ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Σπυρος βρυωνης: ο μηχανισμος της καταστροφης: το τουρκικο πογκρομ της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 και ο αφανισμός της ελληνικής κοινότητας της Κων/πολης
Αθήνα: Εστία, 2007 – μτφρ. Λευτέρης Γιαννακουδάκης

του Γεράσιμου Καραμπελιά, από το Άρδην τ. 71, Αύγουστος-Οκτώβριος 2008

Το επίκεντρο της στρατηγικής στη μετανεωτερική, μεταμοντέρνα ζωή, γράφει ο Πολωνός φιλόσοφος Ζίγκμουντ Μπάουμαν, είναι η προσπάθεια αποφυγής συγκρότησης μιας ταυτότητας με οποιοδήποτε κόστος. Οι καταξιωμένοι ερευνητές/τριες του χώρου αυτού μοιάζουν με σύγχρονους τουρίστες. Επιδίωξή των είναι να μην ανήκουν στο μέρος που επισκέπτονται, ενώ το μεγαλύτερο κατόρθωμά τους είναι το να είναι και συγχρόνως να μην είναι στο μέρος αυτό. Όπως οι τουρίστες, διατηρούν αποστάσεις από το αντικείμενο μελέτης τους, από φόβο μη συρρικνωθούν και μετατραπούν σε εγγύτητες. Οι διαμονές τους είναι περιορισμένες και οι αποσκευές τους ελαφριές, ώστε να μπορούν ξαναβγούν στο δρόμο (της σοφίας) με περισσή ευκολία. Ως αποτέλεσμα, ο κόσμος μοιάζει απεριόριστα εύκαμπτος, εύπλαστος και εύθρυπτος– μια «δομή» τόσο προσωρινή όσο είναι και η ματιά που τη γέννησε1.
Η ελληνική έκδοση του έργου του καθηγητού Σπύρου Βρυώνη για την ωμή, προμελετημένη άσκηση κρατικής τρομοκρατίας από το τουρκικό καθεστώς σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού των σαράντα πέντε κοινοτήτων της Κωνσταντινούπολης τη νύχτα της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε καλύτερη χρονική στιγμή για την επιστημονική κοινότητα της χώρας μας. Υπηρετώντας πιστά για περισσότερα από πενήντα και πλέον έτη τον χώρο της Μεσαιωνικής και Νεότερης Ιστορίας της Μικράς Ασίας και των Βαλκανίων, ο διακεκριμένος καθηγητής δεν έδειξε να διακατέχεται από φοβίες σχετικά με τον τρόπο και την εγγύτητα προσέγγισης του επιστημονικού του αντικειμένου. Αναγνωρίζει τους κινδύνους που εγκυμονούν για το έργο και την προσωπικότητα ενός επιστήμονα η προσπάθεια «κατοχής της πραγματικής ιστορικής αλήθειας». Ταυτοχρόνως όμως διαπιστώνει ότι «η ηθική σχετικοκρατία» που κυριαρχεί στον χώρο της μεταμοντέρνας θεωρίας εγκυμονεί εξίσου μεγάλους κινδύνους, καθώς «ανοίγει διάπλατα την πόρτα σε αυθαιρεσίες, δικτατορίες και στην παραβίαση οποιουδήποτε κανόνα και κάθε μορφής δικαιοσύνης»2.
Η πληρότητα της δωδεκαετούς έρευνάς του, η ποικιλία του πολυπληθούς τεκμηριωτικού υλικού σε συνάρτηση με το οξυδερκές επιστημονικό του βλέμμα, δεν επιτρέπουν κανενός είδους αμφισβήτηση για το ειδεχθές έγκλημα που συντελέσθηκε τόσο σε βάρος του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης όσο και στην ίδια τη δημοκρατία. Με το έργο αυτό, ο καθηγητής Σπύρος Βρυώνης πετάει για μία ακόμη φορά το γάντι της επιστημονικής πρόκλησης σε όλους όσους προσπάθησαν και συνεχίζουν να αγωνίζονται για τη λήθη, τη διαστρέβλωση, την παραμόρφωση και προσαρμογή της ιστορικής αλήθειας σύμφωνα με την πολιτική ή κρατική ατζέντα που υπηρετούν ή και τις κοντόφθαλμες προσωπικές τους φιλοδοξίες.
Πάνω απ’ όλα όμως ο καθηγητής Σπύρος Βρυώνης επιχειρεί να μας υπενθυμίσει ότι η συνειδητή διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας αποτελεί «ανήθικη πράξη αυτή καθ’ αυτήν».
Εκσυγχρονιστικός Εθνικισμός και Μειονότητες
Τα γεγονότα της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 δεν αποτελούν δυστυχώς ένα «ατυχές» περιστατικό στην ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας. Η τακτική εφαρμογή της πολιτικής του εκφοβισμού ή της άσκησης ωμής βίας από το τουρκικό κράτος και τις παραφυάδες του έναντι μεμονωμένων προσώπων ή μειονοτικών ομάδων, χριστιανών (Ελλήνων, Αρμενίων), Εβραίων αλλά και μουσουλμάνων (Κούρδων)3, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη δολοφονία του δημοκράτη, αρμενικής καταγωγής, δημοσιογράφου Hrant Dink, δηλώνει ότι τα γεγονότα του 1955 αποτελούν ένα ακόμη παράδειγμα στον μακρύ κατάλογο εφαρμογής της δεσποτικής εξουσίας στη γείτονα χώρα. Τα αίτια της αυταρχικής συμπεριφοράς των μελών της άρχουσας τάξης και των κρατικών στελεχών έναντι των μειονοτικών πληθυσμών της χώρας, κάνουν για πρώτη φορά την εμφάνισή τους στις πολιτικο-ιδεολογικές ζυμώσεις των αρχών του 20ού αιώνα.
Η φοβία της άρχουσας στρατο-γραφειοκρατικής τάξης για ολοκληρωτική διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από εξωγενείς και ενδογενείς παράγοντες και η απώλεια της εξέχουσας θέσης και των εισοδημάτων τους ήταν καθολική. Η με φανατισμό αποδοχή και προσπάθεια εφαρμογής της δικής τους θεώρησης περί εκσυγχρονισμού του κράτους λειτούργησε ως ύστατη, απέλπιδα προσπάθεια διάσωσης των δεσποτικών δομών εξουσίας και της θέσης τους σε αυτές. Είναι χαρακτηριστικό ότι, υπό την καθοδήγηση της εκσυγχρονιστικής ελίτ, το κράτος ορίσθηκε ως «ο λαός συσπειρωμένος γύρω από τον αρχηγό του»4. Έτσι, καθήκον κάθε καλού πολίτη ήταν να μετέχει στη διαδικασία μετάβασης από το «οπισθοδρομικό» οσμανικό κράτος στο «σύγχρονο» τουρκικό διά του αρχηγού του. Η πρόοδος έγινε αντιληπτή ως αποκλειστική υπόθεση της πεφωτισμένης άρχουσας ελίτ, η οποία καθόριζε ένα συγκεκριμένο σχέδιο δράσης των κοινωνικο-πολιτικών διεργασιών, που οι πολίτες όφειλαν να ακολουθούν πιστά5. Οποιαδήποτε μορφή έκφρασης αντίθετης με αυτήν του αρχηγού και της κυρίαρχης ιδεολογίας εκλαμβανόταν ως απαρχή προδοσίας6.
Ταυτόχρονα, η επιβολή μιας νέας εθνικής ταυτότητας εκ των άνω, της τουρκικής, κρίθηκε ως απαραίτητη για την ολοκλήρωση του «εκσυγχρονιστικού» οράματος. Αν και ο όρος «Τούρκος» ήταν, έως τις αρχές του εικοστού αιώνα, ταυτόσημος με αυτόν του άξεστου, αγράμματου χωρικού ή κτηνοτρόφου7, ο πανικός της απώλειας των ταξικών και πολιτικών συμφερόντων των μελών της στρατο-γραφειοκρατικής τάξης οδήγησε την «εκσυγχρονιστική» ελίτ σε ιδεολογική επανεξέταση του όρου και την ενσωμάτωσή του στα μεγαλεπήβολα σχέδια τους8. Το στρατιωτικό πάθημα των βαλκανικών πολέμων του 1912-13 ενίσχυσε σημαντικά την άποψη των διανοουμένων που υποστήριζαν την με οποιοδήποτε κόστος επικράτηση της τουρκικής εθνικής κυριαρχίας στην περιοχή της Ανατολίας9. Επιτακτική ήταν επίσης και η δημιουργία μιας «εθνικής» αστικής τάξης, απαλλαγμένης από την παρουσία μη τουρκικών, αλλόθρησκων πληθυσμών (Ελλήνων, Αρμενίων και Εβραίων)10. Η γενοκτονία των αρμενικής και ποντιακής καταγωγής κατοίκων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η εκδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών στα πλαίσια της ανταλλαγής πληθυσμών με την Ελλάδα έδωσε την εντύπωση στην πολιτική και επιστημονική κοινότητα της χώρας μας ότι το όραμα της άρχουσας, εκσυγχρονιστικής, εθνικιστικής ελίτ της Τουρκίας είχε επιτευχθεί. Όλοι έδειχναν να προσδοκούν την απαρχή μιας καλύτερης σελίδας στις σχέσεις των δύο κρατών.
Η Εφιαλτική Νύχτα των Κρυστάλλων
Μια σημαντική λεπτομέρεια όμως είχε διαφύγει της προσοχής των συμπατριωτών μας: ότι η επίσημη θέση της τουρκικής αντιπροσωπείας στη Λωζάνη είχε ταχθεί υπέρ της αποχώρησης όλων των ελληνικών πληθυσμών από την Κωνσταντινούπολη. Η πανίσχυρη στρατο-γραφειοκρατική ομάδα του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ γνώριζε ότι ήταν αδύνατη η συγκρότηση μιας ελεγχόμενης, «εθνικής» αστικής τάξης δίχως την εξάλειψη της παλαιότερης11. Η σθεναρή διπλωματική αντίδραση όμως της ελληνικής κυβέρνησης, με τη βοήθεια της Αγγλίας και της Γαλλίας (οι τελευταίες υπό τον φόβο αρνητικών επιπτώσεων στα οικονομικά και εμπορικά τους συμφέροντα) ανέβαλε προσωρινά τα μακρόπνοα σχέδια της κεμαλικής ελίτ.
Οι πρώτες ενδείξεις της αρνητικής προδιάθεσης του κεμαλικού καθεστώτος προς τον ελληνικό πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης παρουσιάσθηκαν στις δεκαετίες του 1920 και του 1930 με τις μαζικές απολύσεις Ελλήνων από επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, αλλοδαπές ή και εθνικοποιημένες κρατικές επιχειρήσεις, καθώς και τις απαγορεύσεις πρόσληψής τους σε υπηρεσίες που ελέγχονταν είτε από το Δημόσιο είτε από την Τοπική Αυτοδιοίκηση12. Η γενική επιστράτευση όλων των ανδρών ηλικίας 19-38 ετών, η τοποθέτησή τους σε τάγματα εργασίας και η μεταφορά τους στη Μικρά Ασία για καταναγκαστικά έργα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν άλλο ένα δείγμα της εμμονής της κεμαλικής ελίτ για εκδίωξη του εναπομείναντος ελληνικού πληθυσμού. Το μήνυμα έγινε πλέον ευδιάκριτο με την επιβολή του ληστρικού νόμου φορολόγησης επί της περιουσίας και της έγγειας ιδιοκτησίας, γνωστό ως Varlik Vergisi13. Η δεκαπλάσια φορολόγηση των ελληνικής, εβραϊκής και αρμενικής καταγωγής υπηκόων της έναντι αυτής των Τούρκων μουσουλμάνων, προκάλεσε καίριο πλήγμα στην οικονομική βάση των μειονοτικών κοινοτήτων. Τα γεγονότα της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955, που ακολούθησαν, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά προέκταση της «εκσυγχρονιστικής» πολιτικής άσκησης κρατικής βίας ενάντια στον ανεπιθύμητο ελληνικό πληθυσμό της Κωνσταντινούπολης.
Ακολουθώντας την παραδοσιακή του τακτική, το επίσημο τουρκικό κράτος παρουσίασε την πορεία εξέλιξης των γεγονότων της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 ως μια αυθόρμητη, συναισθηματική αντίδραση του τουρκικού όχλου έναντι των εξελίξεων στο Κυπριακό και της σκηνοθετημένης έκρηξης βομβιστικού μηχανισμού στο προξενείο της στη Θεσσαλονίκη. Το οικοδόμημα όμως αυτό πέφτει σαν χάρτινος πύργος από το έργο του καθηγητή Σπύρου Βρυώνη, ο οποίος αποδεικνύει, χρησιμοποιώντας μαρτυρίες δραστών, θυμάτων αλλά και απλών θεατών των γεγονότων, καθώς και μιας πλειάδας δικαστικών, διπλωματικών και δημοσιογραφικών αρχείων, τον ηθικό αυτουργό του αποτρόπαιου αυτού εγκλήματος: την άρχουσα, «εκσυγχρονιστική», εθνικιστική τάξη της γείτονος χώρας και των κρατικών της οργάνων.
Έχοντας στρατολογήσει, μεταφέρει προσεκτικά με δημόσια και ιδιωτικά μέσα, προμηθεύσει με εργαλεία καταστροφής και δώσει κατευθυντήριες οδηγίες ως προς τον τρόπο επίθεσης μιας ανομοιογενούς μάζας 100.000 και πλέον ανθρώπων σε μια τεράστια περιοχή 40 τετραγωνικών χιλιομέτρων, οι κύριοι καθοδηγητές, (ο Πρωθυπουργός Αντνάν Μεντερές και ο Πρόεδρος Μαχμούντ Τζελάλ Μπαγιάρ) είχαν τη δυνατότητα ν’ απολαύσουν το έργο τους από ασφαλή απόσταση. Το πογκρόμ δεν άφησε πίσω του μόνο σοβαρά ηθικά και ψυχολογικά προβλήματα σε δεκάδες ανθρώπους που έπεσαν θύματα αποτρόπαιων σεξουαλικών πράξεων, όπως βιασμών νεαρών γυναικών αλλά και αγοριών (συντηρητικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 200 θύματα) του ειδεχθούς εξευτελισμού, όπως αυτού της βίαιης περιτομής ή της γυμνής περιφοράς λαϊκών αλλά και ιερωμένων σε δημόσιο χώρο, καθώς και της πρόκλησης μιάσματος και καταστροφής του 90% των ελληνορθόδοξων ναών και νεκροταφείων. Προκάλεσε επίσης τεράστιες υλικές ζημιές, όπως την ολοσχερή καταστροφή 1.000 κατοικιών και τη μερική άλλων 2.500, την ολοκληρωτική καταστροφή επιχειρήσεων, που οδήγησε σε απώλεια εργασίας 2.000 τσαγκάρηδες, 2.000 επιπλοποιούς, 2.700 εργαζομένους σε εστιατόρια, 500 εργάτες σε σοκολατοποιίες, 400 σε τυπογραφεία, 400 σε εργοστάσια ελαστικών, 350 σε υφαντουργεία και 150 σε χυτήρια. Όπως τόνισαν και ξένοι διπλωμάτες, το πογκρόμ δεν «κατέστρεψε [μόνο] την οικονομική βάση της ελληνικής κοινότητας αλλά και την οικονομική βάση της θεσμικής ζωής της κοινότητας»14.
Τόσο το ελληνικό κράτος όσο και η ελληνική κοινωνία δεν θα μπορούσαν να κριθούν ως άμοιροι ευθυνών για τα όσα συντελέσθηκαν τη νύχτα των κρυστάλλων αλλά και τη μαζική έξοδο των Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη τις επόμενες δεκαετίες. Η έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης για τα σχέδια της άρχουσας τάξης στην Τουρκία και για την προστασία της ελληνικής κοινότητας, η υποτονική αντίδραση των επίσημων διπλωματικών οργάνων του σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και σε αυτό των περιφερειακών συμμαχιών, τόσο κατά τη διάρκεια εκδήλωσης του πογκρόμ όσο και μετά το πέρας της κρατικής τρομοκρατίας, μπορεί να κριθεί από τραγική έως εγκληματική. Η αποτυχημένη προσπάθεια άσκησης πίεσης προς το τουρκικό κράτος για απονομή δικαιοσύνης και ηθική ικανοποίηση των θυμάτων, καθώς και για την απόδοση χρηματικής αποζημίωσης για τις υλικές καταστροφές που προκλήθηκαν, απέδωσε ευκρινώς το στίγμα της εμφανούς αδυναμίας προστασίας της ελληνικής κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη. Η φυγή φάνταζε ως η μοναδική εφικτή εναλλακτική πρόταση σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο για την επιβίωση των μελών της. Η στρατηγική της άρχουσας, «εκσυγχρονιστικής», εθνικιστικής τά­ξης της Τουρκίας απέδιδε καρπούς, έστω και με σαράντα χρόνια καθυστέρηση.
Αντί Επιλόγου
Η κληρονομιά του πογκρόμ του 1955 συνέχισε να κάνει ορατή την παρουσία της στην Τουρκία παρά τη θανατική καταδίκη που επιβλήθηκε στον Μεντερές και σε δύο στενούς του συνεργάτες για κατάχρηση εξουσίας. Οι ποικίλες διάδοχες κυβερνήσεις που σχηματίσθηκαν κατά τη μετα-Μεντερές περίοδο, ένστολες και μη, συνέχισαν την επιθετική πολιτική καταπάτησης των δικαιωμάτων της ελληνικής κοινότητας στην Κωνσταντινούπολη. Επιπροσθέτως, επέκτειναν την τακτική τους αυτή και στον ελληνικό πληθυσμό των Πριγκηπονήσων, της Ίμβρου και της Τενέδου. Αποτέλεσμα των πράξεων αυτών ήταν, μόνο το 1% περίπου της αρχικής ελληνικής κοινότητας, να διαβιοί σήμερα στην ευρύτερη περιοχή της. Όμως, η εφαρμογή της τακτικής του πογκρόμ δεν περιορίστηκε στον εναπομείναντα ελληνικό πληθυσμό της Τουρκίας. Τέθηκε σ’ εφαρμογή και πάλι μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το καλοκαίρι του 1974, σε μια προσπάθεια εκκαθάρισης του βορείου τμήματος από τους γηγενείς Ελληνοκυπρίους και την αλλοίωση της δημογραφίας με την παράνομη εγκατάσταση εποίκων.
Φυσικά, δεν ήταν μόνο οι ελληνικοί πληθυσμοί που έτυχαν μιας «ιδιαίτερης» μεταχείρισης από το τουρκικό κράτος. Αρμένιοι, Εβραίοι και Συρο-Χαλδαίοι έτυχαν παρόμοιας συμπεριφοράς. Από τον κατάλογο αυτό δεν ήταν δυνατόν να εξαιρεθούν οι κουρδικής καταγωγής κάτοικοι της Νοτιοανατολικής Τουρκίας. Η απόπειρα των τελευταίων να δημιουργήσουν μια δική τους αστική τάξη και να διεκδικήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα ξεσήκωσε τη μήνη της άρχουσας, εθνικιστικής στρατο-γραφειοκρατίας15. Έτσι, οι ανυπάκουοι Κούρδοι με τη σειρά τους θα δουν τα χωριά τους να καίγονται, τα σπίτια και τις περιουσίες τους να καταστρέφονται, τα συγγενικά τους πρόσωπα να κακοποιούνται, να εξαφανίζονται ακόμη και να δολοφονούνται, ενώ πολλοί από αυτούς ν’ αναγκάζονται να μεταναστεύσουν είτε σε μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας είτε στο εξωτερικό16.
Το βιβλίο του καθηγητή Σπύρου Βρυώνη, αν και δεν είναι το μοναδικό που έχει ασχοληθεί με τα εφιαλτικά γεγονότα της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 (χαρακτηριστικά αναφέρονται τα έργα των Νεοκλή Σαρρή, Αλέξη Αλεξανδρή, Χριστόφορου Χρηστίδη και Ντιλέκ Γκιουβέν), σίγουρα είναι το πληρέστερο. Θα πρέπει να διαβαστεί όχι μόνο από αναγνώστες με ιδιαίτερη ευαισθησία στην ιστορία, την εγκληματολογία, τις μειονότητες και τις διεθνείς σχέσεις ή σ’ εθνικά θέματα, αλλά και από όλους όσους σκοπεύουν να ταξιδέψουν και να εξερευνήσουν τα πολυδαίδαλα σοκάκια της «ιστορικής αλήθειας» με «light» εξοπλισμό και εφόδια.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Η Μετανεωτερικότητα και τα Δεινά της (Αθήνα: Ψυχογιός, 2007), σελ. 388.
  2. Σπύρος Βρυώνης, Ο Μηχανισμός της Καταστροφής: Το τουρκικό Προγκρόμ της 6ης-7ης Σεπτεμβρίου 1955 και ο Αφανισμός της Ελληνικής Κοινότητας της Κωνσταντινούπολης (Αθήνα: Εστία, 2007), σελ. 37.
  3. Frank Bovenkerk and Yücel Yeşilöz, De Maffia Von Turkije (Amsterdam, 1998), κεφ. 6ο, Suat Parlar, Osmanlı’dan Günümüze Gizli Devlet (İstanbul, 1996)∙ Yücel Yeşilgöz, “A Double Standard: the Turkish State and Racist Violence” στο Tore Bjorgo and Rob Witte (eds), Racist Violence in Europe (London, 1995)
  4. Levent Köker, Mödernleşme, Kemalizm ve Demokrasi (İstanbul, 1990), σελ. 160-161.
  5. Ali Yaşar Saribay, “Cumhuriyet, Devlet ve Toplum”, Türkiye Gonlüğü, No. 20, (1992), σελ. 37∙ E. Fuat Keyman, Türkiye ve Radikal Demokrasi (İstanbul, 1999,) σελ. 60.
  6. Ahmet İnsel, “Cumhuriyet Döneminde Otoritarizmin Sürekliliği”, Birikim Dergisi, 125/126, (1999), σελ. 150-151.
  7. David Kushner, Türk Milliyetçilğinin Doğuşu, 1876-1908 (İstanbul, 1979), σελ. 10.
  8. Masami Arai, Turkish Nationalism in the Young Turk Era (Leiden, 1992).
  9. Doğan Avçıoğlu, Milli Kurtuluş Taiihi (İstanbul, 1983), τόμος III, σελ. 1113-15.
  10. Yalçın Küçük, Aydın Üzeriıne Tezler (İstanbul, 1985), τόμος III, σελ. 341.
  11. Ayhan Aktar, Varlık Vergisi ve “Türkleştirme” Politikalari (İstanbul, 2000), σελ. 101.
  12. Alexis Alexandris, The Greek Minority of Istanbul and Greek-Turkish Relations, 1918-1974 (Athens, 1983), σελ. 139-143.
  13. Aktar, (2000), ό.π. και Faık Ökte, Varlik Vergisi Faciasi (İstanbul, 1953).
  14. Βρυώνης, (2007), ό.π., σελ. 644.
  15. Fatma Müge Göçek, Rise of the Bourgeoisie, Demise of Empire (Oxford, 1996) σελ. 141.
  16. Mustafa Saatçi, “Nation-states and ethnic boundaries: modern Turkish identity and Turkish-Kurdish conflict”, Nations and Nationalism, τόμος 8, No. 4, (2002), σελ. 559.

*Επίκουρος καθηγητής,
Πάντειο Πανεπιστήμιο

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek