Από το Άρδην τ. 97, Ιούνιος-Σεπτέμβριος 2014

Έτσι βρέθηκα ανάμεσα στους Γερμανούς. Δεν αξίωσα πολλά και ήμουνα έτοιμος να βρω ακόμα, λιγότερα. Ταπεινά ήρθα, σαν τον άπατρι, τυφλό Οιδίποδα στην πύλη της Αθήνας, όπου τον δέχθηκε το άλσος των θεών και όπου αντάμωσε όμορφες ψυχές.

Πόσο αλλιώτικα έγινε με μένα!

Βάρβαροι ανέκαθεν, έγιναν πιο βάρβαροι με την επιμέλεια και την επιστήμη και ακόμα με την ίδια τη θρησκεία, βαθύτατα ανίκανοι για κάθε θεϊκό αίσθημα, χαλασμένοι ως το μεδούλι, ανίκανοι για την ευτυχία των ιερών χαρίτων, επιρρεπείς στην υπερβολή και την πενιχρότητα, προσβλητικοί για κάθε αγνή ψυχή, αναίσθητοι και χωρίς αρμονία σαν τα θρύψαλα ενός πεταγμένου αγγείου […].

Είναι σκληρός λόγος, και όμως τον λέω, επειδή είναι η αλήθεια: δεν μπορώ να φανταστώ άλλο λαό τόσο διχασμένο σαν τους Γερμανούς. Βλέπεις χειροτέχνες, αλλά όχι ανθρώπους, φιλοσόφους, αλλά όχι ανθρώπους, ιερείς, αλλά όχι ανθρώπους, αφέντες και δούλους, νέους και ηλικιωμένους, αλλά όχι ανθρώπους – δεν είναι αυτό σαν πεδίο μάχης, όπου ανάκατα βρίσκονται κατακερματισμένα χέρια και μπράτσα και κάθε μέλος, ενώ το ζωντανό αίμα χυμένο χάνεται στην άμμο; […]

Δεν ξέρω ποιά κακιά γλώσσα είπε κάποτε ότι οι αρετές των αρχαίων δεν είναι παρά λαμπερά λάθη. Αλλά ακόμα και τα λάθη τους αρετές είναι, γιατί εκεί ζούσε ακόμα ένα παιδικό, ωραίο πνεύμα, και τίποτα απ’ ό,τι κάνανε δεν ήταν καμωμένο χωρίς ψυχή. Οι αρετές των Γερμανών όμως δεν είναι παρά λαμπερό κακό. Δεν είναι παρά καταναγκαστικά έργα δειλού φόβου, δουλικού μόχθου, αποσπασμένα από μια ρημαγμένη καρδιά, και αφήνουν απαρηγόρητη κάθε αγνή ψυχή, που της αρέσει να τρέφεται με την ομορφιά, και που, χαϊδεμένη απ’ την ιερή αρμονία των ευγενικότερων κράσεων, δεν αντέχει την κραυγαλέα κακοφωνία στη νεκρή τάξη αυτών των ανθρώπων.

Εγώ στο λέω: δεν υπάρχει ασύλητο ιερό, που να μην ατιμάζεται σαν άχρηστο πράγμα απ’ αυτόν το λαό, και εκείνο που ακόμα και στους άγριους συνήθως κρατιέται σε θεϊκή αθωότητα, το ασκούν, αυτοί οι υπολογιστικοί στα πάντα βάρβαροι, όπως ασκούμε κάποιο επάγγελμα, και ούτε μπορούν αλλιώς, γιατί όταν ένα ανθρώπινο πλάσμα γυμνάστηκε κάποτε σαν ζώο, θα υπηρετεί το σκοπό του, θα αναζητάει το κέρδος, και δεν θα ενθουσιάζεται πια, θεός φυλάξοι! παραμένει ακούνητος και όταν γιορτάζει και όταν αγαπάει και όταν προσεύχεται, ακόμα κι όταν η χαρούμενη γιορτή της άνοιξης, αυτή η εξιλαστήρια εποχή του κόσμου, απαλύνει τις έγνοιες, χαρίζοντας την αγνότητα στην ένοχη καρδιά, όταν μεθυσμένος από τις ζεστές ακτίνες του ήλιου ο δούλος χαρούμενος ξεχνάει τα δεσμά του, και ήρεμος από τον ένθεο αιθέρα ο μισάνθρωπος γίνεται ειρηνικός σαν τα παιδιά – όταν ακόμα και η κάμπια αποχτά φτερά και τα γονίδια σμαριάζουν. –

Ό Γερμανός ακόμα και τότε παραμένει στην ειδικότητά του και δεν γνοιάζεται ούτε καν για τον καιρό!
Αλλά εσύ κρίνεις, ιερή Φύση! Γιατί αν ήταν οι άνθρωποι αυτοί τουλάχιστον μετριόφρονες, αν δεν κάνανε τον εαυτό τους νόμο για τους καλύτερους ανάμεσά τους! αν έστω δεν βλασφημούσαν ό,τι οι ίδιοι δεν είναι, κι ας βλασφημούσαν επιτέλους, αρκεί να μη χλεύαζαν το θείο! – […]

Αχ! Ξέρετε να σκοτώνετε, μα όχι να ζωοδοτείτε, εκτός αν το κάνει η αγάπη, που δεν έρχεται από σας, που δεν την έχετε εφεύρει εσείς. Εσείς φροντίζετε και μελετάτε πώς να αποδράσετε μπροστά στη Μοίρα και δεν καταλαβαίνετε ότι τα παιδαριώδη τεχνάσματα δεν σας βοηθάνε σε τίποτα. Ωστόσο, αθώο πορεύεται πάνω το αστέρι. Εσείς ατιμάζετε, σπαράζετε τη μακρόθυμη Φύση που σας ανέχεται, αλλά αυτή πάντα ζει σε ατέλειωτη νιότη και δεν μπορείτε να διώξετε το φθινόπωρό της και την άνοιξή της, τον αιθέρα της, αυτόν δεν μπορείτε να τον χαλάσετε.

Ω, δεν μπορεί παρά να είναι θεϊκή η φύση αφού εσείς ξέρετε να την καταστρέφετε, και όμως αυτή δεν γερνάει, και παρά την ύπαρξή σας μένει όμορφη η ομορφιά! […]

Όλα είναι ατελή στον κόσμο, είναι το βιολί των Γερμανών. Αν έλεγε κάνεις σ’ αυτούς τους θεομίσητους πως είναι όλα τους ατελή, επειδή δεν αφήνουν τίποτα ασύλητο, τίποτα αγνό και τίποτα το ιερό άθικτο με τα άξεστά τους χέρια, αν τους έλεγε πως δεν ευδοκιμεί τίποτα κοντά τους, επειδή δεν σέβονται τη ρίζα κάθε ευδοκίμησης, τη θεία Φύση, πώς η ζωή κοντά τους είναι σαχλή, φορτωμένη με έγνοιες και παραγεμισμένη με ψυχρό βουβό διχασμό, επειδή περιφρονούν το Πνεύμα, που στην ανθρώπινη πράξη φέρνει δύναμη και ευγένεια, στον πόνο χάρη και αγάπη και την αδελφοσύνη στις πόλεις και τα σπίτια.

Γι’ αυτό φοβούνται και το θάνατο τόσο πολύ και υποφέρουν για χάρη της χαμοζωής τους κάθε αίσχος, και δεν γνωρίζουν τίποτα ανώτερο από την ψευτοδουλειά πού έχουν σκαρώσει.

… όπου ένας λαός αγαπάει την ομορφιά, τιμάει τους καλλιτέχνες του, τη μεγαλοφυΐα, εκεί πνέει σαν τον άνεμο της ζωής ένα καθολικό πνεύμα, εκεί ανοίγεται η ντροπαλή αίσθηση, η αλαζονεία λιώνει και όλες οι καρδιές γίνονται μεγάλες και ευλαβικές και ήρωες γεννάει ο ενθουσιασμός. Πλάι σε τέτοιο λαό είναι η πατρίδα όλων των ανθρώπων, και ευχαριστημένος μένει εκεί ο ξένος. Όπου όμως προσβάλλονται με τέτοιο τρόπο η θεία Φύση και οι καλλιτέχνες της, αχ! εκεί έχει εξαφανισθεί η πολυτιμότερη ηδύτητα της ζωής, και θα βρεις κάθε άλλο αστέρι καλύτερο από τη γη. Όλο και πιο άγριοι, ρημαγμένοι γίνονται οι άνθρωποι, που όμως όλοι είχαν γεννηθεί όμορφοι. Το δουλικό φρόνημα μεγαλώνει, και μαζί του η έπαρση, η μέθη με τις έγνοιες μεγαλώνει και με την αφθονία η πείνα και το άγχος για την τροφή. Κατάρα γίνεται η προκοπή κάθε χρονιάς και φεύγουν όλοι οι θεοί.

Κι αλί στον ξένο που οδοιπορεί από αγάπη και φτάνει σ’ ένα τέτοιο λαό, και τρισαλί σ’ εκείνον, που όπως κι εγώ, καταδιωγμένος από μεγάλο πόνο, ένας ζητιάνος του είδους μου, έρχεται σ’ ένα τέτοιο λαό! –

Χαίλντερλιν, Υπερίων, σσ. 221-226.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek