποτελέσουν στην Ελλάδα, τουλάχιστον μέχρι το 1922, επίκεντρο των αντιπαραθέσεων, κατά τον τρόπο που συνέβη π.χ. στη Γαλλική ή τη Ρωσική Επανάσταση. […] Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της επανάστασης είχαν συνείδηση αυτής της διαταξικότητας: Τόνιζε ο Κολοκοτρώνης, μιλώντας στη σπουδάζουσα νεολαία, στην Πνύκα: «Όταν αποφασίσαμε να κάμουμε την επανάσταση, … όλοι, και οι Κληρικοί και οι Προεστοί, και οι Καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν τον σκοπόν και εκάμαμε την επανάσταση…». Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, υπογραμμίζει: «…Όλοι μαζί εδράξαμεν τα όπλα εξ αρχής της Επαναστάσεως και συμφώνως τα εμεταχει­ρισθήκαμεν κατά του κοινού εχθρού της Πατρίδος και της θρησκείας μας…».

Η επανάσταση υπήρξε λοιπόν εθνικοαπελευθερωτική, χωρίς αυτό να αναιρεί την παρουσία των τάξεων στο εσωτερικό της και τον ιδιαίτερο ρόλο που έπαιξε η θρησκεία και η Εκκλησία στη διατήρηση της εθνικής συνοχής, η διανόηση και η αστική τάξη στην προετοιμασία της, υλική και πνευματική, και οι λαϊκές τάξεις στη διεξαγωγή της. Η επιτυχία της Φιλικής στηρίζεται ακριβώς στον συνδυασμό δύο στοιχείων. Πρώτον, στην αταλάντευτη επαναστατική βούληση –που αρδευόταν τόσο από την ελληνική επαναστατική παράδοση, όσο και από τα νέα επαναστατικά ρεύματα που διαπερνούσαν την Ευρώπη μετά τη Γαλλική Επανάσταση δεύτερον, στη συνείδηση πως ένας εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας θα πρέπει να συμπεριλάβει το σύνολο των δυνάμεων του γένους. Η σύνθεση ριζοσπαστικότητας και ευρύτητας αποτέλεσε το θαύμα της Φιλικής και το κατόρθωμα των πρωτεργατών της.

Η Εταιρεία τα πρώτα χρόνια φυτοζωεί και κατορθώνει να μυήσει ελάχιστα μέλη – 5 το 1814, 1 το 1815, 13 το 1816, 23 το 1817 και παραμένει μια συνωμοτική απόπειρα ορισμένων «θερμόαιμων» πατριωτών. Ωστόσο, από το 1817 οι τύχες της μεταβάλλονται. Η μύηση, το 1817, τριών Πελοποννήσιων οπλαρχηγών, του Παναγιώτη Αναγνωσταρά, του Ηλία Χρυσοσπάθη και του Παναγιώτη Δημητρόπουλου, και το 1818 του Κωνσταντινουπολίτη μεγαλέμπορου Παναγιώτη Σέκερη, θα εγκαινιάσουν μια νέα φάση στην ανάπτυξή της και τη σύνδεσή της με νέα κοινωνικά στρώματα, με την αυξανόμενη πρόσβασή της σε οπλαρχηγούς, πολεμιστές και πρόκριτους της Πελοποννήσου. Εξάλλου, από το 1818 ο ίδιος ο Σκουφάς, η κινητήρια δύναμη της Εταιρείας, λίγο πριν πεθάνει, θα μεταφέρει το κέντρο της από την Οδησσό στην Πόλη, όπου οι μεγαλέμποροι αναλαμβάνουν και την ηγεσία. (Ο Σέκερης θα ενισχύσει αποφασιστικά και τα οικονομικά – μέχρι τα τέλη του 1818 είχε προσφέρει 25.000 γρόσια ως ενίσχυση.)

Η απογείωση της Εταιρείας σημειώνεται μετά το 1818, όταν θα μυηθούν 210 μέλη, το 1819 416, το 1820 233, και τους πρώτους μήνες του 1821 137 – σύνολο 1058. Από τα 859 μέλη γνωστής καταγωγής, οι 351 κατάγονταν από την Πελοπόννησο, οι 116 από τα Ιόνια νησιά, οι 107 από τα νησιά του Αιγαίου, 99 από την Ήπειρο, 59 από τη Θεσσαλία κ.λπ. Επιπλέον, διευρύνεται η επαγγελματική διασπορά των μελών: Από 911 Φιλικούς γνωστού επαγγέλματος, εμπορευόμενοι γενικά δήλωναν 479 ή 53,7% του συνόλου, έμποροι 445, εμποροϋπάλληλοι 10 και πλοίαρχοι 24 οι επαγγελματίες/διανοούμενοι ήταν 117 13,1%, – δικηγόροι 13, γιατροί 26, δάσκαλοι 51, φοιτητές 6 υπάλληλοι και γραμματείς 21 οι προεστοί 111, 11,7% οι κληρικοί 85 (9,5%), εξ ων επίσκοποι 17 οι στρατιωτικοί 78 (8,7%) τέλος αγρότες 6 (0,6%), βιοτέχνες 7 (0,7%), και ναυτικοί 28 (3,1%). Οι 425 από τους 1027 το 41% των μελών, είχαν μυηθεί στις ηγεμονίες ή τη νότιο Ρωσία και 180 στην Κωνσταντινούπολη.

Όπως σημειώνει ο Φράγκος, είναι μικρό το ποσοστό των διανοουμένων και επαγγελματιών που συμμετείχαν στην Εταιρεία, ενώ «είναι ακόμα πιο χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η επιρροή τους στο εσωτερικό της Εταιρείας μοιάζει ασήμαντη». Μόνο δύο σημαντικοί διανοούμενοι, ο Θεόδωρος Νέγρης και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, φαίνεται να έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο, όχι όμως πριν από την Επανάσταση.

Πάντως, όλα τα στοιχεία που διαθετουμε, για τη σύνθεση των μελών (κοινωνική, ηλικιακή, καταγωγής κ.λπ.) πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ενδεικτικά, διότι είναι βέβαιο πως, ιδιαίτερα μετά το 1820, χιλιάδες νέα μέλη είχαν μυηθεί με τον έναν ή άλλο τρόπο στην Εταιρεία. Κατά συνέπεια, τα δεδομένα που παραθέσαμε αφορούν μάλλον στα στελέχη της Εταιρείας.

Ο αρχικός πυρήνας και η εξάπλωσή του

Το εναρκτήριο λάκτισμα θα δοθεί από δυνάμεις κοινωνικά και ιδεολογικά καινοτόμες, που δεν ανέχονταν πλέον την τουρκική τυραννία και είχαν επηρεαστεί και από τον γενικότερο επαναστατικό αναβρασμό της Ευρώπης. Και οι τρεις πρωτεργάτες της Φιλικής, οι Σκουφάς, Τσακάλωφ, Ξάνθος, τη στιγμή που συνέλαβαν την ιδέα και έθεσαν τις βάσεις της, όχι μόνο ήταν μάλλον οικονομικά κατεστραμένοι και declassés, –σίγουρα οι δύο από αυτούς–, αλλά και είχαν ήδη επαφή με το εταιριστικό κίνημα, καθώς και αρνητικές εμπειρίες από την τουρκική εξουσία.

Η ψυχή της, ο Νικόλαος Σκουφάς (Κομπότι Άρτας 1779-Κωνσταντινούπολη 1818), είχε υποχρεωθεί να εγκαταλείψει τη βιοτεχνία κατασκευής σκούφων στην Άρτα, όταν ο Αλής προσπάθησε να μονοπωλήσει τον κλάδο, δοκίμασε να εμπορευτεί στην Οδησσό, αλλά απέτυχε και μετακινήθηκε στη Μόσχα, όπου το 1812 εργαζόταν ως γραμματέας Έλληνα εμπόρου. Εκεί ήρθε σε επαφή με τις εταιριστικές ιδέες του καρμποναρισμού μέσω του Κωνσταντίνου Ράδου.
Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (Πάτμος 1772, Αθήνα 1852), του οποίου ο πατέρας υπηρέτησε στον ρωσικό στρατό, δοκίμασε την τύχη του ως έμπορος στη Σμύρνη και την Τεργέστη, ενώ το 1810 βρισκόταν στην Οδησσό «γραμματεύων παρά τω μεγαλεμπόρω Βασίλειω Ξένη… και εμπορευόμενος», αναφέρει ο ίδιος. Σε ένα ταξίδι του στις αρχές του 1813 στη Λευκάδα, «εισήχθη εις την Εταιρείαν των ελευθέρων κτιστών (Μασόνων) ων δε ιδεών ελευθέρων… συνέλαβε αμέσως την ιδέαν, ότι ηδύνατο να ενεργηθή μία μυστική εταιρία… διά να ενεργήσωσι εν καιρώ την ελευθέρωσιν της πατρίδος».
Αναφερθήκαμε ήδη στον Αθανάσιο Τσακάλωφ, ο οποίος όχι μόνο συμμετείχε στο Ελληνόλλωσσον Ξενοδοχείον, αλλά και στην ίδρυση μιας ακόμα εταιρείας, της Φιλανθρώπου Εταιρείας, ενώ, είχε μάλλον επαφή και με τον Κωνσταντίνο Ράδο.

Ο μάλλον άγνωστος σήμερα Ράδος μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος που έριξε στη Ρωσία τον σπόρο της δημιουργίας μιας απελευθερωτικής οργάνωσης: Ο Κωνσταντίνος Ράδος (1785–1865) γεννήθηκε στο Τσεπέλοβο από εύπορη οικογένεια. Ο παππούς του χρημάτισε προεστός στο Ζαγόρι, ενώ ο πατέρας του εμπορευόταν στο Γαλάτσι. Όταν το 1797 ο παππούς του έπεσε στη δυσμένεια του Αλή – τον φυλάκισε και πέθανε από τις κακουχίες στη φυλακή, ενώ δήμευσε την περιουσία του–, η οικογένεια μετανάστευσε στο Γαλάτσι, μαζί της και ο δωδεκάχρονος Κωνσταντίνος. Έμπορος στη Μόσχα, προσπάθησε να ιδρύσει επαναστατική εταιρεία για την απελευθέρωση της Ελλάδας, ήδη από τις αρχές του 1812, ενώ βρέθηκε πιθανώς στην Πίζα για σπουδές, όπου λέγεται ότι συνδέθηκε με τις οργανώσεις των καρμπονάρων.

Λέγεται ότι ο πρώτος ο οποίος εξέφρασε την ιδέαν της εταιρίας ταύτης ήταν ο Κωνσταντίνος Ράδος εις Μόσχαν περί το 1812, ολίγον προ της αφίξεως των Γάλλων έν εσπέρας εις την οικίαν του, εις την οποίαν ήσαν και τινές, Αντώνιος Κομιζόπουλος, Μάνθος Ριζάρης και ο Σκουφάς.

Όμως ο Ράδος δεν πρόλαβε να προχωρήσει στην ολοκλήρωση της ιδέας του, γιατί τα στρατεύματα του Ναπολέοντα κατέλαβαν τη Μόσχα και οι Σκουφάς και Τσακάλωφ έφυγαν προς τη νότιο Ρωσία, ενώ ο ίδιος συντάχθηκε με τους Γάλλους. Εν συνεχεία, εγκατέλειψε τη Ρωσία, μαζί με τα στρατεύματα του στρατηγού Νεΐ, απέκτησε γαλλική υπηκοότητα και εγκαταστάθηκε ως έμπορος στη Σμύρνη. Εκεί τον επισκέφθηκε ο Τσακάλωφ το 1818 και τον μύησε στη Φιλική Εταιρεία.

Ωστόσο οι ηγέτες της Φιλικής, παρά τη ριζοσπαστική αφετηρία τους, δεν θέλησαν ποτέ να περιορίσουν την απήχησή της σε ορισμένα κοινωνικά στρώματα, αλλά στόχευσαν εξ αρχής στη διεύρυνσή της και μάλιστα προς τις «ελίτ» του ελληνικού έθνους, μεγαλεμπόρους, προεστούς, οπλαρχηγούς, εκκλησιαστικούς ηγέτες και Φαναριώτες. Γι’ αυτό και θα περιορίσουν το πρόγραμμά τους στον στόχο της απελευθέρωσης, χωρίς να επιμένουν ιδιαίτερα στα χαρακτηριστικά της νέας πολιτείας. Οι πρώτοι κατηχηθέντες στην Εταιρεία ήταν ο Γεώργιος Σέκερης, στις 24 Οκτωβρίου 1814, φοιτητής από την οικογένεια των μεγαλεμπόρων της Πόλης και της Οδησσού, ο μεγαλέμπορος Αντώνιος Κομιζόπουλος, για να ακολουθήσει στην Οδησσό ο εμποροϋπάλληλος Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος και ο εργοδότης του Αθανάσιος Σέκερης. Στα μέσα του 1817 τα μυηθέντα μέλη φθάνουν τα τριάντα, ανάμεσά τους ο επίσης μεγαλέμπορος Νικόλαος Πατζιμάδης, ο Γεώργιος Λεβέντης, διερμηνέας του ρωσικού προξενείου του Ιασίου, ο Γεώργιος Ολύμπιος, ο Χριστόφορος Περραιβός κ.λπ.

Όταν μάλιστα θα αρχίσει να διευρύνεται (υποστηρίζεται, καθ’ υπερβολήν, πως πριν από την επανάσταση είχε φτάσει τα 80.000 μέλη), θα μεταβληθεί περαιτέρω η σύνθεση της ηγεσίας. Το 1818, μέλος της «Ανωτάτης Αρχής» και χρηματοδότης της Εταιρείας γίνεται ο μεγαλέμπορος της Κωνσταντινούπολης, αδελφός των προηγουμένων, Παναγιώτης Σέκερης, στενός φίλος του Γρηγόριου του Ε΄. Εν συνεχεία θα γίνουν μέλη της Φαναριώτες (Μαυροκορδάτος, Κα­ρατζάς, Νέγρης), ανώτατοι κληρικοί (Διονύσιος Εφέσου, Παλαιών Πατρών Γερμανός), κοτζαμπάσηδες (Πετρόμπεης, Δηλι­γιάννης), όλοι οι πρόξενοι της Ρωσίας στις ελληνικές πόλεις, μεγαλέμποροι, ενώ ο υπασπιστής του τσάρου Αλέξανδρος Υψηλάντης θα χριστεί αρχηγός της. Παράλληλα όμως «ποιμένες και χοιροβοσκοί και κάπηλοι και αχθοφόροι ακόμη εμυήθησαν», και η Εταιρεία αποκτά μια ευρύτατη διαταξικότητα.

Οι προσπάθειες κάποιων να διατηρηθεί ένας πιο ριζοσπαστι­κός κοινωνικά και πολιτικά χαρακτήρας, παράλληλα με τον εθνικοαπελευθερωτικό, θα αποβούν μάταιες. Επί παρα­δείγματι, όταν μετά τον θάνατο του Σκουφά, τον Ιούλιο του 1818, ο μεγαλέμπορος της Πόλης Παναγιώτης Σέκερης ουσιαστικά αναλαμβάνει την ηγεσία, συνεπικουρούμενος από τον επίσης μεγαλέμπορο Κυριακό Κουμπάρη, ο Ηλίας Χρυ­σοσπάθης (1789-1828), από τα επιφανή μέλη της στην Κωνσταντινούπολη, θα αποσχισ­θεί πρόσκαιρα και θα ιδρύσει μια νέα εταιρεία. Σύμφωνα με τον Νικόλαο Υψηλάντη, επρόκειτο για «κλάδο της μυστικής Εταιρείας των καλών-εξαδέλφων (Confrerie des Buono-Coudzinos)», δηλαδή των Καρμπονάρων. Οι μύστες της οργάνωσης του Χρυσοσπάθη χρησιμοποιούσαν αλληγορικές φράσεις παρμένες από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και αντί του αργυρού πελέκεως που είχαν κάτω από το πουκάμισό τους οι Καρμπονάροι έφεραν έναν ξύλινο σταυρό, ως σύμβολο χρησιμοποιούσαν το ρόπαλο (του Ρήγα;) και αντί της κεφαλής του λύκου που συμβόλιζε τους αντιπάλους, είχαν ως σύμβολο του εχθρού το σαρίκι. Όμως μετά την έντονη αντίδραση του Τσακάλωφ η νέα εταιρεία διαλύθηκε και τα μέλη της επανέκαμψαν στη Φιλική.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek